Αθήνα, 29 Ιανουαρίου 2016

Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου του Υπουργείου Οικονομικών
και της τροπολογίας που αφορά τη διαδικασία χορήγησης τηλεοπτικών αδειών.

Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, η συζήτησή μας δε διεξάγεται σε κενό.  Η κατάσταση της χώρας ποια είναι σήμερα;  Η κυβέρνηση έχει χάσει τον έλεγχο σε όλα τα μέτωπα, δεν υπάρχει οικονομική πολιτική, δεν υπάρχει στρατηγική διαπραγμάτευσης, δεν κλείνει η αξιολόγηση, η χώρα απειλείται πάλι με προβλήματα ρευστότητας και χρηματοδότησης. 

Η κοινωνία βρίσκεται αυτή τη στιγμή σε γενικευμένη αναταραχή, το ασφαλιστικό, το αγροτικό είναι ζητήματα, που η κυβέρνηση δεν μπορεί να τα αντιμετωπίσει.  Παρακολουθεί εξελίξεις, τις οποίες δεν μπορεί να ελέγξει.  Δε θεωρείται αξιόπιστος συνομιλητής από την κοινωνία των πολιτών. 

Στο δημοσιονομικό μέτωπο υπάρχει τέτοιο άγχος, ώστε υπάρχει μία διαρκής φορολογική απειλή που αναστατώνει την αγορά, που καθηλώνει τις παραγωγικές δυνάμεις.

Και βέβαια, στο μεγαλύτερο τρέχον πρόβλημα, που είναι η διαχείριση των προσφυγικών και μεταναστευτικών ροών - δηλαδή το ζήτημα της εσωτερικής και εξωτερικής ασφάλειας της χώρας, το ζήτημα της ευρωπαϊκής υπόστασης και ταυτότητας της χώρας, γιατί η συνθήκη Schengen για εμάς συνδέεται και με την τουριστική βιομηχανία της χώρας - υπάρχει ανικανότητα, αναποτελεσματικότητα, αδυναμία διατύπωσης μίας ολοκληρωμένης εθνικής θέσης, στην οποία θα έπρεπε να κληθούμε, να συστρατευθούμε κι εμείς και να βοηθήσουμε.  Γιατί αυτά δεν είναι ζητήματα της κυβέρνησης και του κ. Τσίπρα, είναι ζητήματα που αφορούν την πατρίδα μας, την αξιοπιστία μας, αφορούν την κοινωνία μας, την εθνική αξιοπρέπεια, την ευρωπαϊκή στρατηγική και ταυτότητα της χώρας.

Ενώ λοιπόν η κυβέρνηση βρίσκεται σε μία φάση πια κρίσης νομιμοποίησης και η εξουσία που ασκεί είναι ωμή, δεν έχει αφήγηση, δεν έχει έρεισμα πολιτικό και αξιακό, κάνει την επιλογή να επιτίθεται στους θεσμούς.  Εκεί που πρέπει να διαμορφώσουμε προϋποθέσεις συναίνεσης για να αντιμετωπίσουμε τεράστια θέματα, όπως το προσφυγικό, το ασφαλιστικό, η διαπραγμάτευση με τους εταίρους υπό συνθήκες τρίτου μνημονίου, δηλαδή μνημονίου Τσίπρα, εκεί, αντί να διαμορφώσουμε αυτή την αναγκαία συναίνεση και συστράτευση, δημιουργούμε πρόβλημα δημοκρατίας και κράτους δικαίου.

Το κακό ξεκίνησε από το χώρο της δικαιοσύνης, όπου αυτή τη στιγμή υπάρχει τεράστιο πρόβλημα εσωτερικής ανεξαρτησίας των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών.  Υπάρχουν εντάσεις, υπάρχουν αλληλοκατηγορίες, ανοίγουν διαρκώς διαδικασίες πειθαρχικού ελέγχου, αλλά και ποινικής προδικασίας στο εσωτερικό του δικαστικού σώματος, και υπάρχουν κορυφαία πρόσωπα στην πυραμίδα της δικαστικής ιεραρχίας που διατυπώνουν λόγο πολιτικό, κατά τρόπο πρωτοφανή.  Και υπάρχουν και Υπουργοί της Κυβέρνησης που δε διστάζουν να πουν δημόσια ότι, «ναι, παρακολουθούμε τις εξελίξεις συγκεκριμένων υποθέσεων και είμαστε έτοιμοι να παρέμβουμε επί των εξελίξεων» και αυτό το διατυπώνουν και σε απαντήσεις στο πλαίσιο του κοινοβουλευτικού ελέγχου.

Κατά τη λογική αυτή, έχουμε και την επίθεση στις ανεξάρτητες αρχές.  Οι συνταγματικά προβλεπόμενες ανεξάρτητες αρχές, που έχουν τη μεγαλύτερη θεσμική θωράκιση, πολύ απλά έχουν καταργηθεί, δεν υπάρχουν και είναι αμφίβολο αν θα υπάρξουν σύντομα οι πέντε συνταγματικά προβλεπόμενες αρχές.

