5 Μαΐου 2006
     

Θέλω να ευχαριστήσω την Εταιρία Νομικών Βορείου Ελλάδος γιατί διαμορφώνει αυτό το τόσο πρόσφορο forum, προκειμένου να συζητήσουμε γύρω από ένα πάντοτε επίκαιρο και πάντα μεγάλο και κρίσιμο θέμα όπως η αναθεώρηση του Συντάγματος.

Βέβαια μετά από μια αναθεώρηση και πριν από μια αναθεώρηση πρέπει να είμαστε άκρως προσεκτικοί, γιατί στο μεταξύ προκύπτει ένα κρίσιμο χρονικό διάστημα που εγώ θα το ονόμαζα «περίοδο συνταγματικής διακινδύνευσης» και κατά την περίοδο αυτή στο δίλημμα: αναθεωρητικός ακτιβισμός ή συνταγματική αυτοσυνειδησία, η απάντηση είναι: συνταγματική αυτοσυνειδησία.

Ο Αριστόβουλος Μάνεσης και ο νομικός θετικισμός

 

Την απάντηση αυτή είμαι βέβαιος ότι θα έδινε ο Αριστόβουλος Μάνεσης, στη μνήμη του οποίου είναι αφιερωμένη η σημερινή εκδήλωση. Φαντάζομαι ότι αυτό δεν γίνεται τυχαία. Γίνεται γιατί ο Αριστόβουλος Μάνεσης, εκτός από υπόδειγμα αξιοπρέπειας και ως εκ τούτου αντίστασης, ήταν και ο κύριος και ο πιο μαχητικός και μάχιμος εκπρόσωπος μιας ολόκληρης θεωρητικής αντίληψης, αυτής του νομικού θετικισμού στο επίπεδο του συντάγματος και του συνταγματικού δικαίου. Και επειδή η εποχή μας ιδίως από την τελευταία δεκαετία του 20ού αιώνα και μετά, κυριαρχείται από νέες φυσικοδικαιικές θεωρίες, από θεωρίες οι οποίες προσπαθούν να προσεγγίσουν το δίκαιο κυρίως ως «ηθικό» φαινόμενο, έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία να ξαναγυρίζει κανείς στο βαθύ ιστορικό ήθος του νομικού θετικισμού. Για όσους μάλιστα ενδιαφέρονται για την ιστορία της επιστήμης του συνταγματικού δικαίου στην Ελλάδα, έχει πολύ μεγάλη σημασία να αναζητήσουν το λεπτό νήμα που συνέδεε, στη σκέψη του Αριστόβουλου Μάνεση, τη μεγάλη θεωρητική και επιστημολογική παράδοση του κοινωνιολογικού θετικισμού με την εξίσου μεγάλη παράδοση του νομικού θετικισμού. Και αυτό έχει την αξία του στη δική μας εποχή και ιδίως στη χώρα μας που ως χώρα της περιφέρειας αρκείται στο να «εκτελωνίζει», κατά τρόπο άκριτο και πολύ συχνά αθεμελίωτο, θεωρίες που διατυπώνονται προκειμένου (όπως γίνεται πάντα με κάθε θεωρία) είτε να δικαιωθούν καταστάσεις, είτε να προετοιμαστούν καταστάσεις, πολλές φορές ερήμην αυτών που «εκτελωνίζουν» τις θεωρίες και κυρίως αυτών που υφίστανται τις συνέπειες αυτών των θεωριών.

Η αναθεώρηση ως πολιτικό γεγονός και η κανονιστική λειτουργία του Συντάγματος

 

Έρχομαι τώρα στο θέμα της συζήτησής μας. Η αναθεώρηση του συντάγματος δεν είναι μια εργαστηριακή άσκηση. Είναι ένα πολιτικό γεγονός. Και κυρίως είναι μια κοινοβουλευτική διαδικασία. Ένα πολιτικό γεγονός και μια κοινοβουλευτική διαδικασία υπόκεινται στις διακυμάνσεις της συγκυρίας και εξαρτώνται από το συσχετισμό των δυνάμεων, για να χρησιμοποιήσω μια πολύ αγαπημένη έκφραση του Αριστόβουλου Μάνεση, ο οποίος μας θύμιζε πάντα ότι το δίκαιο είναι η κανονιστική συμπύκνωση του συσχετισμού των δυνάμεων. Όταν πρέπει να διαμορφώσεις διατάξεις και αυτές να ψηφιστούν, δηλαδή να συγκεντρώσουν την αυξημένη αναθεωρητική πλειοψηφία, είσαι υποχρεωμένος να διαμορφώσεις συσχετισμούς. Και διαμορφώνεις συσχετισμούς όχι μόνο στη Βουλή, αλλά και στα συμφραζόμενα των κοινοβουλευτικών διαδικασιών, δηλαδή στην κοινή γνώμη, τόσο τη γενική κοινή γνώμη των πολιτών, όσο και την ειδική κοινή γνώμη των νομικών ή των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών που έχουν άποψη και μάλιστα βαρύνουσα για τις διατάξεις του Συντάγματος που τους ενδιαφέρουν.

Το Σύνταγμα, για την αναθεώρηση του οποίου μιλάμε, είναι ένα φαινόμενο της εποχής της νεοτερικότητας, που έχει την επιδίωξη να «επικοινωνεί» με την ιστορία. Συμπυκνώνει τον μακρύ ιστορικό χρόνο. Έχει συνεπώς μια «ακατάσχετη» φιλοδοξία: Θέλει να ρυθμίσει τα σημαντικότερα θέματα, για το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, με τη μεγαλύτερη δυνατή νομική δύναμη. Αυτό είναι ένα εγχείρημα μεγάλων διαστάσεων και μεγάλων κινδύνων.

