Αθήνα, 22 Νοεμβρίου 2017

Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στην εκδήλωση του Κύκλου Ιδεών «Δικαιοσύνη και Επενδύσεις» * 

Σας ευχαριστώ θερμά για την ανταπόκρισή σας στην πρόσκληση του Κύκλου Ιδεών για την εθνική ανασυγκρότηση. Ιδιαιτέρως ευχαριστώ βεβαίως την κυρία Λυμπεράκη που συντονίζει και τους πέντε διακεκριμένους εισηγητές που μας έκαναν την τιμή να έρθουν σήμερα και να αναπτύξουν τις απόψεις τους και να τροφοδοτήσουν τη συζήτηση, αλλά και τον ευρύτερο προβληματισμό. Ο Κύκλος Ιδεών, όπως ίσως θυμάστε, οργάνωσε τη χρονιά που λήγει και το 2016 μία σειρά από περίπου 25 εκδηλώσεις με κορυφαία εκδήλωση το διήμερο συνέδριο του Ιουνίου με τίτλο «Η Ελλάδα μετά», γιατί θέλουμε να συμβάλλουμε στην επεξεργασία και τη διαμόρφωση ενός πραγματικού εθνικού σχεδίου εξόδου από την κρίση και επανόδου στην κανονικότητα μίας πραγματικά ισότιμης χώρας μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ζώνης του Ευρώ.

Με κοινοτοπίες, γενικολογίες και ευχολόγια δεν συγκροτείται το σχέδιο αυτό, ούτε με πολιτικές υπεκφυγές, ούτε με επιστροφή στη ρητορεία που κυριαρχούσε πριν από την κρίση. Χρειάζεται κάτι διαφορετικό, συγκεκριμένο, υπεύθυνο που να ενσωματώνει τη δύσκολη εμπειρία των τελευταίων δέκα ετών, αυτό θα είναι και εφικτό και προοδευτικό. Βεβαίως δεν είναι εύληπτο, δεν είναι ευχάριστο, γι’ αυτό χρειάζεται προσπάθεια και στην προσπάθεια αυτή εντάσσεται και η σημερινή συνάντησή μας.

 

Από το δημοσιονομικό στο αναπτυξιακό πρόβλημα - Οι χρηματοπιστωτικές προϋποθέσεις της ανάπτυξης 

Χθες κατατέθηκε ο προϋπολογισμός του 2018 και διεξήχθη μία ενδιαφέρουσα κοινοβουλευτική συζήτηση, προχθές, για την κατανομή του λεγομένου υπερπλεονάσματος του οικονομικού έτους 2017 κατά τα πρότυπα της συγκέντρωσης και αναδιανομής του υπερπλεονάσματος του οικονομικού έτους 2016. Οι συζητήσεις είναι συνεχώς δημοσιονομικού χαρακτήρα στη χώρα μας γιατί το 2015 κάναμε μία πολύ μεγάλη οπισθοχώρηση, δεν αξιοποιήσαμε τη δημοσιονομική σταθεροποίηση που είχε επιτευχθεί έως το τέλος του 2014 προκειμένου να ασχοληθούμε με το ουσιαστικό ζήτημα που είναι η πραγματική οικονομία, οι επενδύσεις, η απόκτηση θετικών ρυθμών ανάπτυξης.

Δεν συζητούμε ούτε καν για το τεράστιο, δυστυχώς, χρηματοπιστωτικό πρόβλημα της χώρας, δηλαδή όχι για τη δυσκολία των τραπεζών να διαχειριστούν τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και την ακόμη μεγαλύτερη μη εξυπηρετούμενη έκθεση, αλλά για την αδυναμία της ελληνικής οικονομίας να δημιουργήσει εθνική αποταμίευση και η εθνική αποταμίευση μαζί με την επιστροφή καταθέσεων που είχαν διαρρεύσει, να ξανατροφοδοτήσει τις τράπεζες κι έτσι να επιτρέψει τη διοχέτευση ρευστότητας για την πραγματοποίηση επενδύσεων.

Οι συζητήσεις είναι εγκλωβισμένες σε μία δημοσιονομική λογική συμβολικού κατά βάση επιπέδου, αφηγηματική δηλαδή, θα έλεγα επικοινωνιακού χαρακτήρα, καθώς υποτίθεται ότι τώρα μπαίνουμε στο τελευταίο εξάμηνο του τρέχοντος τρίτου Μνημονίου και το ζητούμενο είναι η λεγόμενη καθαρή έξοδος τον Αύγουστο του 2018. Δηλαδή μία εικονική έξοδος στο άγνωστο χωρίς δίχτυ ασφαλείας, χωρίς να υπάρχει προληπτική πιστωτική γραμμή, όπως την είχαμε συμφωνήσει το Νοέμβριο του 2014, αλλά με αυστηρούς όρους επιτήρησης, οι οποίοι φθάνουν μέχρι την εξόφληση του 75% των δανείων που μας έχουν χορηγήσει οι μηχανισμοί στήριξης, δηλαδή αυτό σημαίνει μέχρι το 2060. Με αποτέλεσμα η χώρα έμπλεη ενθουσιασμού να είναι έτοιμη να μπει σε ένα Μνημόνιο μετά το Μνημόνιο χωρίς δάνειο, χωρίς να είναι διασφαλισμένη η βοήθεια για την κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών της χώρας. 

Περιττεύει να υπενθυμίσω ότι αυτή η θεωρία του υπερπλεονάσματος, όπως είπα και στη Βουλή τη Δευτέρα, είναι η δεύτερη μεγαλύτερη βλάβη που έχει προκληθεί εν τω βάθει στην εθνική οικονομία, μετά τη βλάβη που προκάλεσε η διακινδύνευση καταστροφής και όχι απλώς εξόδου από το Ευρώ, απόλυτης καταστροφής, το πρώτο εξάμηνο του 2015.

Από το δεύτερο εξάμηνο του 2015 είμαστε εγκλωβισμένοι σε μία συμφωνία για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα χωρίς αυτά να εξαρτώνται από μία ρήτρα επίτευξης επαρκών ρυθμών ανάπτυξης και αυτά υπερακοντίζονται γιατί επιτυγχάνουμε πρωτογενή πλεονάσματα μεγαλύτερα των απαιτουμένων, με αποτέλεσμα το 2016 που είναι ξεκάθαροι πια και οριστικοί οι αριθμοί, να είχαμε υποχρέωση επίτευξης πρωτογενούς πλεονάσματος 0,5% του ΑΕΠ, δηλαδή περίπου 1 δισεκατομμυρίου Ευρώ. Να έχουμε πετύχει πρωτογενές πλεόνασμα 3,7% του ΑΕΠ, άρα να έχουμε αφαιρέσει από την πραγματική οικονομία περίπου 6 δισεκατομμύρια Ευρώ χωρίς να υπάρχει λόγος, ενώ αυτά θα μπορούσαν να έχουν μετατραπεί σε θετικό ρυθμό ανάπτυξης με ό,τι αυτό σημαίνει ως προς τις επενδύσεις, τη δημιουργία θέσεων εργασίας, τη δημιουργία εισοδήματος και βεβαίως την προώθηση της επιστροφής της χώρας στην κανονικότητα.

