17 Οκτωβρίου 2007


I. Οι προϋποθέσεις της δημόσιας συζήτησης για το μέλλον του ασφαλιστικού συστήματος: Ας διαμορφώσουμε εμείς την ατζέντα


1. Η κυβέρνηση άρχισε τη νέα θητεία της όπως έκλεισε την προηγούμενη: Τροφοδοτεί καθημερινά μία συστηματική και σκόπιμη κινδυνολογία γύρω από το ασφαλιστικό: Η τρομοκράτηση συνταξιούχων και εργαζομένων έχει ως στόχο να κάμψει τα αντανακλαστικά της κοινωνίας και να επιβάλλει ως δήθεν αυτονόητη τη θέση ότι χωρίς περιορισμό των ασφαλιστικών δικαιωμάτων, χωρίς μείωση των συντάξεων και αύξηση των νομοθετημένων ορίων ηλικίας δεν υπάρχει βιώσιμη λύση στο ασφαλιστικό. Ενώ όμως κινδυνολογεί, η κυβέρνηση:

α) αρνείται να εκτελέσει τις νομοθετημένες υποχρεώσεις του κράτους έναντι του ΙΚΑ και των άλλων ασφαλιστικών ταμείων, αρνείται δηλαδή να καταβάλλει στο ΙΚΑ επιχορήγηση ίση με το 1% του ΑΕΠ το χρόνο

β) δεν προβλέπει την καταβολή των αναγκαίων κονδυλίων μέσω του προϋπολογισμού του 2008

γ) υπονομεύει την μεσοπρόθεσμη αντοχή του συστήματος, επιβαρύνοντας τα ειδικά ταμεία, όπως το ΤΑΠ –ΟΤΕ και σε τελική ανάλυση το ίδιο το ΙΚΑ, προκειμένου να ενισχύσει τον ΟΤΕ, τις τράπεζες ή άλλες επιχειρήσεις.

2. Βάση της οργανωμένης κινδυνολογίας της κυβέρνησης είναι το περιβόητο, αλλά ουσιαστικά ανύπαρκτο σκιάχτρο του λεγόμενου «αναλογιστικού ελλείμματος» των 120 και πλέον δις ευρώ! Επικαλούνται δηλαδή ένα θεωρητικό ποσό που προκύπτει αν όλοι μαζί οι συνταξιούχοι των επομένων τριάντα ετών εμφανιστούν την ίδια στιγμή στο ταμείο για να εισπράξουν μαζεμένες τις συντάξεις τους τριάντα και πλέον ετών!!

3. Απέναντι σε αυτήν την ακραία συντηρητική και αδιέξοδη άποψη που θεωρεί το ασφαλιστικό ένα εσωτερικό ζήτημα των ασφαλισμένων οι οποίοι καλούνται να σηκώσουν το βάρος των αναγκαίων «μεταρρυθμίσεων», αντιτάσσουμε μία ολοκληρωμένη και υπεύθυνη πρόταση τόσο για τη διαδικασία του διαλόγου όσο και για την ουσία του ασφαλιστικού ζητήματος. Υπάρχουν εφαρμόσιμες, προοδευτικές και κοινωνικά δίκαιες λύσεις για το ασφαλιστικό. Λύσεις χωρίς μείωση των συντάξεων και αύξηση των νομοθετημένων ορίων ηλικίας. Αυτές παρουσιάζουμε.

4. Η πρόταση μας είναι, μετά τη 12η Νοεμβρίου, το ΠΑΣΟΚ, ως Αξιωματική Αντιπολίτευση, να αναλάβει το ίδιο την πρωτοβουλία του κοινωνικού διαλόγου για το ασφαλιστικό. Να δείξει ότι υπάρχει λύση. Να δείξει ότι ο διάλογος αυτός είναι εφικτός όταν υπάρχει μία κυβέρνηση ικανή να τον εγγυηθεί. Μία κυβέρνηση που προσεγγίζει το ασφαλιστικό από τη σκοπιά του γενικού συμφέροντος του Ελληνικού λαού. Από τη σκοπιά της κοινωνικής δικαιοσύνης και συνοχής, αλλά και από τη σκοπιά ενός ολοκληρωμένου μοντέλου ανάπτυξης της χώρας. Να δείξει ότι διαθέτει ολοκληρωμένες, επεξεργασμένες, υπεύθυνες και εφαρμόσιμες προτάσεις.