Εν τω μεταξύ, έχει διακοπεί η λειτουργία τους στην πράξη.  Το κράτος δικαίου δε λειτουργεί συγκροτημένα και με ακεραιότητα διότι λείπουν βασικοί θεσμικοί πυλώνες, δε λειτουργεί Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, δε λειτουργεί Αρχή Προστασίας του Απορρήτου των Επικοινωνιών, δε λειτουργεί Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, δε λειτουργεί ολοκληρωμένα ο Συνήγορος του Πολίτη και υπολειτουργεί το ΑΣΕΠ.  Το παράδοξο είναι ότι στις συνταγματικά κατοχυρωμένες αρχές η νομοθετική επέμβαση υπήρξε ωμή και συνολική, τις κατήργησε.  Στις ρυθμιστικές αρχές, τις προβλεπόμενες νομοθετικά, αλλά όχι συνταγματικά, τις αρχές τις ρυθμιστικές της αγοράς, οι παρεμβάσεις στέλνουν μηνύματα και στις αρχές και στην αγορά, γιατί η Κυβέρνηση βρίσκεται σε διαρκή συναλλαγή με κύκλους της αγοράς.  Αυτό έγινε στην Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων, γίνεται τώρα στην Επιτροπή Ανταγωνισμού και θα δούμε τί θα γίνει με τη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας και άλλες συναφείς αρχές.

Θα έλεγα, αν έπαιρνα το λόγο στη διαδικασία της ένστασης της αντισυνταγματικότητας, ότι υπάρχει ρητή συνταγματική διάταξη που παραβιάζεται με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις, το άρθρο 28 του Συντάγματος, διότι για όλες αυτές τις ρυθμιστικές αρχές –και σίγουρα για τις τρεις που ανέφερα, την Επιτροπή Ανταγωνισμού, την Επιτροπή Ταχυδρομείων και Τηλεπικοινωνιών, και τη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας– υπάρχει ολοκληρωμένο κανονιστικό πλαίσιο στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού ενωσιακού δικαίου, το οποίο είναι συνταγματικά κατοχυρωμένο μέσω του άρθρου 28 του Συντάγματος.  Υπό την έννοια αυτή, κάθε παραβίαση του Κοινοτικού δικαίου συνιστά παραβίαση του άρθρου 28 του Συντάγματος και θέτει ζήτημα συνταγματικότητας.

Αλλά, ενώ η Βουλή δια πλειοψηφίας απορρίπτει τις ενστάσεις αντισυνταγματικότητας, τα αρμόδια ενωσιακά όργανα δεν είναι τόσο εύκολα.  Θα συνεχίσουν τον έλεγχο και επίσης, εν τέλει, όλα αυτά θα κριθούν δικαστικά.

Τι σημαίνει η νέα πρωτοβουλία του κ. Παππά να φέρει μια διάταξη που λέει σήμερα το απολύτως τίποτα, μία κενή περιεχομένου, λευκή νομοθετική ρύθμιση, ότι ο αριθμός των αδειών θα καθοριστεί δια νόμου.  Μα, αν θέλατε να το φέρετε αυτό σήμερα, ας φέρνατε μια διάταξη που θα έλεγε ότι ο αριθμός των αδειών είναι ο τάδε αριθμός.  Λοιπόν, ποια ήταν η αντισυνταγματική διάταξη;  Η προηγούμενη.  Αυτή που ανέθετε στον Υπουργό με υπουργική απόφαση να ρυθμίσει κανονιστικά ένα ζήτημα τόσο ευαίσθητο συνταγματικά, θεσμικό, για το οποίο δε χωρεί εξουσιοδότηση για έκδοση υπουργικής απόφασης.

Τι θα είναι αντισυνταγματικό;  Θα είναι αντισυνταγματικό να έρθει ο Νομοθέτης και να πει αυθαίρετα έναν μικρό αριθμό αδειών, χωρίς αυτό να απορρέει από τη μελέτη των τεχνικών δεδομένων, έτσι ώστε να εξυπηρετείται η ελευθερία έκφρασης που κατοχυρώνεται και στο άρθρο 15 του Συντάγματος, αλλά και στο άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.  Λέει ο κύριος Βούτσης «Μα υπάρχει μελέτη βιωσιμότητας, τεχνική.  Αν έχεις 400 εργαζόμενους δεν επιβιώνεις λόγω κόστους, άρα θα χρειαστούμε να μειώσουμε τον αριθμό των αδειών».  Ποιος είπε ότι πρέπει να έχεις τέτοιο κόστος; Ο ίδιος ο νόμος.  Έχει δικαίωμα να το πει; Έχει δικαίωμα να εξαρτήσει από την οικονομική δύναμη το δικαίωμα έκφρασης στο ραδιοτηλεοπτικό τοπίο ή στο διαδίκτυο; Όχι, βεβαίως.  Γιατί και το διαδίκτυο, συνταγματικά στο άρθρο 15 εμπίπτει, όπως και η ραδιοτηλεόραση.