Τι είναι όμως το Σύνταγμα; Το Σύνταγμα είναι ένας μηχανισμός κατανομής της τελικής αρμοδιότητας. Οι ακραίοι Αμερικανοί συντηρητικοί είναι οπαδοί της λακωνικής διατύπωσης του συντάγματος τους και της εμμονής στη λεγόμενη «αρχική πρόθεση» των «πατέρων» του αμερικανικού συντάγματος, όπως αυτό διατυπώθηκε στην αρχική εκδοχή του τον 18ο αιώνα. Γιατί; Γιατί θέλουν να αφήσουν το περιθώριο της τελικής απόφασης στο δικαστή. Και γιατί θέλουν να ανακόψουν το σύγχρονο κοινό νομοθέτη από τη λήψη μέτρων που υπερβαίνουν τα δεδομένα εκείνης της ιστορικής συγκυρίας. Άρα η θεωρία των «λακωνικών συνταγμάτων», όπως και η θεωρία των «ωραίων συνταγμάτων» που απασχόλησε την Ιταλία αμέσως μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, είναι μία άκρως επικίνδυνη θεωρία. Διότι κάθε τι έχει σημασία σε ένα συνταγματικό κείμενο: από την διακήρυξη γενικών αρχών, όπως η αξία του ανθρώπου, μέχρι τα σημεία στίξης. Το πότε π.χ.  το κείμενο του συντάγματος μιλάει για «κράτος» και πότε για «πολιτεία» έχει και αυτό την κανονιστική του σημασία.

Βέβαια σε εμάς -όπως είχαμε την ευκαιρία να πούμε χθες σε ένα διεθνές συνέδριο για την αναθεώρηση και ο Π. Παυλόπουλος και εγώ- λειτουργεί ένα βαθύτατο σύμπλεγμα ιστορικής και συνταγματικής κατωτερότητας. Γιατί εμείς ως κράτος, από το 19ο αιώνα, βιώσαμε την ακραία αντίφαση ενός υπερβολικά αυστηρού συντάγματος το οποίο καταλυόταν, παραβιαζόταν, δεν εφαρμοζόταν και οδηγούσε σε δικτατορίες. Η απόλυτη αυστηρότητα ήταν μια πρόκληση για καταπάτηση του συντάγματος. Πότε αρχίσαμε να μιλάμε στην Ελλάδα για αναθεώρηση του συντάγματος κατά κυριολεξία; Μόλις από το 1975 και μετά. Η πρώτη κατά κυριολεξία αναθεώρηση στην ελληνική συνταγματική ιστορία είναι η αναθεώρηση του 1986. Φανταστείτε ότι αυτό συνέβη σε ένα κράτος που απέκτησε την υπόστασή του το 1830.

Άρα πρέπει να θυμόμαστε πάντα ότι η αναθεώρηση του συντάγματος -η κατά κυριολεξία δευτερογενής ρητή μεταβολή του συνταγματικού κειμένου- είναι η θεμελιώδης απόδειξη της ύπαρξης και της αυστηρότητας, δηλαδή της τυπικότητας του συντάγματος. Καταξιώνει το σύνταγμα η εφαρμογή των διατάξεών του που ρυθμίζουν την αναθεώρηση.

Η φιλοσοφία της αναθεώρησης του 2001 και η ολοκλήρωση της μεταπολίτευσης

Η μεταπολίτευση –με άλλα λόγια - του 1974 σε συνταγματικό επίπεδο, ιδεολογικά και κανονιστικά, ολοκληρώνεται μόλις το 2001. Γιατί μόλις το 2001 τα δύο μεγάλα κόμματα εξουσίας στην Ελλάδα, άρα η συνταγματική πλειοψηφία της χώρας, η πλειοψηφία των 3/5, συμφωνεί σε όλα. Συμφωνεί στη συνεισφορά του αρχικού συντάγματος του 1975, όπως αυτό αναθεωρήθηκε το 1986 ως προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, την Κυβέρνηση και τις σχέσεις Προέδρου της Δημοκρατίας, Βουλής και Κυβέρνησης και συμφωνεί σε όλες τις επιλογές που έγιναν το 2001 για πλήθος θεμάτων κυρίως ως προς τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα και τις εγγυήσεις διαφάνειας. Διότι εάν δεν συμφωνούσε στις επιλογές που έγιναν το 2001, πολύ απλά δεν θα γινόντουσαν οι επιλογές αυτές. Είναι λοιπόν εξαιρετικά σημαντική η εισφορά της αναθεώρησης του 2001, πρωτίστως γιατί οριστικοποιεί τη μεταπολίτευση σε συνταγματικό επίπεδο.

Είχε φιλοσοφία η αναθεώρηση του 2001; Όχι μόνο είχε φιλοσοφία αλλά είχε και φιλοσοφία ριζοσπαστική και «αντιστασιακή». Την εποχή που σε όλο τον κόσμο και ιδίως στις ΗΠΑ και την Ευρώπη το ζητούμενο ήταν ο περιορισμός των ελευθεριών στο όνομα της ασφάλειας, ο αναθεωρητικός νομοθέτης του 2001 θωράκισε περαιτέρω, στον υψηλότερο δυνατό βαθμό για τα ευρωπαϊκά δεδομένα, τον κατάλογο των συνταγματικών δικαιωμάτων. Με εξαίρεση τα ζητήματα θρησκευτικής ελευθερίας, που λόγω ερμηνευτικής παρεξήγησης εμφανίζονται καχεκτικά στην Ελλάδα, σε όλα τα άλλα θέματα το ελληνικό σύνταγμα, όπως αναθεωρήθηκε το 2001, είναι ένα από τα πιο προωθημένα και πληρέστερα στην Ευρώπη.