5. Το ασφαλιστικό ζήτημα είναι άμεσα συναρτημένο με το πρόβλημα της ανάπτυξης, της απασχόλησης, του φορολογικού συστήματος, του εθνικού συστήματος υγείας, των πολιτικών καταπολέμησης της φτώχειας και τη συνολική κατάσταση του κοινωνικού κράτους που λειτουργεί όχι μόνο ρυθμιστικά και παροχικά, αλλά κυρίως αναδιανεμητικά. Το ασφαλιστικό ζήτημα είναι σε τελική ανάλυση ζήτημα χρηματοδότησης του σε μακροπρόθεσμη βάση και άρα ζήτημα κατανομής του κόστους. Το κόστος αυτό πρέπει να κατανεμηθεί δίκαια ανάμεσα στους εργοδότες, τους εργαζόμενους και το κράτος, τα έσοδα του οποίου προέρχονται ούτως ή άλλως από την λειτουργία του φορολογικού συστήματος και άρα από τους πολίτες που επιβαρύνονται κυρίως μέσω της έμμεσης φορολογίας.

6. Μια κοινωνικά και πολιτικά υπεύθυνη προσέγγιση του ασφαλιστικού ζητήματος βασίζεται σε συγκεκριμένα, δημογραφικά, μακροοικονομικά και αναλογιστικά στοιχεία ατομικά για κάθε ασφαλισμένο και συνταξιούχο και τις αντίστοιχες προβολές και όχι σε γενικολογίες. Η θεωρία ότι το ασφαλιστικό ζήτημα πρέπει να λυθεί με ανακατανομές και μειώσεις δικαιωμάτων στο εσωτερικό των εργαζομένων και των συνταξιούχων ως στενά δικό τους πρόβλημα είναι δημοκρατικά απαράδεκτη, κοινωνικά προκλητική και αναπτυξιακά εσφαλμένη.

7. Η βιωσιμότητα του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης δεν μπορεί να κρίνεται μόνον δημοσιονομικά. Πρέπει να αντιμετωπίζεται προεχόντως ως κοινωνικό ζήτημα, δηλαδή ως ζήτημα κοινωνικής συνοχής και αλληλεγγύης. Η συντηρητική αντίληψη θέτει σε κίνδυνο τον ίδιο τον κοινωνικό ιστό. Μια διαλυμένη κοινωνία είναι όμως μία ανασφαλής και αντιπαραγωγική κοινωνία.

8. Λόγω της υστέρησης άλλων κρίσιμων όψεων του κοινωνικού κράτους, η κοινωνική ασφάλιση συνιστά στην Ελλάδα ουσιαστικά τον κορμό του συνόλου της κοινωνικής πολιτικής και υποκαθιστά άλλές ανύπαρκτες ή ατελείς παροχές με τη μορφή επιδομάτων ή υπηρεσιών. Τα συγκριτικά στοιχεία και η μελέτη συστημάτων, που εφαρμόζονται σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, είναι πάντοτε μια κρίσιμη και ενδιαφέρουσα παράμετρος της σχετικής συζήτησης. Αυτό όμως δεν πρέπει να μας κάνει να παραβλέπουμε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ελληνικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης. Αυτά είναι ιδίως :

α) Ο συγκριτικά πολύ μεγάλος αριθμός αυτοαπασχολουμένων

β) Ο συγκριτικά πολύ μεγάλος αριθμός αγροτών

γ) Ο συγκριτικά πολύ μεγάλος αριθμός αυτοαπασχολούμενων και μισθωτών χωρίς ασφάλιση και

δ) ο συγκριτικά μεγάλος αριθμός μεταναστών σε σχέση με το συνολικό ενεργό πληθυσμό.