Ακούω να λένε, «μα κι εσείς δεν είχατε συμφωνήσει το 2010 υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, το 2010, 2011, 2012»; Βεβαίως, τα είχαμε συμφωνήσει θεωρητικά, προκειμένου το 2010 να μπορέσουμε να πάρουμε επειγόντως τη βοήθεια για να μη χρεοκοπήσει η χώρα, το 2012 προκειμένου να πάρουμε μαζεμένη βοήθεια 75 δισεκατομμυρίων Ευρώ σε μία δόση για να κάνουμε το δραστικό κούρεμα του δημοσίου χρέους. Αλλά μετά, στη συνεχή διαπραγμάτευση, οι στόχοι ήταν 0% πρωτογενές πλεόνασμα το 2013, 1,5% πρωτογενές πλεόνασμα το 2014 και όλες τις επόμενες χρονιές η επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος εξηρτάτο από την επίτευξη υψηλότατων για τα σημερινά δεδομένα ρυθμών ανάπτυξης, 2,9%, 3,7%, τα δύο χρόνια τα κρίσιμα, 2016 και 2017, αν όλα εξελισσόντουσαν κανονικά. Και όλα αυτά σταματούσαν το 2020, δεν έφθαναν μέχρι το 2060, γιατί τώρα πια έχουμε αναλάβει υποχρέωση πρωτογενούς πλεονάσματος 3,5% μέχρι και το 2022 και 2,3-2,4% μέχρι το 2060.

Άρα πρέπει να μετακινήσουμε τη συζήτηση επειγόντως στον παρονομαστή του κλάσματος χρέος προς ΑΕΠ, γιατί ούτως ή άλλως ακόμη και το δημόσιο χρέος ποτέ δεν εξοφλείται, απομειώνεται μέσα από την ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ, αναχρηματοδοτείται, εξυπηρετείται, αλλά δεν φαντάζεται κανείς ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πάνε στο ταμείο κάποια στιγμή για να εξοφλήσουν τα 20 τρισεκατομμύρια δημοσίου χρέους που έχουν.

 

Το επενδυτικό κενό και η ανάγκη για επενδυτική πανστρατιά

Είναι, λοιπόν, υπαρξιακή ανάγκη για την ανάκτηση του χαμένου εδάφους της ελληνικής οικονομίας η τροφοδότηση των επενδύσεων, η δημιουργία μίας επενδυτικής πανστρατιάς. Σε μία πρόσφατη σχετικά μελέτη της, η PricewaterhouseCoopers υπολογίζει το επενδυτικό κενό που έχει δημιουργηθεί σε σχέση με τα μέσα ευρωπαϊκά δεδομένα, το επενδυτικό κενό που έχει δημιουργηθεί τα δέκα τελευταία χρόνια –από το 2007 που εμφανίζεται η κρίση, γιατί δεν εμφανίζεται το 2010– σε περίπου 540 δισεκατομμύρια Ευρώ και στόχος είναι, με βάση την έκθεση αυτή, να επιτευχθεί, όχι απλά και μόνο η ανανέωση του επενδεδυμένου κεφαλαίου, του κεφαλαιουχικού εξοπλισμού, όπως ανέφερε πολύ χαρακτηριστικά και εύστοχα ο κ. Φέσσας προηγουμένως, αλλά να επιτευχθεί και επένδυση πέραν της ανανέωσης του επενδεδυμένου κεφαλαίου. Αυτό αριθμητικά αποτυπώνεται σε ένα στόχο μέχρι και το 2022 περίπου 270 δισεκατομμυρίων Ευρώ δημοσίων και ιδιωτικών επενδύσεων βεβαίως πάντα, χρηματοδοτημένων από εθνικούς πόρους, από κοινοτικούς πόρους, από ίδια κεφάλαια, από δανεικά κεφάλαια, από το τραπεζικό σύστημα, από το σκιώδες τραπεζικό σύστημα, από μαλακά κεφάλαια όπως λέγονται. Αλλά για να γίνουν όλα αυτά πρέπει να υπάρχουν προϋποθέσεις και οι προϋποθέσεις δεν καλύπτονται επειδή θα πετύχουμε μερικές ξένες άμεσες επενδύσεις.

Μπορεί οι ξένες άμεσες επενδύσεις να είναι και μεγαλύτερες από ό,τι ήταν τα προηγούμενα χρόνια, γιατί πράγματι υπάρχει ένα μεγάλο ενδιαφέρον που δημιουργείται λόγω των ιδιωτικοποιήσεων και λόγω της αναδιάρθρωσης υπερχρεωμένων επιχειρήσεων. Το ζήτημα είναι να πάμε σε επενδύσεις, οι οποίες αφορούν και τις λειτουργούσες ακόμη ζωντανές επιχειρήσεις, αυτές που εμείς θεωρούμε μεγάλες, αλλά και τις μεσαίες και τις μικρές και τις πολύ μικρές επιχειρήσεις, δηλαδή μία οριζόντια κίνηση που ξεπερνά το πλαίσιο των ξένων άμεσων επενδύσεων, το πλαίσιο των ιδιωτικοποιήσεων και το πλαίσιο της αναδιάρθρωσης επιχειρήσεων.

Άρα χρειάζεται κάτι πολύ περισσότερο από αυτό για το οποίο συνήθως γίνεται λόγος. Γι’ αυτό θέλαμε να ακούσουμε την άποψη όλου του φάσματος των επιχειρήσεων, όλους τους κλάδους και όλα τα μεγέθη επιχειρήσεων και βεβαίως θα έπρεπε να έχουμε ακούσει και τους ξένους επενδυτές. Έχω πολλές φορές αναφερθεί στο χαρακτηριστικό παράδειγμα του ιδεότυπου που λέγεται Καναδός επενδυτής στην Ελλάδα, όπου ένας Καναδός επενδυτής ασχολείται με το τραπεζικό σύστημα -ένας ιδεώδης, θεωρητικός, αφαιρετικά- ένας άλλος ασχολείται με επενδύσεις σταθερής απόδοσης στο αεροδρόμιο ή σε άλλα δίκτυα κι ένας άλλος ασχολείται με πραγματικές άμεσες επενδύσεις στη Χαλκιδική και μπορούμε να δούμε την κλιμάκωση της δυσκολίας που έχει αυτός ο ιδεότυπος του Καναδού επενδυτή, ανάλογα με τον τομέα στον οποίο ασχολείται. Γιατί είναι πολύ εύκολο να κάνεις μία επένδυση αγοράζοντας ομόλογα, είναι σχετικά εύκολο να αγοράσεις μετοχές (οι οποίες μπορεί και σου δίνουν τη διοίκηση αλλά όχι αναγκαστικά) μίας επιχείρησης σταθερής απόδοσης, όπως είναι, για παράδειγμα, το Διεθνές Αεροδρόμιο Αθηνών ή ο ΛΑΓΗΕ ή ο ΔΕΣΜΗΕ και είναι διαφορετικό να μπεις στις τράπεζες και να κινδυνεύεις από εκμηδένιση της επένδυσής σου μέσω νέων ανακεφαλαιοποιήσεων και είναι διαφορετικό και ακόμη πιο επώδυνο να προσπαθήσεις να κάνεις πραγματική παραγωγή η οποία αφορά, ας πούμε, μεταλλευτικές δραστηριότητες, μεταποίηση και ούτω καθεξής.

Αυτό νομίζω ότι μας επιτρέπει να δούμε και όλο το φάσμα των επενδύσεων για τις οποίες μιλάμε σήμερα, δημόσιες και ιδιωτικές, ξένες, εσωτερικές βεβαίως, μεγάλες και εμβληματικές, μεσαίες και μικρές, ανανεώσεις κεφαλαιουχικού εξοπλισμού και νέες, ανεξαρτήτως πηγής χρηματοδότησης, άρα μιλάμε για τα πάντα, από επενδύσεις χαρτοφυλακίου μέχρι την πιο απλή επένδυση, η οποία αφορά την ανανέωση του εξοπλισμού μίας μικρής επιχείρησης εστίασης ή ψυχαγωγίας.

