19 Μαρτίου 2009

Αγόρευση Ευ. Βενιζέλου κατά τη συζήτηση επί της αρχής της πρότασης νόμου αρμοδιότητος Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας: «Αύξηση της απασχόλησης και αντιμετώπιση της ανεργίας».



Κυρίες και κύριοι Βουλευτές, είναι μια καλή και χρήσιμη ευκαιρία σήμερα να συγκρίνουμε δύο διαφορετικές πολιτικές αντιλήψεις για την υπέρβαση της κρίσης και για την αντιμετώπιση του διαρθρωτικού προβλήματος της ελληνικής οικονομίας, που είναι ταυτόχρονα και πρόβλημα διάρθρωσης της ελληνικής κοινωνίας.

Έχουμε την πρόταση νόμου του ΠΑΣΟΚ για την αντιμετώπιση της ανεργίας, για την ενίσχυση της απασχόλησης και για τη στήριξη των νέων ανθρώπων, μια πρόταση νόμου που έχει συγκεκριμένη στόχευση, που αφορά την πιο ευαίσθητη ομάδα ανέργων και μελλοντικών –θέλουμε να ελπίζουμε- εργαζομένων, τους νέους ανθρώπους έως τριάντα ετών, τους ανθρώπους που είναι εγκλωβισμένοι στα προγράμματα «STAGE», τους ανθρώπους που δεν έχουν ούτε καν ιατρικοφαρμακευτική κάλυψη.

Η υπόθεση αυτή έχει μια λογική. Θέλει να ενισχύσει το δικαίωμα στην εργασία, να ενισχύσει τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, που είναι ο μεγάλος εργοδότης και που προσφέρουν το 75% της απασχόλησης, να δώσει δουλειά και ουσιαστικά να δώσει εισόδημα, να ενισχύσει το εισόδημα και άρα, την ενεργό ζήτηση, να τονώσει την αγορά.

Από την άλλη μεριά, έχουμε τις χθεσινές εξαγγελίες της Κυβέρνησης, εξαγγελίες πανικόβλητες, αντιφατικές, την ίδια μέρα που η Βουλή ψήφισε πανηγυρικά την κατάργηση της κατάργησης του αφορολογήτου ορίου των ελευθέρων επαγγελματιών και των επιτηδευματιών, ένα μέτρο που θεωρητικά θα είχε απόδοση 600.000.000 ευρώ και το οποίο ουδέποτε εφαρμόστηκε, γιατί ήταν προκλητικό, αντιαναπτυξιακό, άδικο, ισοπέδωνε δίκαιους και αδίκους και, τελικά, «έκλεινε το μάτι» στη φοροδιαφυγή και την παραοικονομία, γιατί αποδεχόταν την όποια δήλωση εισοδήματος κάνει ο οποιοσδήποτε, είτε πράγματι τα βγάζει με τεράστια δυσκολία τώρα με ένα εισόδημα 8 και 9.000 ευρώ το χρόνο ή αποκρύπτει δεκάδες χιλιάδες ευρώ και κάνει μια εικονική δήλωση, μία δήλωση φοροδιαφυγής. Αρκούσε να δώσει κάποιος το 10% επί των δηλωμένων εισοδημάτων του, για να συμπράξει σ’ αυτήν την πολιτική συνενοχής και υπόθαλψης της παραοικονομίας και της φοροδιαφυγής, που είχε εισηγηθεί στις δυσμές της υπουργικής του θητείας ο κ. Αλογοσκούφης.