9. Κάθε προσέγγιση του ασφαλιστικού πρέπει να ελέγχεται όχι μόνο στενά αναλογιστικά και δημοσιονομικά, αλλά και σε σχέση με την πολιτική απασχόλησης και σε σχέση με την εθνική ανταγωνιστικότητα. Αυτό σημαίνει ότι μια συζήτηση για το ασφαλιστικό χωρίς ευρύτερη συζήτηση για το μοντέλο ανάπτυξης και τις πολιτικές απασχόλησης είναι τυφλή.

10. Προτείνουμε συνεπώς την ουσιαστική σύνδεση της συζήτησης για το ασφαλιστικό με την αναγκαία συζήτηση για το μοντέλο ανάπτυξης της χώρας, τις ολοκληρωμένες πολιτικές απασχόλησης και την εφαρμογή του εθνικού σχεδίου δράσης κατά της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού.

ΙΙ. Το πλαίσιο ενός ουσιαστικού και υπεύθυνου διαλόγου

Ένας σοβαρός και υπεύθυνος διάλογος για τη μακροπρόθεσμη αντοχή και βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος, προϋποθέτει:

  • Πρώτον, να τηρούνται οι υφιστάμενες και νομοθετημένες (ιδίως με τους νόμους 3029/2002 και 3232/2004) υποχρεώσεις του κράτους έναντι του ΙΚΑ και των άλλων ασφαλιστικών ταμείων με την εγγραφή των σχετικών κονδυλίων στον Κρατικό Προϋπολογισμό και την έγκαιρη καταβολή τους (1% του ΑΕΠ το χρόνο στο ΙΚΑ κ.ο.κ.).
  • Δεύτερον, να εφαρμόζεται με συνέπεια, χωρίς σκόπιμες υπονομεύσεις, η ισχύουσα ασφαλιστική νομοθεσία και κυρίως να εφαρμόζονται με συστηματικό τρόπο όλα τα μέτρα οργανωτικής, διοικητικής και διαχειριστικής βελτίωσης του ασφαλιστικού συστήματος. Είναι απαράδεκτο από τη μία η κυβέρνηση να αδρανεί ως προς τα θέματα αυτά και από την άλλη να κόπτεται δήθεν για την βιωσιμότητα του συστήματος.
  • Τρίτον, να ενεργοποιηθεί με εγγυήσεις όμως ανεξαρτησίας και διαφάνειας η Εθνική Αναλογιστική Αρχή και να εκπονηθούν, με βάση επικαιροποιημένα και αξιόπιστα στοιχεία, οι αναγκαίες κυλιόμενες αναλογιστικές μελέτες χωρίς τις οποίες δεν μπορεί να διεξαχθεί σοβαρή και υπεύθυνη συζήτηση.
  • Τέταρτον, να παύσουν οι συστηματικές ενέργειες σκόπιμης επιβάρυνσης και άρα υπονόμευσης του ΙΚΑ ή άλλων ταμείων όπως το ΤΑΠ-ΟΤΕ, προκειμένου να διευκολυνθεί η εξυγίανση και η κερδοφορία επιχειρήσεων σε πολλές από τις οποίες το κράτος δεν μετέχει ούτε καν ως μέτοχος της μειοψηφίας. Οι άμεσες ή έμμεσες κρατικές ενισχύσεις προς επιχειρήσεις, εφόσον αυτές είναι θεμιτές κατά το κοινοτικό δίκαιο, δεν πρέπει να γίνονται σε βάρος της αντοχής και της βιωσιμότητας του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος. Άρα το βάρος έκτακτων μέτρων όπως τυχόν «εθελούσιες έξοδοι», δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να μετακυλίεται στο κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα. Το βάρος αυτό πρέπει να το φέρουν οι ίδιες οι επιχειρήσεις ή ο κρατικός προϋπολογισμός, εφόσον αυτό δικαιολογείται κοινωνικά και αναπτυξιακά.
  • Πέμπτον, να καταστεί η αρμόδια Διαρκής Επιτροπή της Βουλής το επίκεντρο του υπεύθυνου πολιτικού και κοινοβουλευτικού διαλόγου για το ασφαλιστικό. Η Εθνική Αναλογιστική Αρχή, η ΟΚΕ, η Επιτροπή για τα ΒΑΕ μπορούν και πρέπει να λειτουργούν με συνεχή αναφορά στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής όπου η κυβέρνηση και τα κόμματα εκφράζονται υπεύθυνα και δεσμευτικά, όπως επιβάλλει το δημοκρατικό και κοινοβουλευτικό μας πολίτευμα.
  • Έκτον, να αναγνωριστεί από το κράτος που έχει την ευθύνη για την κοινωνική ασφάλιση, ο κρίσιμος ρόλος των κοινωνικών εταίρων, ο διάλογος των οποίων πρέπει να ενθαρρύνεται και να υποστηρίζεται και όχι να υπονομεύεται με μονομερείς, ταξικού χαρακτήρα, πρωτοβουλίες της κυβέρνησης που εκπέμπουν εσφαλμένα μηνύματα προς την πλευρά της εργοδοσίας.
  • Έβδομον, να σταματήσει αμέσως η ακατάσχετη και σκόπιμη κινδυνολογία γύρω από τα ασφαλιστικά δικαιώματα (π.χ. των γυναικών που εργάζονται στο δημόσιο και είναι μητέρες ανήλικων παιδιών) που δημιουργεί κύματα φυγής και πρόωρης συνταξιοδότησης επιβαρύνοντας το δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία.