 

Country risk και ασφάλεια δικαίου

 

Το country risk, όπως ακούσαμε με διάφορους τρόπους από όλους τους συνομιλητές μου, είναι μία σύνθετη έννοια η οποία περιλαμβάνει πρωτίστως την πολιτική σταθερότητα, τη νομισματική σταθερότητα και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, αλλά περιλαμβάνει βεβαίως και την ασφάλεια δικαίου. Χωρίς ασφάλεια δικαίου δεν ξεπερνάς το πρόβλημα του country risk, άρα, δεν επικοινωνείς με τη διεθνή επενδυτική κοινότητα, αλλά ούτε και με την εγχώρια επενδυτική κοινότητα. Βέβαια το μεγάλο πρόβλημα της ασφάλειας δικαίου δεν το προκαλεί μόνο η νομοθεσία, εθνική, ενωσιακή και διεθνής, αλλά το προκαλεί βεβαίως και η νομολογία. Άλλωστε αυτό που ισχύει ως δίκαιο είναι αυτό που ο δικαστής τελικώς καθορίζει με τις αποφάσεις του ως δίκαιο.

Δεν θα επιμείνω στα πολύ γνωστά προβλήματα της ελληνικής δικαιοσύνης, καθυστερήσεις κ.λπ., ούτε στους εναλλακτικούς μηχανισμούς, αυτά συζητούνται διαρκώς, έχει κάνει και μία εξαιρετική έκθεση ο ΣΕΒ πριν από λίγο καιρό, υπάρχουν προτάσεις, ημερίδες, συνέδρια, θα μπορέσουμε ίσως να αναφερθούμε σε αυτά στη συζήτησή μας.

 

Τα συνήθη νομικά προβλήματα μιας επένδυσης

 

Σας περιγράφω πολύ σύντομα, με βάση και τα όσα ακούσαμε έως τώρα, τα συνήθη νομικά προβλήματα μίας επένδυσης στην Ελλάδα.

Η πρώτη κατηγορία προβλημάτων για όλες σχεδόν τις μορφές πραγματικής επένδυσης είναι βέβαια οι χρήσεις γης εν ευρεία εννοία, ό,τι συνδέεται με το άρθρο 24 του Συντάγματος, με την ευρωπαϊκή νομοθεσία και με τις διεθνείς συμβάσεις προστασίας του περιβάλλοντος, με την ευρυτάτη έννοια του όρου, ο κ. Μενουδάκος και ο κ. Σκουρής ήταν νομίζω εξαιρετικά σαφείς από την άποψη αυτή.

Χωροταξικός και πολεοδομικός σχεδιασμός, χρήσεις γης, όροι δόμησης, προστασία φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, τοπίο, δάση, μνημεία, ακτές, αιγιαλοί, ύδατα, ευπαθή οικοσυστήματα, προστατευόμενες μορφές πανίδας και χλωρίδας, τα πάντα, ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς. Αλλά αυτό δεν αφορά μόνον την προστασία της θαλάσσιας χελώνας, αφορά και τις οχλήσεις σε περιοχές, οι οποίες είναι μέσα στον πολεοδομικό ιστό, δεν αφορά μόνο μία μεγάλη τουριστική επένδυση, η οποία μπορεί να θίξει ένα οικοσύστημα, δεν αφορά μόνον την επένδυση του χρυσού στη Χαλκιδική, αφορά και την τοποθέτηση ενός νέου τύπου ψυγείου ή τη δημιουργία ενός αποθηκευτικού χώρου μίας πολύ μικρής επιχείρησης, η οποία κινείται μέσα στον πολεοδομικό ιστό. Το πού θα εγκατασταθούν τα super markets είναι ένα πρόβλημα, ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα είναι το τι μπορεί να κάνει ο κάθε επαγγελματίας για να ανανεώσει την επιχείρησή του και τον εξοπλισμό του.

Αυτά τα θέματα συνδέονται φυσικά με την ανεπάρκεια του κρατικού σχεδιασμού και της νομοθεσίας, διότι όταν δεν έχεις μελετητική ωρίμανση και νομοθετική πληρότητα, έρχεται η νομολογία αποσπασματικά, γιατί ο δικαστής πάντα κρίνει τη συγκεκριμένη υπόθεση εντός των συγκεκριμένων συνθηκών, δεν νομοθετεί ούτε διατυπώνει γενικούς κανόνες, επιλύει διαφορές. Αλλά δια του τρόπου αυτού καταλήγει να θεσπίζει κανόνες, οι οποίοι καλύπτουν το νομοθετικό κενό και εν τέλει το διοικητικό κενό και πιο συγκεκριμένα το τεχνοκρατικό, το μελετητικό, γιατί δεν έχεις στην πραγματικότητα επαρκή σχεδιασμό χωροταξικό, πολεοδομικό, περιβαλλοντικό με την ευρεία έννοια του όρου. Βέβαια, αυτό συνδέεται και με τις δικονομικές ευχέρειες στις οποίες αναφέρθηκε ο κ. Μενουδάκος, για τις οποίες θα πω στη συνέχεια μία σκέψη.

Το δεύτερο μεγάλο ζήτημα είναι η κατάτμηση των αδειοδοτικών διαδικασιών. Αυτό σημαίνει πολλαπλότητα εμπλεκομένων δημοσίων, περιφερειακών και δημοτικών αρχών και βέβαια και κατάτμηση δικαστικών διαδικασιών.

Το τρίτο μεγάλο ζήτημα είναι ότι παραμένουν ανοικτά προς διερεύνηση, χωρίς σαφήνεια και χωρίς οριστικοποίηση, χωρίς αποκρυστάλλωση, σημαντικά ζητήματα που συνδέονται με το δίκαιο του ανταγωνισμού. Ο κ. Χατζηθεοδοσίου προσέθεσε και τον πυλώνα του αθέμιτου ανταγωνισμού, που είναι άλλο πράγμα από το δίκαιο του ανταγωνισμού ως αρμοδιότητα της Επιτροπής Ανταγωνισμού, που είναι ιστορικά η πρώτη ανεξάρτητη αρχή, και ως αρμοδιότητα της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Βέβαια, εδώ μιλάμε και για άλλες ρυθμιστικές Αρχές, οι οποίες κατά περίπτωση εμπλέκονται, αλλά ας μην τις αναφέρω τώρα, από το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης –χαιρετίζω τον Πρόεδρό του– έως την Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων, τη ΡΑΕ, μέχρι την Επιτροπή Σιδηροδρόμων τώρα.  

Το τέταρτο μεγάλο θέμα, το είπαν και ο κ. Σκουρής και ο κ. Μενουδάκος, είναι οι δημόσιες συμβάσεις, διότι πάρα πολύ συχνά συνάπτονται δημόσιες συμβάσεις για μία επένδυση, μία επένδυση συναρτάται με το δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων που σημαίνει διάφορες μορφές προσυμβατικού ελέγχου, παρέμβαση διαφόρων ανεξαρτήτων Αρχών –τώρα υπάρχει και η νέα Αρχή των Προδικαστικών Προσφυγών– προβλήματα στην κατανομή της δικαιοδοσίας μεταξύ του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου που ασκεί προσυμβατικό έλεγχο, μία σειρά από προβλήματα, τα οποία βέβαια αφορούν κυρίως τις μεσαίες και επάνω συμβάσεις.

Το πέμπτο θέμα που είναι το καταλυτικό, είναι βέβαια οι φορολογικές και ασφαλιστικές εκκρεμότητες, διότι οποιοσδήποτε πάει να κινήσει μία επενδυτική διαδικασία και επιδιώκει δανειοδότηση, υπαγωγή σε προγράμματα του ΕΣΠΑ ή άλλα συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα, αντιμετωπίζει, αν μη τι άλλο, προβλήματα φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας.  

Το έκτο μεγάλο θέμα είναι όλο αυτό το οποίο συνδέεται με το πλέγμα: αναδιάρθρωση επιχειρήσεων και δανείων, πτωχευτικό δίκαιο, εταιρική διακυβέρνηση, αλλά εδώ μπορεί να συνυπάρχουν και πολλές ιδιωτικού δικαίου διαφορές, από απλές εμπραγμάτου και κληρονομικού δικαίου μέχρι σύνθετες που αφορούν την εταιρική διακυβέρνηση.