Δείτε δύο διαφορετικές προσεγγίσεις. Γιατί τα χθεσινά μέτρα είναι μέτρα που δείχνουν ότι η Κυβέρνηση μετά από τόσους μήνες δεν έχει μάθει τίποτα απ’ όσα έχει υποστεί. Δεν την έχει διαπαιδαγωγήσει ούτε η πολιτική της φθορά ούτε η παντελής διάρρηξη της συνοχής του ίδιου του παραταξιακού της ιστού ούτε η κρίση που καταγράφεται στις δημοσκοπήσεις ούτε η αδυναμία της να διαπραγματευτεί στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η Κυβέρνηση είναι προφανές πως δεν ξέρει τι να κάνει και πως τα μέτρα εξαγγέλλονται, για να ικανοποιήσουν πρόσκαιρες, παροδικές ανάγκες διάρκειας λίγων ημερών ή έστω λίγων εβδομάδων. Εν όψει μιας συνεδρίασης στις Βρυξέλλες εξαγγέλλονται μέτρα τα οποία έχουν τελικά μόνο επικοινωνιακό και δημαγωγικό χαρακτήρα. Προσπαθεί να δημιουργήσει η Κυβέρνηση την εντύπωση ότι επιβαρύνει τους έχοντες και, ως εκ τούτου, λαμβάνει -έστω με καθυστέρηση- μέτρα κοινωνικής δικαιοσύνης και αναδιανομής. Αυτό είναι απολύτως ψευδές.

Δεν αντιλαμβανόμαστε εδώ το μεγάλο ψέμα μέσα στο οποίο κινείται η χώρα; Εδώ απαιτείται πολιτικό θάρρος, προκειμένου να ξεπεράσουμε την κρίση και να αναμορφώσουμε τις σχέσεις ανάμεσα στο πολιτικό σύστημα και στην κοινωνία, ανάμεσα στο κράτος και στην οικονομία.

Είναι δυνατόν να έρχεται η Κυβέρνηση, εν μέσω μιας τέτοιας διεθνούς κρίσης, και να φαίνεται ικανοποιημένη από το γεγονός ότι θα επιβάλει έκτακτη εισφορά στα εισοδήματα άνω των 50.000 ευρώ, όταν διαπιστώνει, από τα στοιχεία του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, ότι στη χώρα μόνο εκατόν είκοσι οκτώ χιλιάδες φορολογούμενοι δηλώνουν εισόδημα άνω των 50.000 ευρώ και ότι στη χώρα υπάρχουν μόνο δεκαοκτώ χιλιάδες φορολογούμενοι που δηλώνουν εισόδημα άνω των 150.000 ευρώ;

Είναι αυτό η πραγματικότητα της οικονομίας; Δεν είναι αυτό η πανηγυρική επιβεβαίωση ότι στο υπόστρωμα όλου του προβλήματος, όλου του διαρθρωτικού και αναπτυξιακού και κοινωνικού προβλήματος της χώρας βρίσκεται αυτή η «φούσκα» του φορολογικού και άρα του δημοσιονομικού ψεύδους;

Το μεγάλο πρόβλημα της χώρας είναι ότι δεν έχουμε κανένα φορολογικό σύστημα, δεν έχουμε φοροεισπρακτικούς μηχανισμούς, δεν έχουμε φορολογική εμπιστοσύνη και κανείς δεν εμπιστεύεται το κράτος γιατί το κράτος είναι αυτό που καθοδηγεί τελικά τη μεγάλη φοροδιαφυγή, τη μεγάλη εισφοροδιαφυγή, που καθοδηγεί τις άτυπες δραστηριότητες, που τις ενθαρρύνει, που τις υποθάλπει.

Αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα της χώρας. Το μεγάλο στοίχημα της χώρας είναι να πούμε όλη την αλήθεια στο λαό, αλλά για να πούμε την αλήθεια στο λαό πρέπει να την έχουμε κατανοήσει και η Κυβέρνηση αδυνατεί και αρνείται να κατανοήσει την αλήθεια. Ακόμα και μετά την τραγική περιπέτεια που έχει ζήσει το τελευταίο εξάμηνο, ακόμα και μετά την αποπομπή του κυρίου Αλογοσκούφη, ακόμα και μετά την απελπισμένη προσπάθεια που έκανε ο κύριος Καραμανλής με τον ανασχηματισμό και με τη διαμόρφωση μιας άλλης ηγετικής ομάδας στο οικονομικό του επιτελείο, ακόμα και μετά τα όσα συμβαίνουν σε άλλες χώρες, η Κυβέρνηση αδυνατεί να αντιληφθεί. Αυτή η Κυβέρνηση δεν εξυπηρετεί το γενικό συμφέρον, δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα των πολιτών. Δεν λέω ότι δεν έχει την πρόθεση να κάνει κάτι. Προφανώς ο κύριος Καραμανλής έχει την πρόθεση να διασωθεί, έχει την πρόθεση να γραφτεί με έναν αν όχι αρνητικό, έστω ουδέτερο τρόπο στην ιστορία λόγω της πρωθυπουργικής του θητείας. Προφανώς δεν μπορούν ούτε αυτός ούτε οι Υπουργοί του να κάνουν τίποτα καλύτερο διότι δεν πιάνουν το ζήτημα στο σκληρό του πυρήνα. Δεν μπορούν «να πιάσουν τον ταύρο από τα κέρατα» και να πουν στους πολίτες ότι πράγματι έχουμε ένα σχέδιο το οποίο βασίζεται στη διαπίστωση της πραγματικότητας και στην εγκατάσταση μιας σχέσης ειλικρίνειας ανάμεσα στο κράτος και τους πολίτες. Αν δεν γίνει αυτό, η χώρα δεν μπορεί να βρει το ρυθμό της, δεν μπορεί να ανορθωθεί. Ο πολίτης καταλαβαίνει όταν έχεις ένα σχέδιο που μπορεί να οδηγήσει σε κάποια αποτελέσματα, στηρίζει μία φορολογική νομοθεσία, μία εθνική συμφωνία φορολογικής εμπιστοσύνης και ειλικρίνειας όταν μπορείς να του την προτείνεις, αλλά αυτό σημαίνει ότι θα του διασφαλίσεις τα εισοδήματά του.

Τώρα η παραοικονομία είναι «μαξιλάρι» και «νάρκη». Είναι «μαξιλάρι» γιατί επιτρέπει σε πολλές κατηγορίες πολιτών να επιβιώσουν εν μέσω κρίσης. Αυτό το «μαξιλάρι» όμως σταδιακά μετατρέπεται σε βάρος, σε «νάρκη». Πρέπει να πείσεις τον πολίτη ότι έχεις ένα σχέδιο, να του διαφυλάξεις τα πραγματικά του εισοδήματα, επίσημα και ανεπίσημα, να τα μετατρέψεις σε διαφανή και επίσημα, να τα εντάξεις όλα αυτά σ’ ένα φορολογικό σύστημα που έχει μία λογική δικαιοσύνης, ανάπτυξης, αναδιανομής για να μπορέσει ο άλλος να το στηρίξει όλο αυτό.

Αυτά μπορούν και πρέπει να γίνουν τώρα. Αυτή είναι και η δική μας υποχρέωση για την οποία έχουμε απόλυτη συνείδηση γιατί μόνο έτσι μπορούμε να εφαρμόσουμε πολιτικές στήριξης του κοινωνικού κράτους, ενίσχυσης της απασχόλησης, ενίσχυσης της δημόσιας εκπαίδευσης και της δημόσιας υγείας, μόνο έτσι μπορούμε να στηρίξουμε το δημόσιο κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα που χρηματοοικονομικά αυτή τη στιγμή δυστυχώς «κρέμεται» πραγματικά από μια κλωστή. Όμως όλο αυτό το τιτάνιο έργο, όλη αυτή η προσπάθεια να σπάσεις το φαύλο κύκλο και να «τετραγωνίσεις» το φαύλο κύκλο θέλει πολιτική βούληση, πολιτική αποφασιστικότητα, πολιτική ειλικρίνεια, κοινωνική ευαισθησία και αίσθηση της βαρύτητας των στιγμών, αίσθηση ευθύνης απέναντι στην κοινωνία και τον τόπο.