ΙΙΙ. Θέσεις για τα βασικά χαρακτηριστικά του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης

1.    Θεμελιώδης δέσμευση μας είναι ένα δημόσιο, καθολικό και διανεμητικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης που βασίζεται σε τριμερή χρηματοδότηση (για τους μισθωτούς και διμερή για τους αυτοαπασχολούμενους) και παρέχει κύρια και επικουρική ασφάλιση και σύνταξη. Το κράτος εγγυάται όλες τις συντάξεις.

2.    Ένα τέτοιο σύστημα λειτουργεί δίκαια όταν σέβεται τον κόπο του εργαζόμενου και τις εισφορές του. Κάθε ημέρα εργασίας και ασφάλισης έχει την αξία της τόσο για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος όσο και για τον καθορισμό της σύνταξης. Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να αγνοεί ή να «υπεξαιρεί» έμμεσα τις εισφορές κάθε εργαζόμενου. Αυτό αφορά εξίσου το δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, την ασφάλιση στο ίδιο ταμείο ή τη διαδοχική ασφάλιση.

3.    Η κυβέρνηση παίζει εις βάρος των ασφαλισμένων με την έννοια της «εθνικής σύνταξης». Ο κ. Καραμανλής εννοεί ως «εθνική σύνταξη» μία ελάχιστη σύνταξη που καλύπτει το κράτος έτσι ώστε να απαλλάσσεται από όλες τις άλλες υποχρεώσεις του απέναντι στους ασφαλισμένους και τα ασφαλιστικά ταμεία. Για εμάς σημασία έχει η κρατικά εγγυημένη σύνταξη με βάση τα δικαιώματα που θεμελιώνει ο καθένας στο πλαίσιο του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης και της σχετικής νομοθεσίας. Είναι άλλωστε δεδομένη και ισχύει εδώ και πολλά χρόνια στη χώρα μας η κατώτατη σύνταξη σε όλα τα ταμεία όπως και η σύνταξη του ανασφάλιστου υπερήλικα.