Στο επίπεδο των κοινωνικών δικαιωμάτων, τη στιγμή που σε όλο τον κόσμο και ιδίως στην Ευρώπη το μεγάλο πρόβλημα είναι πώς θα περιοριστούν τα κοινωνικά δικαιώματα και ιδίως τα δικαιώματα των εργαζομένων και των ασφαλισμένων, λόγω της δημογραφικής και δημοσιονομικής κρίσης του ευρωπαϊκού κοινωνικού, η αναθεώρηση του 2001 έρχεται και εισάγει ρητά την αρχή του κοινωνικού κράτους, έρχεται και προσθέτει κοινωνικά δικαιώματα, έρχεται και κατευθύνει το νομοθέτη προς την περαιτέρω ενίσχυση του κοινωνικού κράτους.

Τη στιγμή που σε όλη την Ευρώπη γίνεται πολύ σοβαρή συζήτηση, συζήτηση κλίματος μεσοπολέμου, για την ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας, στην Ελλάδα ερχόμαστε και ενισχύουμε τη λειτουργία της Βουλής, εισάγουμε θεσμούς συναίνεσης που περιορίζουν τις αρμοδιότητες της πλειοψηφίας και εισάγουμε νέους θεσμούς διαφάνειας. Σε ποιο άλλο κράτος της Ευρώπης ο εκλογικός νόμος, ο νόμος για την ψήφο των αποδήμων και η διαδικασία ανάδειξης των ανεξαρτήτων αρχών εξαρτάται από πλειοψηφίες 2/3 ή 3/5; Αν εξαιρέσει κανείς την εκλογή του συνταγματικού δικαστηρίου στη Γερμανία, πού αλλού έχουμε νόμους αυξημένης πλειοψηφίας, που είναι ένας νέος θεσμός στο αναθεωρημένο σύνταγμα του 2001; Ποιες ανεξάρτητες αρχές στην Ευρώπη, αντίστοιχες και ομόλογες με το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, την ΑΔΑΕ, την Αρχή Προστασίας των Προσωπικών Δεδομένων, το Συνήγορο του Πολίτη και το ΑΣΕΠ, εκλέγονται από τη διάσκεψη των προέδρων της Βουλής με πλειοψηφία 4/5, δηλαδή σχεδόν με ομοφωνία. Αυτοί είναι θεσμοί που για το συγκριτικό συνταγματικό δίκαιο έχουν ιδιαίτερη σημασία.

Και βεβαίως τέτοιες τομές κάναμε και στο χώρο της δικαιοσύνης, εκεί που συμφωνήσαμε. Γιατί όταν λέει η αξιωματική αντιπολίτευση της εποχής: «θέλω να εκλέγουν οι ολομέλειες των δικαστηρίων τον πρόεδρο και τους αντιπροέδρους» και όταν λέει η πλειοψηφία: «θέλω ειδικό ενιαίο εκλεκτορικό σώμα με συμμετοχή δικαστών όλων των βαθμίδων, καθηγητών και δικηγόρων», πρέπει να μπορείς να βρεις πεδίο συνεννόησης. Το πεδίο συνεννόησης ήταν η επιλογή των προσώπων που καταλαμβάνουν τις κορυφαίες θέσεις με θητεία τεσσάρων το πολύ ετών. Διότι φυσικά μεταξύ της επιλογής από την ολομέλεια και της επιλογής από το Υπουργικό Συμβούλιο, προτιμώ αναφανδόν την επιλογή από το Υπουργικό Συμβούλιο και όλες οι δικαστικές ενώσεις το ίδιο προτιμούσαν στη διαβούλευση που έγινε.

Τη στιγμή που υπάρχουν διεθνώς έντονες απειλές για το περιβάλλον, το Σύνταγμα του 2001 είναι ίσως το οικολογικότερο Σύνταγμα στην Ευρώπη. Σε πόσες χώρες προβλέπονται στο εθνικό τους σύνταγμα η αρχή της αειφορίας, το ατομικό δικαίωμα στην προστασία του περιβάλλοντος και όλοι οι θεσμοί που υπάρχουν στο άρθρο 24;

Λοιπόν αυτή ήταν η αναθεώρηση του 2001. Αναθεωρήθηκαν 114 συνταγματικές διατάξεις εκτεινόμενες σε 54 άρθρα. Τι έχει ακούσει ο κόσμος από αυτά; Το «βασικό μέτοχο» και το επαγγελματικό ασυμβίβαστο των βουλευτών. Ποιους ενδιαφέρουν αυτά; Ένα μικρό κύκλο επιχειρηματιών και ένα μικρό κύκλο πολιτικών προσώπων που δεν θέλουν να είναι αφοσιωμένα στα καθήκοντά τους αλλά θέλουν να κάνουν και άλλα πράγματα παράλληλα με την κοινοβουλευτική τους εντολή, ενώ ως υπουργοί και υφυπουργοί δεν μπορούν. Θεωρώ ότι αυτό είναι μια υποτίμηση του πολίτη.