Και, έβδομο, έρχεται ο ποινικός έλεγχος για όλα αυτά και υπεράνω όλων αυτών. Είναι ποινικοποιημένη όλη η δραστηριότητα, από τη σύναψη μίας μεγάλης εμβληματικής σύμβασης με το δημόσιο για αμυντικές προμήθειες, μέχρι τον τρόπο με τον οποίον κάποιος διοικεί μία ανώνυμη εταιρία, η οποία δεν αποσυνδέεται από την προσωπική ευθύνη των διοικούντων τελικά. Δηλαδή έχει καταλυθεί η ίδια η αρχική σύλληψη της ανώνυμης εταιρίας, διότι τώρα πλέον οι διοικούντες στην ανώνυμη εταιρία έχουν αλληλέγγυα ευθύνη εις ολόκληρον σαν να είναι ατομική επιχείρηση ή σαν να είναι προσωπική επιχείρηση, σαν να είναι ομόρρυθμοι εταίροι μίας ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρίας. Άρα καταλύεται το βασικό σχήμα της οικονομικής ανάπτυξης των τελευταίων δύο αιώνων που είναι η ανώνυμη εταιρία, έχουμε πάει πολύ πίσω στην ιστορία του καπιταλισμού, ας το πω έτσι.

 

Πού οφείλονται τα πάγια αυτά προβλήματα ;

 

Τώρα, πού οφείλονται τα προβλήματα αυτά; Νομίζω ότι το ακούσαμε με πολύ μεγάλη ενάργεια. Τα προβλήματα αυτά οφείλονται σε κάποιο βαθμό στο ίδιο το Σύνταγμα βεβαίως, το οποίο όμως έχει τεράστια περιθώρια ερμηνείας και εφαρμογής, νομοθετικής ερμηνείας και εφαρμογής και δικαστικής ερμηνείας και εφαρμογής και, βεβαίως, οφείλονται και στις προβλέψεις του ευρωπαϊκού ενωσιακού δικαίου και του πρωτογενούς και του παραγώγου, αλλά και του διεθνούς δικαίου. Υπάρχουν πάρα πολλά προβλήματα στα οποία ούτε ο εθνικός αναθεωρητικός νομοθέτης μπορεί να κάνει πολλά, διότι δεσμεύεται λόγω της εν τοις πράγμασι και εν τέλει υπεροχής του ενωσιακού δικαίου και λόγω του διεθνούς δικαστικού ελέγχου των ίδιων των αποφάσεων των εθνικών Δικαστηρίων και του εθνικού Συντάγματος, είτε μέσω του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, είτε μέσω του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είτε μέσω διεθνών Διαιτητικών Δικαστηρίων, όπως ανέφερε ο Β. Σκουρής. 

Υπάρχουν τα προβλήματα της κοινής νομοθεσίας, της ποιότητάς της, στα οποία αναφέρθηκα.

Υπάρχουν οι οργανωτικές και λειτουργικές αδυναμίες της δημόσιας διοίκησης και αυτοδιοίκησης, μην λέω κοινοτοπίες τώρα, αλλά μιλούμε πάντα για το κτηματολόγιο, για τους δασικούς χάρτες, για την εκκρεμότητα των ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων και εν τέλει για τη νοοτροπία της διοίκησης.

Οργανωτικές και λειτουργικές αδυναμίες της δικαιοσύνης από τις οποίες θα εντοπίσω μόνο το γεγονός ότι εμείς έχουμε διάχυτο έλεγχο συνταγματικότητας, αυτό το πρόβλημα θεραπεύεται βεβαίως μέσα από τους μηχανισμούς συγκέντρωσης του ελέγχου, κυρίως στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας και μέσω του θεσμού της πρότυπης δίκης, αλλά δεν παύει να υπάρχει το πρόβλημα των στροφών της νομολογίας. Δεν υπάρχει ασφάλεια δικαίου με την έννοια της προβλεψιμότητας, ούτε των κινήσεων του νομοθέτη, ούτε της τελικής απόφασης του δικαστή. Αυτό κατά καιρούς θεραπεύεται, αλλά και κατά καιρούς οξύνεται ως πρόβλημα .

 

Οι έως τώρα επιλεγείσες μέθοδοι αντιμετώπισης των προβλημάτων

 

Όλα αυτά οδηγούν σε διάφορες μεθόδους αντιμετώπισης των προβλημάτων, σε πρώτη φάση έως τη σύναψη της σύμβασης ή την έκδοση της άδειας. Για να πραγματοποιηθεί η επένδυση, έχουμε ως τώρα συνήθη μέσα με τα οποία προσπαθούμε να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα αυτό. Να τα θυμηθούμε πάρα πολύ βιαστικά: 

Πρώτον, οι διαδικασίες fast track και one stop shop, με μία συντονιστική υπηρεσία ή μία συντονιστική αρχή ή ένα κρατικό νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, όπως το Invest in Greece, με ομάδες διοίκησης έργου, όπως ήταν η ΔΕΣΟΠ, η Διυπουργική Επιτροπή Συντονισμού της Ολυμπιακής Προετοιμασίας, με μνημόνια κατανόησης και συνεργασίας μεταξύ υπηρεσιών και επενδυτών, με αποκλειστικές προθεσμίες για την άσκηση αρμοδιότητας, οι οποίες όμως αποκλειστικές προθεσμίες πάσχουν από μία έκδηλη αντισυνταγματικότητα, γιατί δεν μπορεί η άπρακτη πάροδος μίας προθεσμίας να στερήσει την αρμοδιότητα του δασάρχη ή την αρμοδιότητα της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας.

Η δεύτερη μεγάλη μέθοδος είναι η υποκατάσταση της διοίκησης από το νομοθέτη. Και αυτή ελέγχεται όμως από τη Συμβούλιο της Επικρατείας, τώρα, μέσα από τις νέες τροπές, τους νέους δρόμους που έχει ακολουθήσει η νομολογία ως προς τον έλεγχο νόμων που στην πραγματικότητα συνιστούν ατομική διοικητική πράξη. Δεν χρειάζεται να σας πω παραδείγματα, τα γνωρίζετε τα παραδείγματα κυρίως από τον αθλητικό χώρο, έχουμε δύο παραδείγματα μεγάλα, δύο διαφορετικά γήπεδα ας πούμε.

Τρίτο είναι τα βήματα προς την απλούστευση και ολοκλήρωση του νομοθετικού και κανονιστικού πλαισίου, αυτό όμως προϋποθέτει ολοκλήρωση μελετητική και οργανωτική. Εάν πετύχουμε βεβαίως να ολοκληρωθούν αυτές οι προϋποθέσεις, περνάμε σε άλλο στάδιο συζήτησης.

Ένας άλλος μηχανισμός, που έχει χρησιμοποιηθεί, είναι φίλτρα στο δικαστικό έλεγχο, προδικαστική προσφυγή, προσυμβατικός έλεγχος, προϋποθέσεις προσωρινής δικαστικής προστασίας, αλλά και εδώ υπάρχουν φραγμοί συνταγματικοί, φραγμοί από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, γιατί πρέπει να ασκείται το δικαίωμα δικαστικής προστασίας ελευθέρως και το δικαίωμα στη δίκαιη δίκη.

Μετά τη σύναψη της σύμβασης, υπάρχουν επίσης μηχανισμοί που έχουν χρησιμοποιηθεί, παλαιότατοι, από τη μεταπολεμική εποχή, με το άρθρο 107 του Συντάγματος και την προστασία κεφαλαίων εξωτερικού και του ναυτιλιακού κεφαλαίου.