4.    Είναι επείγουσα ανάγκη η αναμόρφωση και η προσαρμογή των παγίων κριτηρίων χορήγησης του ΕΚΑΣ, ώστε όχι μόνο να μην αποκλείονται από αυτό, με γραφειοκρατική λογική, συνταξιούχοι που το έχουν ανάγκη, επειδή αλλάζουν τυπικά κλίμακα με αποτέλεσμα να μειώνεται συνολικά το εισόδημά τους, αλλά και να διπλασιαστούν οι δικαιούχοι για να ενισχυθεί ο μεγαλύτερος δυνατός αριθμός χαμηλοσυνταξιούχων που δεν έχουν άλλα εισοδήματα.

5.    Κρίσιμη είναι η συμβολή της επαγγελματικής ασφάλισης που βασίζεται στη συμφωνία και τη χρηματοδότηση των κοινωνικών εταίρων και η ανάπτυξη της οποίας- ως συμπληρωματικό μέτρο – πρέπει να ενθαρρυνθεί με διάφορα κίνητρα από την πολιτεία.

6.    Το ασφαλιστικό σύστημα σε μία κοινωνία, με τα δημογραφικά χαρακτηριστικά της ελληνικής, είναι προφανές ότι απαιτεί για τη χρηματοδότηση του ποσά που ως ποσοστά του ΑΕΠ θα βαίνουν αυξανόμενα. Στόχος συνεπώς είναι αφενός μεν η ορθολογική συγκρότηση και διαχείριση του συστήματος, αφετέρου δε η δυνατότητα ενίσχυσης της αυτοχρηματοδότησής του, με δεδομένη την νομοθετημένη κρατική συμμετοχή.

7. Το ελληνικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης έχει ούτως ή άλλως μεγάλα περιθώρια οργανωτικής και διαχειριστικής εκλογίκευσης. Αυτό είναι το πρώτο που πρέπει να επιτευχθεί καθώς δεν αφορά τις ουσιαστικές παραμέτρους του συνταξιοδοτικού συστήματος, αλλά αυτή καθεαυτή την οργανωτική και διαχειριστική του βελτίωση (διαδικασίες ενοποίησης ταμείων κύριας ασφάλισης και ομαδοποίηση των ταμείων επικουρικής ασφάλισης, μηχανοργάνωση, απλούστευση και επιτάχυνση διαδικασιών κ.ο.κ.).

8. Πέρα από τις μακροοικονομικές και δημοσιονομικές όψεις του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, σημασία έχει ο βαθμός ικανοποίησης των ασφαλισμένων και των συνταξιούχων από τις υπηρεσίες που τους παρέχονται, ανεξάρτητα από το ύψος των συντάξεων. Από αυτή την οπτική γωνία η υστέρηση του ελληνικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης είναι πολύ μεγάλη και πρέπει να καλυφθεί με άμεσα μέτρα διοικητικού, οργανωτικού και διοικητικού χαρακτήρα.

9.    Οι βασικές παράμετροι του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης (α) νομοθετημένα όρια ηλικίας, β) διάρκεια ασφάλισης για τη θεμελίωση δικαιώματος, γ) ποσοστό αναπλήρωσης, δ) προϋποθέσεις πρόωρης συνταξιοδότησης, ε) ύψος εισφορών, στ) κρατική συμμετοχή), όπως έχουν διαμορφωθεί, πρέπει να θεωρούνται δεδομένες και σταθερές στο πλαίσιο της σχέσης εμπιστοσύνης κράτους και πολίτη που είναι θεμέλιο του κοινωνικού κράτους δικαίου. Ιδιαίτερη, βέβαια, σημασία έχει η συνεπής εφαρμογή των νομοθετημένων παραμέτρων, σε συνδυασμό με τους διαρθρωτικούς στόχους της αύξησης της απασχόλησης, δηλαδή του αριθμού των ασφαλισμένων και της αποτελεσματικής πάταξης της εισφοροδιαφυγής. Στόχος δεν μπορεί να είναι μια κοινωνία χαμηλόμισθων και χαμηλοσυνταξιούχων. Στόχος είναι πάντα μια κοινωνία αξιοπρέπειας και δικαιοσύνης για όλους.