Νομολογικές αντιστάσεις στην αφομοίωση του αναθεωρητικού κεκτημένου


Και αυτό επηρεάζει και τη νομολογία, διότι και η νομολογία δεν έχει αφομοιώσει το αναθεωρημένο Σύνταγμα. Και τα δύο ζητήματα τα οποία αναφέρθηκαν προηγουμένως οφείλονται στη νομολογία και μόνο. Στο γεγονός ότι ο δικαστής δεν σέβεται τις προπαρασκευαστικές εργασίες της αναθεωρητικής Βουλής, αγνοεί την παράμετρο της ιστορικής ερμηνείας και κυρίως αγνοεί τα δόγματα της συστηματικής και ενοποιητικής λειτουργίας του συντάγματος:

Ας κάνουμε μία πολύ γρήγορη επισκόπηση: Ως προς την μονιμοποίηση των συμβασιούχων, τη μετατροπή των συμβάσεων τους σε αορίστου χρόνου, προβλήθηκε πράγματι ο ισχυρισμός ότι υπάρχει αντίθεση ανάμεσα στην οδηγία που κυρώνει την σχετική ευρωπαϊκή συλλογική σύμβαση μεταξύ των συνδικάτων εργοδοτών και εργαζομένων και τη διάταξη του άρθρου 103 παράγραφος 8 του Συντάγματος που απαγορεύει τη μετατροπή των συμβάσεων σε αορίστου χρόνου. Πλην όμως ο αναθεωρητικός νομοθέτης στη μεταβατική διάταξη του άρθρου 118 παράγραφος 7 έχει προβλέψει το εξής: «Νομοθετικές ρυθμίσεις που αφορούν την τακτοποίηση της υπηρεσιακής κατάστασης του προσωπικού που υπάγεται στην παράγραφο 8 του άρθρου 103 εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι την ολοκλήρωση των σχετικών διαδικασιών». Νομοθετικές ρυθμίσεις που αφορούσαν την τακτοποίηση της υπηρεσιακής κατάστασης δεν είναι μήπως και οι κοινοτικές σε ένα Σύνταγμα που περιλαμβάνει και το άρθρο 28 και σε μια χώρα που είναι κράτος – μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης; Όταν στη χώρα μας λέμε «νομοθετική ρύθμιση» δεν περιλαμβάνουμε τις οδηγίες και τους κανονισμούς και το πρωτογενές κοινοτικό δίκαιο; Προφανώς και τις περιλαμβάνουμε.

«Βασικός μέτοχος». Γιατί ψηφίσαμε τη διάταξη αυτή; Την ψηφίσαμε για να μην υποστεί μία σοβαρή κοινοβουλευτική ήττα η τότε κυβέρνηση. Διότι η πίεση πολλών βουλευτών της τότε πλειοψηφίας και σύσσωμης της τότε αντιπολίτευσης ήταν τέτοια που έπρεπε να καταλήξουμε σε ένα σχήμα ικανό να ψηφιστεί. Ξέρετε ότι υπήρξαν πολλοί βουλευτές του ΠΑΣΟΚ που ψήφισαν την αυστηρότερη ακόμη διατύπωση της ΝΔ. Αν αυτοί οι βουλευτές, πολλοί από τους οποίους είναι και σήμερα στη Βουλή, αφαιρεθούν από τον αριθμό των βουλευτών που είχαμε τότε, τους 156, δεν συγκεντρώναμε την δεδηλωμένη πλειοψηφία στην ψηφοφορία. Θα εγενάτο τεράστιο πολιτικό θέμα. Ως γενικός εισηγητής της πλειοψηφίας είχα δηλώσει ρητά στα πρακτικά της αναθεωρητικής Βουλής: «Προσέξτε πηγαίνουμε σε ακραίο σημείο. Η διάταξη αυτή ας διαμορφωθεί έτσι και ας ψηφιστεί, όμως πρέπει να ερμηνεύεται σε αρμονία με το άρθρο 28 και σε αρμονία με το κοινοτικό δίκαιο». Την μνημόνευσε και την αξιολόγησε τη δήλωση αυτή η παραπεμπτική απόφαση του Δ’ τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας προς την Ολομέλεια, η οποία τώρα καλείται να λύσει το ζήτημα και να σώσει την αξιοπρέπειά του Δικαστηρίου; Όχι βεβαίως. Θέλετε να σας διαβάσω το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 14 παράγραφος 9; «Νόμος ορίζει τις ειδικότερες ρυθμίσεις, τις κυρώσεις, που μπορεί να φτάνουν μέχρι την ανάκληση της άδειας ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού σταθμού και μέχρι την απαγόρευση σύναψης ή την ακύρωση της σχετικής σύμβασης καθώς και τους τρόπους ελέγχου και τις εγγυήσεις αποτροπής των καταστρατηγήσεων των προηγουμένων εδαφίων». Ο νόμος θα τα ορίσει συνεπώς όλα αυτά και μπορεί –υπό όρους- να φτάνουν οι κυρώσεις μέχρι την ακύρωση ή την απαγόρευση σύναψης της σύμβασης. Ποιο πρόβλημα έχει συνεπώς το εθνικό σύνταγμα; Εγώ θα ήμουν ευτυχής, αν γινόταν δεκτή η αρχική, πολύ πιο λιτή, διατύπωση που είχα εισηγηθεί. Αλλά υπήρξε, για τους λόγους που εξήγησα, τους σαφώς συγκυριακούς, η ρύθμιση αυτή, που έπρεπε όμως και πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται σύμφωνα με το ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο.