Προβλέπεται σε ορισμένες περιπτώσεις η ισχύς αλλοδαπού δικαίου ή αρμοδιότητα αλλοδαπών δικαστηρίων ή αρμοδιότητα διαιτητικών δικαστηρίων, υπάρχουν ρήτρες διαιτησίας. Ρήτρες διαιτησίας και για την εκτέλεση της σύμβασης, διαιτητικά επιλύεται το ζήτημα τώρα της αδειοδότησης στη Χαλκιδική όπως βλέπουμε. Θα μπορούσε να υπάρχει –και κατά καιρούς υπήρξε– ρήτρα σταθεροποίησης της φορολογικής, ασφαλιστικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας, αλλά κι αυτή μπορεί να έχει προβλήματα ενωσιακού δικαίου, όπως μας είπε ο κ. Σκουρής. Ακόμη και ό,τι μπορεί να σκεφθεί κανείς σε σχέση με μία ρήτρα τού μάλλον ευνοούμενου επενδυτή, αλλά αυτό θα συνιστούσε εφαρμογή αυτού που ακούσατε, είτε διμερών συμφωνιών αμοιβαίας προστασίας επενδύσεων είτε πολυμερούς συμφωνίας για την προστασία επενδύσεων, οι οποίες είναι κατά τεκμήριο αντίθετες στο ευρωπαϊκό ενωσιακό δίκαιο.

Εναντίον της TTIP ήταν ο Πρόεδρος Trump προεκλογικά, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και η Ευρωπαϊκή Ριζοσπαστική Αριστερά, ήταν ένα ευρύτατο φάσμα. Όμως, αυτό το θέμα το οποίο ετίθετο ως πρώτο, δηλαδή η δυνατότητα διαιτητικής δίκης κατά κράτους με προσφυγή ιδιώτη, προβλέπεται δεκαετίες τώρα. Οι αμοιβαίες συμφωνίες, οι διμερείς, προστασίας επενδύσεων και η πολυμερής συμφωνία προστασίας επενδύσεων, η λεγόμενη συμφωνία της Ουάσιγκτον που συγκροτεί στο πλαίσιο της Παγκόσμιας Τράπεζας αυτό το International Centre for Settlement of Investments Disputes, το Διαιτητικό Δικαστήριο του ICSID, προβλέπει ότι ο επενδυτής ιδιώτης στρέφεται κατά κράτους. Τα έχουμε ζήσει όλα αυτά, η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια βρέθηκε εναγόμενη στο ICSID. Βρέθηκε στην υπόθεση του κουρέματος των ομολόγων, στην οποία το ICSID αποφάσισε ότι η απόκτηση ομολόγων χρηματοδότησης του προϋπολογισμού δεν συνιστά επένδυση με την έννοια του όρου στη συμφωνία της Ουάσιγκτον. Τα ομόλογα έργου θα συνιστούσαν επένδυση, αλλά όχι τα κρατικά ομόλογα, τα λεγόμενα sovereign bonds. Αλλά και σε άλλα θέματα τώρα, όπως είναι η υπόθεση του Σκαραμαγκά, όπου το νομικό ζήτημα είναι παρόμοιο με τις σουηδικές υποθέσεις που ανέφερε ο κ. Σκουρής. Ακόμη όμως και οι διαιτησίες του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου ή άλλες εμπορικές διαιτησίες, όταν αντισυμβαλλόμενος είναι το δημόσιο , στρέφονται επίσης κατά του κράτους. Δεν χρειάζεται, δηλαδή, να έχεις διεθνή συμφωνία, διμερή ή πολυμερή, προστασίας επενδύσεων, και από μια απλή δημόσια σύμβαση μπορείς να πας εναντίον του κράτους, και πηγαίνεις, οι μηχανισμοί εκτέλεσης είναι διαφορετικοί, η φύση της διαιτητικής απόφασης και η δυνατότητα άσκησης αγωγής ακύρωσης είναι διαφορετική, αλλά ας μην μπούμε τώρα στις λεπτομέρειες.

 

Σύνοψη και προτάσεις για τη μείωση των προβλημάτων

 

Εάν προσπαθούσα στο σημείο αυτό –για να τελειώνω– να συνοψίσω τη συζήτηση με τη μορφή συγκεκριμένων προτάσεων για το δέον γενέσθαι, θα έλεγα ότι το πρώτο ζητούμενο είναι οι ολοκληρωμένες νομοθετικές ρυθμίσεις, ολοκλήρωση του χωρικού σχεδιασμού κάθε επιπέδου –χωροταξικά, δασικές χάρτες, πολεοδομικά, ρυμοτομικά κ.λπ.– και έως τότε μεταβατικές μεν, αλλά ολοκληρωμένες ρυθμίσεις σε συνεργασία με τη δικαστική εξουσία. Εάν κάτι χρειαζόμαστε είναι μνημόνια συνεργασίας μεταξύ του νομοθέτη και του δικαστή, ώστε αυτό που θα νομοθετηθεί, τουλάχιστον μεταβατικά, έως ότου φθάσουμε στην πλήρη μελετητική διαμόρφωση του χωρικού πεδίου, να είναι ασφαλές από πλευράς συνταγματικότητας. Δεν έχουμε δυνατότητα προληπτικού δικαστικού ελέγχου συνταγματικότητας κι αυτό με κάποιο τρόπο πρέπει να το θεραπεύσουμε, αλλιώς, εάν αφεθούμε στον κατασταλτικό και διάχυτο έλεγχο, ο οποίος συγκεντρώνεται μεν με ευκολία δικονομική, θα υπάρχει πάντα ένα κενό, μία ανασφάλεια δικαίου.

Το δεύτερο είναι η απλούστευση και επιτάχυνση των διοικητικών διαδικασιών. Μία άδεια σημαίνει μία δικαστική διαδικασία, άρα η ενοποίηση των αδειοδοτικών διαδικασιών είναι κάτι πολύ σημαντικό, όπως και, στο μέτρο του δυνατού, η αντικατάσταση της αδειοδότησης από υπεύθυνες δηλώσεις, αυτό έχει γίνει έως ένα βαθμό.

Το τρίτο είναι η οριοθέτηση του ποινικού δικαίου, του ποινικού ελέγχου ως προς την απιστία και παράβαση καθήκοντος, και βεβαίως της ποινικής ευθύνης για φορολογικούς και ασφαλιστικούς λόγους. Βεβαίως πρέπει να υπάρχει μία πίεση, αλλά δεν μπορεί να υπάρχει αυτή η καθολική, ας πούμε, πανοπτική εισαγγελική παρουσία στην οικονομία, όχι μόνο στο δημόσιο τομέα αλλά και στον ιδιωτικό. 

Το τέταρτο είναι αυτό που πρέπει να κάνει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Πράγματι, εάν είχαμε ένα ενιαίο δίκαιο Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα είχαμε μία υποκατάσταση του αγγλικού δικαίου και των ρητρών αγγλικών δικαίου, θα είχαμε μία μεγαλύτερη ευκολία στο να δημιουργηθούν εναλλακτικοί μηχανισμοί επίλυσης διαφορών ευρωπαϊκού χαρακτήρα, οι οποίοι θα ήταν και πιο αξιόπιστοι, γιατί στην Ελλάδα υπάρχει μία καχυποψία στους εναλλακτικούς μηχανισμούς οι οποίοι πρέπει να αξιοποιηθούν. Δηλαδή και η διαμεσολάβηση όλων των επιπέδων, που είναι ο πιο συνήθης διεθνώς τρόπος και η διαιτησία βεβαίως, η οποία πρέπει να γενικευτεί, γιατί τώρα είναι πολυτελής, δηλαδή στις μεσαίες και μικρές υποθέσεις δεν υπάρχει διαιτησία.