Άρα, εδώ βρισκόμαστε στην πραγματικότητα εγκλωβισμένοι σε έναν φαύλο κύκλο, εγκλωβίστηκε η Κυβέρνηση στον δικό της φαύλο κύκλο, γιατί τώρα δεν μπορεί να κάνει τίποτα.  Ούτε τον αριθμό των αδειών θα μπορέσει να προσδιορίσει, διότι ακόμη και ο νόμος αυτός ελέγχεται δικαστικά.  Επειδή είναι νόμος, δεν εκφεύγει του ακυρωτικού ελέγχου του Συμβουλίου της Επικρατείας γιατί υποκρύπτεται διοικητική πράξη, ομολογημένα μάλιστα από τον ίδιο το νόμο ότι υποκαθίσταται διοικητική πράξη, και βεβαίως υπάρχει και ο Ευρωπαϊκός έλεγχος.

Μιλάμε για τεράστια θέματα.  Στην εποχή μας, για να εκφράσεις πολιτικό λόγο ραδιοτηλεοπτικά, πρέπει να έχεις οικονομική ισχύ! Και ποιος έρχεται σ' επαφή με τα συμφέροντα και με τη διαπλοκή;  Αυτός ο οποίος είναι πολιτικό θύμα των μέσων ενημέρωσης, επειδή τα μέσα ενημέρωσης ήταν μαζικά και δυναμικά αντιμνημονιακά τα προηγούμενα χρόνια ή αυτός που έγινε εκ του μηδενός Κυβέρνηση μέσα στο κλίμα της αντιμνημονιακής δημαγωγίας;  Ποιος είναι αυτός που έχει επαφές και συναλλαγές, αυτός που υπερασπίζεται τη νομιμότητα και τη συνταγματικότητα ή αυτός που υπόσχεται άδειες;

Κάνω μία πρόγνωση. Η διαδικασία αυτή των δήθεν αδειών, με βάση το νομοθέτημα της κυβέρνησης Τσίπρα-Καμμένου, δε θα ολοκληρωθεί ποτέ και αν επιδιώξετε την ολοκλήρωσή της αυτό θα είναι το μεγαλύτερο θεσμικό σκάνδαλο και τελικά ο πολιτικός τάφος της Κυβέρνησής σας.  Όχι γιατί υπάρχουν προβλήματα πολιτικού λόγου και πολιτικής αντιδικίας, αλλά γιατί θα δείτε ανάγλυφα να προκύπτουν συμφέροντα, σκληρά, ανεξέλεγκτα, αδιαφανή.  Και τότε θα δούμε ποιος είναι ποιος και τι έχουμε κάνει όλοι μας σε αυτόν τον τόπο…

Και το ίδιο συμβαίνει και σε σχέση με την Επιτροπή Ανταγωνισμού και την τροπολογία του κ. Σταθάκη.  Αντί να ‘ρθει να μας πει αυτά που μας είπε σήμερα ο κ. Σταθάκης, θα έπρεπε να μας πει ποια είναι η τοποθέτησή του σε σχέση με τα όσα είπε ο Πρόεδρος της Επιτροπής Ανταγωνισμού στην τριήμερη ακρόασή του στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας.  Είπε λοιπόν ο Πρόεδρος της Επιτροπής Ανταγωνισμού ότι υφίσταται πίεση από πρωτοβουλίες του Υπουργού μέσω της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου, η οποία έχει τη ροπή να υποκαταστήσει την Επιτροπή Ανταγωνισμού στις αρμοδιότητές της, αυτό είναι το μεγάλο θέμα και αυτό υποκρύπτει η τροπολογία Σταθάκη.

Το ζήτημα δεν είναι τα ασυμβίβαστα, το πειθαρχικό δίκαιο, οι προσβολές της προσωπικότητας κατά της κυρίας Κεραμέως, όταν έχουμε πράγματι Βουλευτές και Υπουργούς, με συζύγους δικαστικούς λειτουργούς ή με συγγενείς δικαστικούς λειτουργούς.  Το πρόβλημα είναι ότι όλα αυτά προετοιμάζουν το έδαφος για μία μεταφορά αρμοδιοτήτων εν τοις πράγμασι από την Επιτροπή Ανταγωνισμού στον Υπουργό δια της αρμόδιας Γενικής Γραμματείας.

Ποιος είναι ο κοινός παρονομαστής;  Ο κοινός παρονομαστής είναι η κρίση των θεσμών, το πρόβλημα της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου ακριβώς επειδή η εξουσία έχει γίνει ωμή, δεν έχει να πει τίποτα μεγαλεπήβολο, δεν έχει να πει τίποτα, το οποίο να είναι γοητευτικό, δεν μπορεί να υποσχεθεί τίποτα, απολογείται για τις ανακολουθίες, τις αντιφάσεις, τη σκληρότητα των μέτρων, την ανικανότητα, την αναποτελεσματικότητα.

Τι νομίζει ότι κάνει;  Ότι ελέγχει τους μηχανισμούς του κράτους και ότι, ελέγχοντας τους μηχανισμούς του κράτους, θα παρατείνει τον βίο της ωμής εξουσίας.  Ματαιοπονείτε.