Οι επιπτώσεις της διεθνοποίησης του Συντάγματος


Όσοι ασχολούνται με τη νομική θεωρία γνωρίζουν πάρα πολύ καλά ότι το μείζον φαινόμενο της εποχής μας είναι η διεθνοποίηση του συντάγματος και η συνταγματοποίηση του διεθνούς δικαίου και βεβαίως αυτό αφορά πρωτίστως το ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο. Είναι ανεξέλεγκτος ο πρωτογενής συντακτικός νομοθέτης, όχι ο αναθεωρητικός, ο ίδιος ο πρωτογενής; Όχι βεβαίως. Μπορεί να θεσπίσει μια ευρωπαϊκή χώρα διατάξεις αντίθετες προς την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου; Όχι βεβαίως. Εμείς δεν ζητούμε τα συντάγματα χωρών, όπως η Τουρκία, να ελέγχονται διαρκώς από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σε σχέση με τις αρχές του ευρωπαϊκού πολιτικού και νομικού πολιτισμού; Προφανώς το ίδιο ισχύει και για εμάς. Και γι’ αυτό μια από τις μεγαλύτερες καινοτομίες της αναθεώρησης του 2001 είναι αυτή η ερμηνευτική δήλωση κάτω από το άρθρο 28, η οποία παρέχει την πλήρη βάση για την εναρμόνιση μεταξύ εθνικής και ευρωπαϊκής έννομης τάξης.

Προσέξτε όμως εδώ μιλούμε για τις σχέσεις του συντάγματος με το ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο το οποίο, ως γνωστόν, είναι και πρωτογενές και παράγωγο. Το πρόβλημα είναι ότι το ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο που είναι δυναμικό, που εξελίσσεται διαρκώς, που είναι προϊόν πολιτικής ή και διοικητικής μόνον διαπραγμάτευσης, που παράγεται με αδιαφάνεια ερήμην των εθνικών κοινοβουλίων και ερήμην των Ευρωπαίων πολιτών, έχει την αξίωση όχι μόνον το παράγωγο, αλλά και το δευτερογενές να κατισχύει των εθνικών συνταγμάτων. Αυτό βεβαίως είναι ένα νομικό πρόβλημα το οποίο λύνεται: Όλα τα προβλήματα τυχόν αντίθεσης των εθνικών συνταγμάτων των κρατών- μελών με το παράγωγο κοινοτικό δίκαιο μπορούν να εμφανιστούν εξίσου καλά ως προβλήματα πιθανής αντίθεσης μεταξύ του πρωτογενούς ευρωπαϊκού κοινοτικού δικαίου και του παραγώγου ευρωπαϊκού κοινοτικού δικαίου. Γιατί η βασική αρχή του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου είναι ο σεβασμός των κοινών συνταγματικών παραδόσεων των κρατών μελών, είναι ο σεβασμός των ουσιαστικών διατάξεων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και ο σεβασμός ενός κεκτημένου αξιακού το οποίο έχει ενσωματωθεί πια θετικά στον πυρήνα του πρωτογενούς ευρωπαϊκού κοινοτικού δικαίου. Άρα κάθε σύγκρουση μεταξύ δευτερογενούς κοινοτικού δικαίου και εθνικών συνταγμάτων θα είναι στη συντριπτικά περισσότερες περιπτώσεις σύγκρουση μεταξύ πρωτογενούς και δευτερογενούς κοινοτικού δικαίου. Είναι όμως δυνατόν τη στιγμή που η Ευρώπη δεν έχει «πολιτικό σύνταγμα», ανεπιγνώστως τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης να θέλουν να επιβάλουν ένα «οικονομικό σύνταγμα» όσο γίνεται πιο νεοφιλελεύθερο με την αρχική εκδοχή της οδηγίας για την παροχή υπηρεσιών, δηλαδή της λεγόμενης οδηγίας Μπολκενστάιν; Ας σκεφτούμε τι σημαίνει το γεγονός ότι τη στιγμή που έχει περιέλθει σε δεινή κρίση πολιτικά η Ευρωπαϊκή Ένωση και δεν κάνει βήματα θεσμικής ολοκλήρωσης και δεν αποκτά ενιαίο, κωδικοποιημένο πολιτικό σύνταγμα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θέλησε να κάνει, εκ του πλαγίου, ένα τεράστιο βήμα ως προς το «οικονομικό σύνταγμα». Γιατί το πολιτικό σύνταγμα θα ήταν ισορροπημένο μεταξύ μιας συντηρητικής και μιας σοσιαλδημοκρατικής αντίληψης, ενώ το άλλο βάδιζε πλησίστιο προς μία νεοφιλελεύθερη, μονομερή αντίληψη και γι’ αυτό ανεκόπη. Αυτό είναι το πρόβλημα το οποίο καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε.

Ο κίνδυνος του «συνταγματικού πανικού»