Δεν υπάρχει δυστυχώς αυτή η αίσθηση ευθύνης εκ μέρους της Κυβέρνησης. Ο Πρωθυπουργός και η Κυβέρνηση είναι κατώτεροι των περιστάσεων. Δεν μπορούν να σκεφτούν με τον αναγκαίο τρόπο, δεν έχουν αντανακλαστικά, δεν μπορούν να επινοήσουν μέτρα που άλλοι πολιτικοί ηγέτες στον κόσμο επινοούν και προωθούν, έστω και αν αναγκάζονται να τα διορθώσουν, να τα συμπληρώσουν, να τα επανεξετάσουν.
Έχουμε πλήρη συνείδηση της βαρύτητας και της οξύτητας της κρίσης, αλλά έχουμε και πλήρη συνείδηση των αιτίων λόγω των οποίων η κρίση στην Ελλάδα διογκώνεται.

Μια παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση μετατρέπεται σε κρίση ηθική, σε κρίση πολιτική, σε κρίση ανασφάλειας, σε κρίση δημοσιονομική, που δεν υπάρχει σε άλλες χώρες, σε κρίση του ίδιου του μοντέλου παραγωγής και ανάπτυξης της χώρας.

Άρα πώς μπορούμε να τα κάνουμε όλα αυτά; Πώς μπορούμε να ενισχύσουμε το εισόδημα, να μειώσουμε την ανεργία, να βοηθήσουμε τις ευπαθείς κοινωνικές ομάδες και ταυτόχρονα να στηρίξουμε τις επιχειρήσεις, να βοηθήσουμε την πραγματική οικονομία, μέσα από ένα σύνθετο πλέγμα μέτρων; Και αυτά είναι εφικτά.

Ένα μόνο παράδειγμα θα πω, κυρία Πρόεδρε, με την ανοχή σας. Το πακέτο των 28.000.000.000 ευρώ είναι ένα πακέτο χρηματοοικονομικό που δεν επηρεάζει το έλλειμμα. Έχει την ευχέρεια η Κυβέρνηση να δώσει το πακέτο αυτό, που είναι σχετικά μικρό για τα ευρωπαϊκά δεδομένα, γιατί αντιστοιχεί μόλις στο 11% του ΑΕΠ όταν τα αντίστοιχα πακέτα άλλων χωρών υπερβαίνουν το 20% του ΑΕΠ. Με αυτό το πακέτο όμως αν είχαν προβλεφθεί οι σωστές ρυθμίσεις στο νόμο, θα μπορούσες να έχεις ενισχύσει τις επιχειρήσεις, την απασχόληση, τη σίτιση, το εισόδημα, τον κύκλο της πραγματικής οικονομίας, χωρίς να έχει πρόβλημα δημοσιονομικού ελλείμματος και χωρίς να έχεις πρόβλημα επιβάρυνσης του δημοσίου χρέους, χωρίς δηλαδή να προσκρούεις στους φραγμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Συμφώνου Σταθερότητας. Υπάρχουν δυνατότητες τέτοιες, αλλά οι δυνατότητες αυτές θέλουν να έχεις μια γνώση, μια διαχειριστική ικανότητα, μια ευαισθησία και μια ικανότητα να κινείσαι σε πανευρωπαϊκό επίπεδο συνδιαμορφώνοντας νέους συσχετισμούς. Νέους συσχετισμούς αντιλήψεων και πρακτικών.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, αυτή είναι λοιπόν η σύγκριση ανάμεσα σε δύο φιλοσοφίες, σε δύο πρακτικές, σε δύο προοπτικές. Ο πολίτης την κάνει και επιλέγει. Κάτι περιμένει να του πούμε. Και πρέπει να του πούμε όλη την αλήθεια για να στηρίξει την προσπάθειά μας να υπερβούμε την κρίση και να αλλάξουμε το παραγωγικό μοντέλο της χώρας.

Tags: Εργασιακές Σχέσεις | Ανάσχεση της ανεργίας