Το πέμπτο συνεπώς είναι το ερώτημα, εάν μπορούμε να εφαρμόσουμε εκ του νόμου εναλλακτικές μορφές επίλυσης διαφορών, με την έννοια της φορολογικής διαιτησίας, που η νομολογία την αφήνει ανοικτή. Μπορεί να φθάσουμε μέχρι και του σημείου να λυθούν θέματα διαιτητικής υποκατάστασης του ακυρωτικού ελέγχου σε ορισμένες υποθέσεις, αλλά δεν θέλω να μπω σε τεχνικές λεπτομέρειες τώρα. Θα μπορούσε, επίσης, να προβλεφθεί και διεθνής διαιτησία στο στάδιο πριν την αδειοδότηση και πριν τη σύναψη της σύμβασης, όπου υπάρχει σύμβαση.

Το έκτο σημείο είναι η μείωση των επιπέδων ελέγχου από ανεξάρτητες και ρυθμιστικές Αρχές, δηλαδή πρέπει να συμπράττουν οι Αρχές και όχι να δρα η καθεμία χωριστά.

Το έβδομο είναι η εκλογίκευση των δικονομικών ρυθμίσεων. Ο κ. Μενουδάκος είπε ότι πρέπει να λύσουμε το ζήτημα της προθεσμίας άσκησης αιτήσεως ακυρώσεως. Πρέπει να λύσουμε κι ένα άλλο θέμα όμως, το χρονικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ασκείται παρεμπίπτων έλεγχος συνταγματικότητας και συμβατότητας με το ενωσιακό δίκαιο και το διεθνές δίκαιο των κανονιστικών πράξεων. Διότι αυτό είναι μία διαρκής εκκρεμότητα, αν υπάρχει μία ελαττωματική κανονιστική πράξη, μπορεί να δημιουργηθεί πρόβλημα ανά πάσα στιγμή, δηλαδή υπάρχει μία ναρκοθετημένη κατάσταση. Θα μου πείτε, κι εάν ένας παλιός νόμος κριθεί αντισυνταγματικός μέσα από μία νέα και νωπή διαφορά; Και αυτό είναι ένα θέμα, το οποίο το έχουν αντιμετωπίσει συνταγματικά δικαστήρια σε άλλες χώρες, καθορίζοντας το χρόνο επέλευσης του αποτελέσματος. Και τώρα η νομοθεσία έχει προβλέψει ευελιξία σε σχέση με το χρόνο επέλευσης του ακυρωτικού αποτελέσματος, αν θεωρηθεί ότι αυτό είναι σύμφωνο με το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, πρέπει να μας οδηγήσει και στο πώς θα αντιμετωπίσουμε τις εκκρεμότητες του παρεμπίπτοντος ελέγχου και της συνταγματικότητας των νόμων και της νομιμότητας και άρα συνταγματικότητας και συμβατότητας προς το διεθνές και ενωσιακό δίκαιο των κανονιστικών πράξεων. 

Όλα αυτά, βεβαίως, μέσα στο υφιστάμενο συνταγματικό πλαίσιο και μέσα στο υφιστάμενο πλαίσιο του ευρωπαϊκού ενωσιακού δικαίου, το οποίο χαρακτηρίζεται από όλα τα προβλήματα και του εθνικού δικαίου, δηλαδή πολυνομία, αποσπασματικότητα, ρευστότητα. Δεν υπάρχει και εκεί καμία σπουδαία ασφάλεια δικαίου, ούτε στο επίπεδο των διεθνών συμβάσεων υπάρχει καμιά σπουδαία ασφάλεια δικαίου, δεν είναι εθνικό πρόβλημα, είναι και ευρωπαϊκό και διεθνές πρόβλημα η έλλειψη προβλεψιμότητας.

Βέβαια, τελειώνω με το πιο βασικό που είναι η φιλοεπενδυτική νοοτροπία, η φιλοεπενδυτική νοοτροπία όλων, της κοινωνίας, των τοπικών κοινωνιών, της τοπικής αυτοδιοίκησης, της διοίκησης, των πολιτικών κομμάτων, της Βουλής και της δικαιοσύνης. Τι σημαίνει αυτό, ότι θα κάμψουμε την οικολογική μας, την περιβαλλοντική μας ευαισθησία; Όχι. Θα κάμψουμε την πίστη μας στο κράτος δικαίου, τα ανθρώπινα δικαιώματα, τις εγγυήσεις του ευρωπαϊκού νομικού πολιτισμού; Όχι. Αλλά πρέπει να μην ενδίδουμε σε διαδικασίες οι οποίες υπό το κέλυφος της ευαισθησίας για το περιβάλλον ή για το νομικό πολιτισμό μεταφέρουν στην πραγματικότητα αρχαϊκές και κακόπιστες αντιδράσεις τοπικών κοινωνιών ή ανταγωνιστών ή μικροεκβιαστών, γιατί και αυτό υπάρχει. Άρα, πρέπει να έχουμε ένα κριτήριο το οποίο είναι σταθμισμένο, ισορροπημένο, κι αυτό ο Έλληνας δικαστής, με την ποιότητα που έχει, το Συμβούλιο Επικρατείας, για να πάρω το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα, με την παράδοση που έχει, με τη στελέχωση που έχει, μπορεί να το πετύχει πάρα πολύ εύκολα, αρκεί να υπάρχει το πλαίσιο το δικονομικό και το νομοθετικό, το οποίο θα επιτρέψει να οργανωθούν αυτά. Δηλαδή να επικοινωνήσει ο δικαστής όχι με το πρόβλημα μίας επένδυσης σε ένα συγκεκριμένο σημείο στο χάρτη, αλλά με το πρόβλημα συνολικά.

Πρέπει να συντονίσουμε τις οπτικές μας γωνίες. Αλλιώς αντιμετωπίζει το πρόβλημα ένας επιχειρηματίας που βιάζεται να κάνει μία επένδυση και που μπορεί να μην έχει καμία ευαισθησία, να ισχυρίζεται τελείως ρητορικά ότι έχει ευαισθησία, αλλιώς αντιμετωπίζει το πρόβλημα η τοπική κοινωνία και η τοπική αυτοδιοίκηση, αλλιώς το αντιμετωπίζει η κεντρική πολιτική εξουσία, αλλιώς το αντιμετωπίζουν τα ευρωπαϊκά όργανα, αλλιώς το αντιμετωπίζει ο δικαστής. Κατά βάση όμως, τελικά, υπάρχουν δύο συνομιλητές, ο νομοθέτης που έχει μία συνολική ευθύνη για την πορεία της χώρας και ο δικαστής. Ο νομοθέτης έχει μία μεγάλη εικόνα και πρέπει τελικά να κρίνει τα δεδομένα τα δημοσιονομικά, τα μικροοικονομικά, τα αναπτυξιακά του μέλλοντος της χώρας. Σε αυτό το επίπεδο προβληματισμού και να θέλει ο δικαστής να αρθεί δεν μπορεί, γιατί εισάγεται ενώπιόν του μία πολύ συγκεκριμένη υπόθεση, μία πολύ συγκεκριμένη διαφορά, άρα εκ των πραγμάτων είναι αποσπασματικός και σημειακός ο έλεγχος, όσο καλές κι αν είναι οι μείζονες σκέψεις που θα διατυπώσει. 

Άρα, πρέπει μέσα από δικονομικούς μηχανισμούς να φέρουμε στο ίδιο επίπεδο προβληματισμού το νομοθέτη και το δικαστή, ώστε να επιτευχθεί αυτή η επικοινωνία και αυτός ο διάλογος και η συναντίληψη, για να μπορέσουμε να προσφέρουμε ένα πλαίσιο, προκειμένου η χώρα να αντιμετωπίσει αυτές τις έκτακτες συνθήκες, γιατί ακόμη σε έκτακτες συνθήκες είμαστε, καθώς το ζητούμενο είναι να αποκτήσουμε ρυθμούς ανάπτυξης και να επανέλθουμε στην κανονικότητα. Διότι αυτά που λέμε τώρα τα λέμε πολύ αφηρημένα και νομίζουν ορισμένοι ότι αφορούν κάποιες επιχειρήσεις, κάποιους επιχειρηματίες, κάποιους επιστήμονες, αφορούν όμως το κάθε νοικοκυριό, το κάθε σπίτι, τον καθένα που ψάχνει δουλειά, τον καθένα που θέλει μία δεύτερη ευκαιρία, τους πιο απλούς ανθρώπους περισσότερο και τους πιο φτωχούς περισσότερο απ’ όσους έχουν τη δυνατότητα κοινωνικά, εισοδηματικά, μέσα από τις γνωριμίες τους, τις ικανότητές τους, την εκπαίδευσή τους ή την περιουσία τους να αντιμετωπίσουν τα θέματα αυτά. Δεν είναι ένα πολυτελές ζήτημα για λίγους, είναι ένα υπαρξιακό ζήτημα που αφορά τους πολλούς.