Συμφωνώ επίσης απολύτως, ότι βεβαίως και μπορούν να αναθεωρηθούν οι ίδιες οι διατάξεις που διέπουν τη διαδικασία της αναθεώρησης, εάν διατηρηθούν όμως τα δομικά τους χαρακτηριστικά. «Δομικά χαρακτηριστικά» σημαίνει αυξημένη πλειοψηφία, συμμετοχή του εκλογικού σώματος, και προθεσμία ωρίμου χρόνου. Αν δεν θέλετε να έχουμε δύο Βουλές και θέλετε να έχουμε δημοψήφισμα, να έχουμε. Αλλά θα έχουμε οπωσδήποτε αυξημένη πλειοψηφία και ώριμο χρόνο. Γιατί; Γιατί ο «συνταγματικός πανικός» που είναι το ομόλογο φαινόμενο του «νομοθετικού πανικού», είναι ό,τι χειρότερο μπορεί να συμβεί σε ένα δημοκρατικό κράτος δικαίου. Και ο «συνταγματικός πανικός» διαμορφώνει όχι μόνον πλειοψηφίες 3/5, αλλά και 2/3 και 4/5 και 3/3. Διότι αν πιεστεί το πολιτικό σύστημα από το επικοινωνιακό σύστημα, πανικόβλητο μπορεί να πάει και να αλλάξει το σύνταγμα. Ε, όχι. Όχι για λόγους αυτοπροστασίας του δημοκρατικού κράτους δικαίου. Γιατί το σύνταγμα κατανέμει, όπως είπαμε, αρμοδιότητες, αλλά μεταξύ ποιων; Μεταξύ πολιτικών οργάνων και δικαιοσύνης, μεταξύ πλειοψηφίας και αντιπολίτευσης, μεταξύ πολιτικού συστήματος και άλλων μοχλών εξουσίας, οικονομικής, επικοινωνιακής, ιδεολογικής, γνωστικής κ.ο.κ. Εάν δεν το κάνει αυτό, δεν υπάρχει  σύνταγμα.

Άρα πρέπει πρώτα να καταλάβουμε τι έχουμε κάνει το 2001 και δεύτερον να δούμε τι πρέπει να κάνουμε. Εγώ θα έλεγα τι δεν πρέπει να κάνουμε. Δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να θίξουμε τον κατάλογο των συνταγματικών δικαιωμάτων. Αυτό το οποίο θα μπορούσαμε να κάνουμε στο κεφάλαιο των άρθρων 4 έως 25 πέραν της κατάργησης των περιττών εδαφίων της παρ.9 του άρθρου 14, είναι να δούμε εάν έχει νόημα να προσθέσουμε μια διάταξη για τα μη κρατικά, μη κερδοσκοπικά, κοινωφελή πανεπιστήμια, με αξιοκρατική όμως εισαγωγή φοιτητών και με ακαδημαϊκή εκλογή καθηγητών για να αποδείξουμε ότι δεν είναι το Σύνταγμα το πρόβλημα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Αλλά δεν λύνουμε έτσι το ζήτημα των ανεξέλεγκτων κολεγίων και κέντρων ελευθέρων σπουδών.

Τα κρίσιμα θέματα

Μείζον επίσης θέμα είναι να λύσουμε με επέμβαση στην καρδιά του προβλήματος, το ζήτημα των σχέσεων κράτους και εκκλησίας;  Έχω προτείνει μια λύση στην οποία δυστυχώς δεν τείνει ευήκοον ους η κοινοβουλευτική πλειοψηφία: Αφού υπάρχει μια ευρύτατα αποδεκτή, σχεδόν αναμφισβήτητη, άποψη στην επιστήμη, ότι «επικρατούσα» θρησκεία κατά το άρθρο 3 δεν είναι η επίσημη ή κρατική θρησκεία, αλλά στατιστικά η θρησκεία της πλειονότητας του πληθυσμού και αφού δεχόμαστε όλοι ότι το άρθρο 3 δεν δικαιολογεί περιορισμούς στη θρησκευτική ελευθερία και ισότητα σε καμία περίπτωση, γιατί αυτό να μην το θέσουμε ρητά, ως ερμηνευτική δήλωση, κάτω από το άρθρο 3, αφήνοντας κατά τα λοιπά αναλλοίωτη τη διάταξη αλλά με αυτή την ερμηνευτική δήλωση. Σας πληροφορώ ότι αυτό, που είναι πέντε λέξεις και μια επέμβαση «χειρουργική» στο συνταγματικό κείμενο, είναι ένα τεράστιο βήμα διότι προσανατολίζει την ερμηνεία όλων των σχετικών διατάξεων.

Έχουμε μήπως προβλήματα στο οργανωτικό μέρος; Κατά τη γνώμη μου αυτά τα οποία συζητούνται  -και συνεχάρην και χθες τον κ. Παυλόπουλο που τα παρέλειψε και δεν τα αναφέρει-  δηλαδή η πενταετής θητεία της Βουλής, ενώ ο πρόεδρος των ΗΠΑ έχει τετραετή, η αύξηση του αριθμού των βουλευτών Επικρατείας, το ασυμβίβαστο βουλευτού – υπουργού κατά το αρνητικό γαλλικό πρότυπο, δεν έχουν καμία σχέση με το ελληνικό πολιτικό σύστημα. Έχουμε το καλύτερο κοινοβουλευτικό σύστημα στην Ευρώπη, το ομαλότερο και το απλούστερο. Όποιος συγκρίνει το πώς λειτουργεί το ελληνικό πολιτικό σύστημα θεσμικά με τα γαλλικά δεδομένα, τα ιταλικά ή τα γερμανικά, μπορεί να καταλήξει στα συμπεράσματά του.

Άρα τι να θίξουμε; Έχουμε μήπως να λύσουμε συνταγματικά θέματα ως προς το διοικητικό σύστημα; Κατά τη γνώμη μου όχι, αλλά παιδαγωγικά ναι. Διότι, για παράδειγμα, η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ανακόπτει την προσπάθειά μας για αποκέντρωση και αυτοδιοίκηση. Ανακόπτει τη μεταφορά αρμοδιοτήτων στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης. Άρα ενδεχομένως χρειάζεται εκεί μια προσθήκη στο άρθρο 43 για την κανονιστική αρμοδιότητα των ΟΤΑ, για την παροχή σε αυτούς επαρκών νομοθετικών εξουσιοδοτήσεων.