10.    Θεμελιώδης διαρθρωτικός στόχος για την μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του συστήματος είναι η αύξηση της απασχόλησης και άρα του συνολικού αριθμού των ασφαλισμένων μέσα σε μία αγορά εργασίας που λειτουργεί με νόμιμο και διαφανή τρόπο και παράγει το μεγαλύτερο δυνατό αριθμό θέσεων εργασίας υψηλής ποιότητας. Ο στόχος της πλήρους απασχόλησης είναι από την άποψη αυτή συνυφασμένος με τη βιωσιμότητα και τη διανεμητική λειτουργία του συνταξιοδοτικού συστήματος.

11. Το πιο σημαντικό διαρθρωτικό μέτρο για την μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του συστήματος είναι συνεπώς η δραστική και οριστική μείωση της εισφοροδιαφυγής που σε συσχετισμό με το ομόλογο φαινόμενο της αδήλωτης εργασίας αλλοιώνει όλα τα μεγέθη του ελληνικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης. Στόχος είναι να καλυφθούν έτσι δύο διαρθρωτικά μειονεκτήματα του ελληνικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης: Πρώτον, ο αδικαιολόγητα μεγάλος αριθμός χαμηλοσυνταξιούχων, που θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα με τον ελάχιστο ασφαλιστικό βίο, επειδή είναι προφανές ότι στον υπόλοιπο εργασιακό τους βίο ήταν ανασφάλιστοι. Και δεύτερον, η εκτεταμένη εισφοροδιαφυγή λόγω αδυναμίας λειτουργίας των ελεγκτικών και εισπρακτικών μηχανισμών των ασφαλιστικών ταμείων.

IV. Πρόσθετα θεσμικά μέτρα

Στο πλαίσιο αυτών των βασικών χαρακτηριστικών του ελληνικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης προτείνουμε να ληφθούν κατά προτεραιότητα, πέραν των προηγούμενων, και τα ακόλουθα πρόσθετα θεσμικά μέτρα:

1.    Η ειλικρινής, ορθή και δίκαιη απεικόνιση των αναλογιστικών και οικονομικών δεδομένων του ελληνικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης με τον άμεσο λογιστικό διαχωρισμό των κατά κυριολεξία διανεμητικών πλευρών του συστήματος από τις κατά κυριολεξία προνοιακές (π.χ. αγροτικές συντάξεις παλαιού τύπου, ΕΚΑΣ, ελάχιστη σύνταξη ανασφάλιστου υπερήλικα, κατώτερες συντάξεις στο μέτρο που δεν δικαιολογούνται από τα διανεμητικά δεδομένα κ.ο.κ.). Οι προνοιακές αυτές παροχές πρέπει να βαρύνουν απευθείας τον κρατικό προϋπολογισμό και την κοινωνική πολιτική του κράτους- όπως συμβαίνει στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες- και όχι τα ασφαλιστικά ταμεία. Αυτό επιτρέπει την ορθότερη συγκριτική αξιολόγηση του ελληνικού και των άλλων ευρωπαϊκών συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης, ενώ μας επιτρέπει να εστιάσουμε την προσοχή μας στα προβλήματα του συνταξιοδοτικού συστήματος και όχι στην υποκατάσταση άλλων μορφών κοινωνικής πολιτικής από το συνταξιοδοτικό σύστημα. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τα περίπου 9 δις. ευρώ της κρατικής επιχορήγησης προς τα ασφαλιστικά ταμεία, τα 4,8 δις ευρώ (δηλαδή πέραν του 50%) αντιστοιχούν σε παροχές προνοιακού χαρακτήρα. Ως ποσοστό του ΑΕΠ, συνεπώς, οι δαπάνες του κρατικού προϋπολογισμού για την κοινωνική ασφάλιση δεν είναι το 5% αλλά το 2,4% περίπου. Στις προνοιακές πολιτικές που πρέπει να χρηματοδοτούνται αυτοτελώς από ένα σύγχρονο και ολοκληρωμένο κοινωνικό κράτος, περιλαμβάνονται και οι παθητικές πολιτικές αντιμετώπισης της ανεργίας (π.χ. το καθεστώς εργαζομένων που βρίσκονται κοντά στις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης και έχουν αδυναμία απασχόλησης λόγω ιδιαίτερα δυσμενών τοπικών ή κλαδικών συνθηκών).