Σας ευχαριστώ πολύ.

 

***

 

Δευτερολογία Ευ. Βενιζέλου

 

«Αυτό είναι το προοδευτικό μήνυμα, αυτό είναι το μεταρρυθμιστικό πρόταγμα της κοινωνίας. Αυτό είναι το στοίχημα που πρέπει να κερδίσουμε»

 

Θα προσπαθήσω να απαντήσω στα θέματα που τέθηκαν αφού επαναλάβω τις θερμές μου ευχαριστίες για την παρουσία σας και για την δυναμική και ενεργό συμμετοχή στην συζήτηση η οποία ήταν εξαιρετικά πλούσια και εμάς μας βοήθησε να σκεφτούμε καλύτερα αυτά που είπαμε στις ομιλίες.

 

Ποιότητα νομοθεσίας

 

Συμφωνώ, καταρχάς, με τον κ. Ρόζο ότι ο ακριβής τίτλος της εκδήλωσης αυτής είναι «ποιότητα νομοθεσίας και δικαστική εφαρμογή της προκειμένου να διευκολυνθούν οι επενδύσεις σε ένα σύγχρονο δημοκρατικό κράτος δικαίου το οποίο έχει τεράστια οικονομικά και αναπτυξιακά προβλήματα» . Επειδή όμως αυτός ο τίτλος δεν ήταν επαρκώς επικοινωνιακός, τον παρουσιάσαμε με μια πιο συνοπτική μορφή, με δύο αόριστες έννοιες που θέλουμε να τις κάνουμε συγκεκριμένες και χειροπιαστές. Δικαιοσύνη και επενδύσεις.

 

Ο δύσκολος ρόλος του δικαστή

 

Συμφωνώ επίσης με την κα Σακελλαροπούλου ότι δεν μπορεί ο δικαστής να λύσει τα προβλήματα της νομοθεσίας, τα προβλήματα του χωρικού σχεδιασμού, τα προβλήματα τα οποία θα έπρεπε να λύσει ο νομοθέτης, η διοίκηση, η αυτοδιοίκηση ή η αγορά. Ο δικαστής κάνει σταθμίσεις. Οι σταθμίσεις είναι δύσκολες και οι σταθμίσεις γίνονται πάντα εντός της εννόμου τάξεως, άρα είναι μία ερμηνευτική άσκηση η οποία βεβαίως υπακούει σε μία δικανική λογική. Άλλωστε οι αποφάσεις νομιμοποιούνται μέσα από την πειστικότητα και τη διαφάνεια της αιτιολογίας τους. Αυτή είναι η νομιμοποίηση των αποφάσεων, που εκδίδονται στο όνομα του ελληνικού λαού βεβαίως, αλλά όταν τις διαβάζει ο διάδικος ή ο κάθε ενδιαφερόμενος πρέπει να πείθεται ότι υπάρχει μία συνοχή εσωτερική του δικανικού συλλογισμού.

Οι σταθμίσεις γίνονται πάντα, όπως είπα, σημειακά, για την συγκεκριμένη υπόθεση και όσο διορατικός και αν είναι ο δικαστής όταν συντάσσει τη μείζονα πρότασή του ή όταν διατυπώνει παρεμπίπτουσες σκέψεις, ξέροντας ότι αυτές θα χρησιμοποιηθούν ως προηγούμενο νομολογιακό ή θα καθοδηγήσουν το νομοθέτη, δεν μπορεί να κάνει τη συνολική εκτίμηση την οποία μπορεί να κάνει μόνον ο νόμος και μάλιστα όχι με την νομική μόνον έννοια του όρου, αλλά με την τεχνοκρατική, τη μελετητική στην οποία αναφέρθηκα προηγουμένως. Όλο αυτό είναι εξαιρετικά δύσκολο.

Εμένα με συγκινούν οι δικαστικές αποφάσεις οι οποίες είναι αντιδημαγωγικές, είναι μη δημοφιλείς και οι οποίες στέλνουν στην κοινωνία το μήνυμα ότι πολλές φορές παρά τα μεγάλα και πολλές φορές αδηφάγα ρεύματα της κοινής γνώμης, που μπορεί να είναι συγκυριακά, να είναι εμπαθή, υπάρχει μία αντίσταση. Στο όνομα του κράτους δικαίου, στο όνομα του ορθολογισμού.

Έχει δώσει τέτοια παραδείγματα πάμπολλες φορές το Συμβούλιο της Επικρατείας και άλλα δικαστήρια. Και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων των Ανθρώπου, αλλά ο εθνικός δικαστής, λόγω και της αρχής της επικουρικότητας, είναι πιο κοντά στην κοινωνία, είναι πιο κοντά στην κοινή γνώμη, είναι πιο κοντά στις αντιδικίες και στις αντιφάσεις του πολιτικού συστήματος. Έχει πολύ μεγάλη σημασία ο δικαστής να εκδίδει μία απόφαση, η οποία αντιστέκεται στον λαϊκισμό. Έχει πολύ μεγάλη σημασία να καθοδηγεί τον νομοθέτη και τη διοίκηση με έναν τρόπο ο οποίος μπορεί να γίνει αντικείμενο πολύ σκληρής κριτικής πολιτικής, είτε από την κυβέρνηση, είτε από την αντιπολίτευση. Έχουμε τώρα τελευταία στο πεδίο του φορολογικού δικαίου πολύ σημαντικές αποφάσεις του ΣτΕ, οι οποίες κάτι σημαίνουν και αντίστοιχα   γίνονται   και σε άλλα δικαστήρια.

Βεβαίως τα προβλήματα σε ξεπερνούν. Είναι πάντοτε μεγαλύτερα απ΄ ό,τι μπορείς να υποθέσεις αρχικά. Επηρεάζεται, λοιπόν, ο δικαστής και από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα πάρα πολύ συχνά.

 

Η Ελληνική ναυτιλία

 

Το ναυτιλιακό κεφάλαιο, για να έρθω στην περίπτωση του κ. Προκοπίου και όσα μας έθεσε δεν είναι κάτι με το οποίο είναι εξοικειωμένη η κοινή γνώμη, δεν είναι εξοικειωμένο το πολιτικό σύστημα, δεν είναι εξοικειωμένη και το δικαστικό σύστημα. Όταν βλέπει ότι παρεμβάλλονται εξωχώριες εταιρείες για παράδειγμα, προκειμένου να αποκτήσεις ακίνητα υπάρχει μία καχυποψία διάχυτη. Άρα αυτό πως αντιμετωπίζεται; Αυτό αντιμετωπίζεται με μία νομοθετική ρύθμιση, η οποία ταξινομεί και μεταχειρίζεται με διαφορετικό τρόπο τα διαφορετικά είδη εταιρειών και τα διαφορετικά είδη πραγματικών ιδιοκτητών, εάν αρθεί το εταιρικό πέπλο.