Δεν μιλάω ξανά για το άρθρο 103 παράγραφος 8, γιατί στα πρακτικά της αναθεωρητικής Βουλής του 2001 υπάρχει κοινή δήλωσή του κ. Παυλόπουλου και δική μου με την οποία εξηγούμε ότι το ισχύον άρθρο 103 παρ. 8 επιτρέπει τη μετατροπή των συμβάσεων των εργαζομένων με σύμβαση αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου στο δημόσιο, σε σχέσεις δημοσίου δικαίου. Άρα μπορεί να λυθούν όλα τα προβλήματα από εκεί και πέρα με τη μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε σχέσεις δημοσίου δικαίου. Σε πέντε με δέκα χρόνια θα αποχωρήσει το 80% των υπηρετούντων δημοσίων υπαλλήλων και θα έχουμε ένα δημόσιο με ελάχιστο πυρήνα εργαζομένων με σύμβαση δημοσίου δικαίου, ενώ όλοι οι άλλοι θα υπηρετούν με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Αυτό είναι το θέμα. Το υπάρχον Σύνταγμα επιτρέπει και να μετατρέπεις τις συμβάσεις αορίστου χρόνου σε δημοσίου δικαίου και να προκηρύξεις τις θέσεις διευθυντών, τμηματαρχών και γενικών διευθυντών και να τις καταλάβουν και εργαζόμενοι με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου, όπως άλλωστε και εξωτικοί.

Το μεγάλο θέμα -γιατί μόνον εκεί είναι δεμένα τα χέρια και του κοινού νομοθέτη και του κανονισμού της Βουλής- βρίσκεται στο κεφάλαιο περί δικαιοσύνης. Στο κεφάλαιο περί δικαιοσύνης κάναμε ένα μεγάλο βήμα σε σχέση με τον έλεγχο συνταγματικότητας το 2001. Δηλαδή προσθέσαμε την παράγραφο 5 στο άρθρο 100 και είπαμε ότι τα ανώτατα δικαστήρια όταν εκφράζονται για θέματα συνταγματικότητας, θα εκφράζονται ως ολομέλεια. Ο δικαστικός σχηματισμός θα είναι η ολομέλεια, το δικαστήριο είναι ενιαίο. Ο κοινός δικονομικός νομοθέτης μπορεί να ορίζει το αρμόδιο σχηματισμό, άρα μπορεί  κατά μείζονα λόγο να το κάνει αυτό ο συνταγματικός νομοθέτης.

Εγώ ήμουν οπαδός του απολύτως διάχυτου ελέγχου. Όμως βλέπω μέσα από τη μελέτη της νομολογίας ότι δεν μπορούμε να λύσουμε μεγάλα θέματα χωρίς μια σημαντική, ριζοσπαστική δικονομική τομή. Ποια θέματα; Πρώτον, τις πολιτικές γης. Οι πολιτικές γης χρειάζονται σοβαρό συνομιλητή, σοβαρό νομοθέτη και σοβαρό δικαστικό έλεγχο. Δεύτερον, τη μεταφορά αρμοδιοτήτων στην τοπική αυτοδιοίκηση και στα αποκεντρωμένα όργανα του κράτους. Υπάρχει «γιακοβίνικη», συγκεντρωτική αντίληψη στη νομολογία. Αυτό πρέπει να ανατραπεί. Τρίτον, τη «συνομιλία» των εθνικών δικαιοδοτικών οργάνων με τα κοινοτικά και διεθνή δικαιοδοτικά όργανα. Όλα αυτά που αφορούν τη διεθνοποίηση του συντάγματος και τη συνταγματοποίηση του διεθνούς δικαίου, απαιτούν ενιαίο εθνικό νομολογιακό λόγο. Τέταρτον, τα εκλογικά θέματα: είναι δυνατόν να δεχθούμε αποφάσεις όπως αυτή για τα λευκά ψηφοδέλτια; Στροφές της νομολογίας οι οποίες είναι ιλιγγιώδεις και αδικαιολόγητες και κρίνονται με μία ψήφο από δικαστήριο τυχαίας σύνθεσης που συγκροτείται με κλήρωση κάθε δύο χρόνια, που δεν έχει θεσμική μνήμη;

Λοιπόν εγώ πιστεύω και το έχω διατυπώσει σε μια εκτενή μελέτη μου στο περιοδικό το «Σύνταγμα» ότι πρέπει να διαλέξουμε τα καλά του διαχύτου και τα καλά του συγκεντρωτικού ελέγχου και να πάμε σε ένα συνταγματικό δικαστήριο, το οποίο όμως θα εκλέγεται από την ολομέλεια της Βουλής μετά από ακρόαση των προτεινομένων μελών, με πλειοψηφία 2/3, όπως συμβαίνει στην ωριμότερη χώρα στα θέματα αυτά που είναι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στην οποία εδώ και 55 χρόνια και λειτουργεί το σύστημα με επιτυχία. Δεν μπορεί να περνούμε από ακρόαση στη Βουλή το διευθύνοντα σύμβουλο οποιουδήποτε οργανισμού του δημοσίου και να μην έχουμε ποτέ ακροασθεί αυτούς που θα κατευθύνουν τη νομολογία της χώρας. Να δούμε ποιοι είναι ως προσωπικότητες, ως δυνατότητα διατύπωσης αρθρωμένου λόγου. Αυτό το συνταγματικό δικαστήριο θα αποκτά τα μέλη του από το σύνολο των δικαστικών λειτουργών, ανωτέρων και ανωτάτων, και από τους καθηγητές των νομικών μαθημάτων των πανεπιστημίων της χώρας, με 7ετή μη ανανεώσιμη θητεία.