2.    Στο πλαίσιο αυτό, καίρια σημασία έχει η στοχευμένη επέμβαση για την αντιμετώπιση του φαινομένου της φτώχειας στον χώρο των χαμηλοσυνταξιούχων που δεν έχουν άλλα πραγματικά εισοδήματα, με στόχο την διασφάλιση για κάθε συνταξιούχο και το νοικοκυριό του ενός εγγυημένου επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης. Κατά την ίδια λογική επείγουν στοχευμένες επεμβάσεις για να αντιμετωπιστούν οι περιπτώσεις εκείνες στις οποίες η χαμηλή ή η περιορισμένη σύνταξη ενός μέλους της οικογένειας καλύπτει ανάγκες διαβίωσης άλλων μελών του νοικοκυριού που βρίσκονται σε κατάσταση ανεργίας ή αεργίας ή τα χαμηλά εισοδήματα εργαζομένων μελών του νοικοκυριού. Ανάλογες στοχευμένες παρεμβάσεις είναι αναγκαίες, κυρίως, για τους μοναχικούς υπερήλικες, τους αναπήρους κ.ο.κ. Η προγραμματική δέσμευση του ΠΑΣΟΚ για κατώτατη σύνταξη του ΟΓΑ και σύνταξη ανασφάλιστου υπερήλικα ύψους 550 ευρώ (και 950 ευρώ για το ζευγάρι) εντάσσεται σε αυτήν την λογική του ελαχίστου εγγυημένου εισοδήματος και της καταπολέμησης της φτώχειας.

3.    Η όσο γίνεται επωφελέστερη, ασφαλέστερη και διαφανέστερη αξιοποίηση και διαχείριση των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων, με τις πλέον σύγχρονες χρηματοοικονομικές μεθόδους, αρχής γενομένης από τα επικουρικά, με στόχο τις όσο γίνεται καλύτερες αποδόσεις τους, με δεδομένες τις υποχρεώσεις και τις ευθύνες του κράτους για την κανονική καταβολή των συντάξεων. Το σκάνδαλο των ομολόγων δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται μόνο συγκυριακά. Είναι η κορυφή ενός παγόβουνου που πρέπει να αντιμετωπιστεί με ριζικά μέτρα εκλογίκευσης και διαφάνειας στη διαχείριση των αποθεματικών των ταμείων.

4.    Ένα νέο εθνικό αποθεματικό κοινωνικής αλληλεγγύης σχηματίζεται (κυρίως από τα μη φορολογικά έσοδα του κράτους), «κλειδώνει» και αξιοποιείται χρηματοοικονομικά για την μακροπρόθεσμη στήριξη του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος.

5.    Το πρώτο όμως μέτρο είναι η ριζική αλλαγή του τρόπου είσπραξης των εισφορών μέσω της ενοποίησης των μηχανισμών ελέγχου και της διαρκούς διασταύρωσης των στοιχείων με τους μηχανισμούς του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών (ΚΕΠΥΟ). Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση των εσόδων, αλλά και τη μείωση του κόστους διαχείρισης και λειτουργίας των ασφαλιστικών ταμείων, ενώ προετοιμάζεται έτσι το έδαφος για ένα υπολογισμό του ύψους των εισφορών πολύ πιο κοντά στα σημερινά δεδομένα της παραγωγικής βάσης της οικονομίας. Αυτό θα επιτρέψει να αντιμετωπισθεί η διαρθρωτική ανισότητα που υπάρχει μεταξύ αφενός μεν των επιχειρήσεων έντασης εργασίας αφετέρου δε των επιχειρήσεων έντασης κεφαλαίου, με στόχο την ενίσχυση της απασχόλησης.