Αυτό μπορεί να το λύσει με δίκαιο και διαφανή τρόπο η νομοθεσία και μετά ο δικαστής να εφαρμόσει τη νομοθεσία αυτή. Θα μπορούσε το δικαστήριο να καθοδηγήσει το νομοθέτη προς μία κατεύθυνση τέτοια και αν δεν το κάνει ένα εθνικό δικαστήριο, μπορεί να το κάνει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ή σε περίπτωση προδικαστικού ερωτήματος μπορεί να το κάνει το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αυτό το 50% που πρέπει να προκαταβληθεί προφανώς θέτει ζητήματα δικαστικής προστασίας, πρόσβασης στη δικαιοσύνη. Δεν χρειάζεται να είναι πολλά εκατομμύρια αυτό το 50%, μπορεί να είναι μερικές χιλιάδες. Μπορεί να είναι μερικές εκατοντάδες ευρώ και αυτό να παρεμποδίζει έναν πολίτη με μικρά οικονομικά μέσα να ασκήσει το δικαίωμα δικαστικής προστασίας. Το πρόβλημα είναι απολύτως το ίδιο διαρθρωτικά και εκεί πρέπει να βρεθούν λύσεις.  

 

Μπορεί να γίνει η Ελλάδα χώρος υποδοχής επενδύσεων και παροχής νομικών υπηρεσιών;

 

Τώρα, μπορούμε να κάνουμε την Ελλάδα έναν χώρο υποδοχής επενδύσεων και μπορούμε να την κάνουμε και ένα εθνικό brand παροχής νομικών υπηρεσιών, όπως επιχειρεί να κάνει η Κύπρος για παράδειγμα; Η Κύπρος θέλει να γίνει ένα κέντρο διαιτησίας και διαμεσολάβησης αντίστοιχο με το Λονδίνο. Τα μεγάλα δικηγορικά γραφεία τα κυπριακά έχουν μεγάλες φιλοδοξίες. Εάν μπορούμε να λύσουμε το ένα μπορούμε να κάνουμε και το άλλο. Είναι απολύτως ταυτόσημα στην πραγματικότητα τα ζητήματα.

 

Η ποινική μεταχείριση του επιχειρείν

 

Μπορούμε να ξεκινήσουμε από κάπου. Εγώ αν ξεκινούσα από κάπου, θα ξεκινούσα από την οριοθέτηση της ποινικής μεταχείρισης του επιχειρείν σε όλα τα επίπεδα. Αυτό είναι κατά τη γνώμη μου το βασικό. Αυτός είναι ο μοχλός που δημιουργεί τη μεγάλη πίεση. Μετά είναι το φορολογικό, μετά είναι το ασφαλιστικό και μετά είναι το φορολογικό, ο χωρικός σχεδιασμός, όλα τα άλλα τα οποία συνήθως συζητούμε πάρα πολύ. Θα ξεκινούσα αντίστροφα δηλαδή, γιατί βλέπουμε ότι εκεί εντοπίζεται όλο το πρόβλημα. Δεν υπάρχει οικονομική εγκληματικότητα; Βεβαίως υπάρχει, αλλά είναι άλλο πράγμα αυτό και άλλο η ποινική μεταχείριση της επιχειρηματικής δραστηριότητας καθεαυτήν, όταν άνευ ποινικού δόλου δηλαδή, ασκείται αυτή η επιχειρηματική δραστηριότητα.

 

Η θεολογική διάσταση της συζήτησης

 

Η συζήτηση αυτή είναι μια συζήτηση που στην πραγματικότητα γίνεται θεολογική, για να κλείσουμε με κάτι πιο ευχάριστο. Στην πραγματικότητα συγκρούονται οι αντιλήψεις μας για το κέρδος, για τον τόκο, την τοκοφορία, την πρωταρχική συσσώρευση δηλαδή. Ουσιαστικά κάθε κοινωνία έχει μία αρχαϊκή όψη η οποία παραπέμπει στις ιστορικές και θεολογικές καταβολές της. Αλλιώς τα αντιμετωπίζουμε τα θέματα εδώ σε μία κοινωνία με ορθόδοξη παράδοση και βυζαντινό παρελθόν του ανατολικού μεσαίωνα. Αλλιώς τα αντιμετωπίζουμε σε μία χώρα που έχει μία καθολική ή προτεσταντική αντίληψη, αλλιώς στην Ασία, αλλιώς στο μουσουλμανικό κόσμο, ο οποίος καθοδηγείται από μία διαφορετική αντίληψη για το πώς λειτουργεί το τραπεζικό σύστημα, η πίστωση, πως λειτουργεί όλη η οικονομία. Καταβάθος αυτό είναι.

 

Οι αντιδράσεις της κοινωνίας

 

Και βέβαια όταν είσαι σε συνθήκες κρίσης και έχεις χάσει το κεκτημένο σου, είναι δύσκολο να καταλάβεις ότι ήταν μεγάλος ο κόπος να κρατήσεις το 70% και να χάσεις μόνο 30%. Διότι αν δεν γινόταν όλη αυτή η   γιγαντιαία προσπάθεια, θα έχανες το 80% και θα προσπαθούσες να μαζέψεις τα ράκη της χώρας με το 20% του εισοδήματος σου και της αξίας της περιουσίας σου.

Όταν έχει υποστεί αυτό το σοκ μια κοινωνία αδυνατεί να σκεφτεί με τον ορθολογισμό και την ψυχραιμία που απαιτείται. Και σε αυτό πρέπει να αντιστέκονται οι πολιτικοί. Πρέπει να αντιστέκονται οι επιστήμονες, πρέπει να αντιστέκονται οι διανοούμενοι και πρέπει βεβαίως να αντιστέκονται οι δικαστές. Είναι βαρύ το φορτίο, αλλά διαφορετικά δεν θα ορθοποδήσουμε ποτέ. Διότι η ματαιοδοξία, από τη μια μεριά και η μισαλλοδοξία από την άλλη, οδηγούν την κοινωνία σε απόλυτο αδιέξοδο. Εμείς πρέπει αυτό να το αντικαταστήσουμε με έναν αισιόδοξο και δημιουργικό ορθολογισμό. Αυτό είναι το προοδευτικό μήνυμα, αυτό είναι το μεταρρυθμιστικό πρόταγμα της κοινωνίας. Αυτό είναι το στοίχημα που πρέπει να κερδίσουμε. Σας ευχαριστώ θερμότατα όλους.


Εκδήλωση του Κύκλου Ιδεών για την Εθνική Ανασυγκρότηση, σε συνέχεια του συνεδρίου για την «ΕΛΛΑΔΑ ΜΕΤΑ», και σε συνεργασία με τη Συμεών Γ. Τσομώκος Α.Ε., με θέμα: «ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ»

Συζητούν οι:

Κωνσταντίνος Μενουδάκος, Επίτιμος Πρόεδρος του ΣτΕ (διαβάστε την ομιλία, εδώ)
Βασίλης Σκουρής, Πρώην Πρόεδρος του ΔΕΕ          
Ευάγγελος Βενιζέλος, Καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου, πρώην Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης

Γιάννης Ρέτσος, Πρόεδρος του ΣΕΤΕ (διαβάστε την ομιλία, εδώ)
Θεόδωρος Φέσσας, Πρόεδρος του ΣΕΒ (διαβάστε την ομιλία, εδώ)
Γιάννης Χατζηθεοδοσίου, Πρόεδρος του ΕΕΑ (διαβάστε την ομιλία, εδώ)

Συντονίζει η δημοσιογράφος Νίκη Λυμπεράκη 

Για την εκδήλωση αναλυτικά, δείτε εδώ: https://ekyklos.gr/15-16-iouniou-athina-i-ellada-meta-2.html

 

22.11.2017 Ομιλία Ευ. Βενιζέλου: Δικαιοσύνη και Επενδύσεις #ΕλλάδαΜετά from Evangelos Venizelos on Vimeo.


22.11.2017 Δικαιοσύνη και Επενδύσεις (Μερος Β' απαντήσεις) #ElladaMeta from Evangelos Venizelos on Vimeo.