Το συνταγματικό δικαστήριο θα επιλαμβάνεται μετά από παραπομπή της ολομέλειας του ανωτάτου δικαστηρίου του κλάδου, δικαστήριο της ουσίας του οποίου έθεσε ζήτημα αντισυνταγματικότητας. Οι δίκες αυτές θα διεξάγονται κατά απόλυτη προτεραιότητα και έτσι θα σοβαρευτεί όλο το σύστημα. Διότι ο κάθε ειρηνοδίκης και ο κάθε πρωτοδίκης θα διατηρεί την αρμοδιότητά του να καταφάσκει την συνταγματικότητα ή να διαγιγνώσκει την αντισυνταγματικότητα, αλλά στη δεύτερη αυτή περίπτωση θα υποχρεωθεί να γράψει μια εμπεριστατωμένη απόφαση με το θάρρος της γνώμης του, η οποία θα εισάγεται αμέσως στην ολομέλεια του οικείου ανωτάτου δικαστηρίου και αν και αυτό τείνει στην αντισυνταγματικότητα, θα παραπέμπει στο συνταγματικό δικαστήριο. Αυτό θα μπορεί να επιλαμβάνεται και αφηρημένα σε οριακές περιπτώσεις, μετά από αίτημα της κυβέρνησης ή των 2/5 της Βουλής για περιορισμένο αριθμό θεμάτων.

Αυτό το δικαστήριο πράγματι μπορεί να λύσει το πρόβλημα της ασφάλειας δικαίου, που είναι, κατά τη γνώμη μου, το κορυφαίο ίσως ζήτημα της εποχής μας. Διότι καλά συζητούμε για την αναθεώρηση, αλλά πιστεύετε ότι η συνταγματική μεταβολή είναι μόνον η κυρίως η αναθεώρηση; Συνταγματική μεταβολή είναι κυρίως η μεταβολή και η μεταστροφή της νομολογίας. Θα σας πω ένα παράδειγμα μόνο. Γενιές νομικών μεγάλωσαν με τη βεβαιότητα ότι η εκτελεστική εξουσία μπορεί να εκδώσει, χωρίς εξουσιοδότηση, παράνομη κανονιστική πράξη. Αυτή προσβαλλόταν στο Συμβούλιο της Επικρατείας, αλλά εάν στο μεταξύ είχε κυρωθεί με νόμο αποκτούσε τα χαρακτηριστικά του τυπικού νόμου και άρα εξέφευγε του ακυρωτικού ελέγχου. Κάποια στιγμή το 1989, λέει η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας: όχι, αυτό είναι αντισυνταγματικό, δεν μπορεί να κυρωθεί νομοθετικά παράνομη κανονιστική πράξη. Αυτό είναι μεταβολή του συντάγματος της χώρας. Αλλάζει η δικαιοπαραγωγική διαδικασία. Επήλθε ριζική μεταβολή της δικαιοπαραγωγικής διαδικασίας με μια απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Τέτοιες αλλαγές λοιπόν έχουμε καθημερινά, αλλαγές τις οποίες τις επιφέρει ο δικαστής. Γι΄ αυτό πρέπει να διατηρήσει η Βουλή το πλεονέκτημα της αυθεντικής ερμηνείας του συντάγματος και την αρμοδιότητα να διαμορφώνει ένα συνταγματικό δικαστήριο το οποίο θα έχει σοβαρότητα, συνέχεια, θεσμική μνήμη και βεβαίως ευθύνη ενώπιον του ελληνικού λαού στο όνομα του οποίου εκδίδει τις αποφάσεις του και αξιώνει να εκτελούνται.

Άρα συνοψίζω και κλείνω: να αφομοιώσουμε το αναθεωρητικό κεκτημένο, να αποκτήσουμε συνταγματική αυτοσυνειδησία, να αποβάλλουμε τα συμπλέγματα θεσμικής κατωτερότητας τα οποία είναι πλέον αδικαιολόγητα για τη χώρα μας, να μη μεταθέτουμε στο σύνταγμα προβλήματα του πολιτικού μας συστήματος και της ίδιας της κοινωνίας των πολιτών και κυρίως να εστιάσουμε την προσοχή μας στα μεγάλα θέματα, που κατά τη γνώμη μου είναι το συνταγματικό δικαστήριο, οι σχέσεις κράτους και εκκλησίας και ένα νέο μήνυμα σε σχέση με τα κοινωνικά δικαιώματα που αν θέλαμε να στείλουμε την εποχή αυτή θα ήταν: Η ρητή συνταγματική κατοχύρωση του εγγυημένου επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης για όλους τους Έλληνες πολίτες, όχι γιατί ο κοινός νομοθέτης δεν μπορεί να το προβλέψει αμέσως, αλλά γιατί μία αναθεωρητική διαδικασία πρέπει να πείθει τους πολίτες ότι έχει αίσθηση των προβλημάτων και των προτεραιοτήτων τους.

 


* Ομιλία Ευ. Βενιζέλου σε εκδήλωση που διοργάνωσε η Ένωση Νομικών Βορείου Ελλάδος, για την αναθεώρηση του Συντάγματος και πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα του ΕΒΕΘ. Η εκδήλωση ήταν αφιερωμένη στη μνήμη του Αριστόβουλου Μάνεση.

 

Tags: Συνταγματική Πολιτική | Αναθεώρηση του Συντάγματος