6.    Εξίσου σημαντική είναι η δραστική αποθάρρυνση της αδήλωτης εργασίας και άρα της εισφοροδιαφυγής και της εισφοροαποφυγής, με ισχυρά συνταξιοδοτικά και φορολογικά κίνητρα προς τους ασφαλισμένους προκειμένου αυτοί να έχουν μακρύτερο ασφαλιστικό βίο και να μην αρκούνται στις κατώτατες συντάξεις ούτε να συμβιβάζονται με τη μοίρα του χαμηλοσυνταξιούχου.

7.    Αναγκαίο μέτρο είναι η σύνδεση των κλάδων Υγείας των Ταμείων με τις δομές της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και το ολοκληρωμένο ΕΣΥ έτσι ώστε να επιτευχθεί η ορθολογική και αποτελεσματική διαχείριση των δαπανών υγείας των ασφαλιστικών ταμείων προς όφελος των ασφαλισμένων. Στόχος είναι βέβαια να βελτιωθούν και όχι να υποβαθμιστούν όλες οι υπηρεσίες υγείας. Κανείς ασφαλισμένος δεν θα δει τις υπηρεσίες που του παρέχονται να μειώνονται ή να υπάγονται σε γραφειοκρατικές διαδικασίες. Η καλύτερη ποιότητα υπηρεσιών υγείας, ο σεβασμός στον ασφαλισμένο, τον συνταξιούχο και την οικογένεια του, η κατάργηση κάθε ταλαιπωρίας είναι δικαίωμα του πολίτη και υποχρέωση του κράτους.

8.    Στο πλαίσιο των προβλέψεων των νόμων 3029/2002 και 3232/2003 είναι αναγκαίο να ολοκληρώσει χωρίς πολιτικές σκοπιμότητες το έργο της η Επιτροπή για την επαναξιολόγηση του καταλόγου των βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων για τους νεοεισερχόμενους. Η επαναξιολόγηση αυτή πρέπει να ολοκληρωθεί με βάση τις σημερινές αντιλήψεις για την υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων, τις εξελίξεις στην τεχνολογία και τα νέα αντικείμενα απασχόλησης που έχουν εμφανιστεί.

9.    Στο ίδιο πλαίσιο πρέπει να σταματήσει οριστικά η επαναλαμβανόμενη κατά διαστήματα σκανδαλολογική αμφισβήτηση των αναπηρικών συντάξεων, που προσβάλλει τους πραγματικά αναπήρους και θέτει σε συνολική αμφισβήτηση την επάρκεια του συνταξιοδοτικού μας συστήματος. Ο σαφής καθορισμός των δικαιούχων αναπηρικής σύνταξής και ο διακανονισμός της σύνταξης αυτής σε επίπεδα επαρκή για την αξιοπρεπή διαβίωση των πιστοποιημένων αναπήρων συνιστά απόλυτη προτεραιότητα και πρέπει να γίνει υπό τον έλεγχο της αρμόδιας διαρκούς επιτροπής της Βουλής. Η πλήρης «αντικειμενικοποίηση» των κριτηρίων και η ενοποίηση των σχετικών διαδικασιών για όλα τα ταμεία είναι ένα πρώτο αναγκαίο μέτρο προς την κατεύθυνση αυτή.

***

Η πρόταση μας αυτή είναι ανοικτή στον διάλογο προκειμένου να οριστικοποιηθεί και να κατατεθεί στην Εθνική Συνδιάσκεψη του ΠΑΣΟΚ. Απευθύνεται σε όλη την ελληνική κοινωνία, σε όλες τις Ελληνίδες και όλους του Έλληνες που ενδιαφέρονται άμεσα ή έμμεσα για την τύχη του ασφαλιστικού συστήματος, δηλαδή ουσιαστικά για τα θεμέλια της κοινωνικής δικαιοσύνης, συνοχής και αλληλεγγύης.

Tags: Κοινωνική Ασφάλιση