31 Ιανουαρίου 2005

Η συζήτηση για τη διαφάνεια που διεξάγεται με ένταση διεθνώς τα τελευταία χρόνια είναι ουσιαστικά μια συζήτηση για τον πυρήνα και την ποιότητα της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου. Το αίτημα για διαφάνεια είναι ταυτόσημο με το αίτημα για νομιμότητα και ίση μεταχείριση.

Το αίτημα αυτό εμφανίζεται υπό διάφορες εκδοχές: Ως ανάγκη για προστασία του δημοσίου χρήματος, ως δέσμη μέτρων για τον ελεύθερο (και άρα όχι αθέμιτο) ανταγωνισμό στην αγορά συμπεριλαμβανομένης της οικονομικής δραστηριότητας του κράτους κυρίως μέσω των δημοσίων συμβάσεων έργων και προμηθειών, ως πρόταση για επέκταση του ελέγχου του «πόθεν έσχες», ως μέριμνα για την αχειραγώγητη λειτουργία του χρηματιστηρίου, ως θεσμική εγγύηση της ίσης και με αξιοκρατικά κριτήρια πρόσβασης στις θέσεις του δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ως ανάγκη προστασίας της πολυφωνικής και με ίσους όρους ενημέρωσης και άρα ως ανάγκη οριοθέτησης της επικοινωνιακής δύναμης κ.ο.κ.

Στη Αναθεώρηση του Συντάγματος του 2001 η αρχή της διαφάνειας αναδείχθηκε ως μία βασική παράμετρος των συζητήσεων που έγιναν και των τροποποιήσεων και προσθηκών που ενσωματώθηκαν τελικά στο κείμενο του ισχύοντος Συντάγματος της χώρας. Διαμορφώθηκε έτσι μια μεγάλη δέσμη θεσμικών εγγυήσεων υπέρ της διαφάνειας που περιλαμβάνει τα άρθρα 14 και 15 για τα Μ.Μ.Ε., το άρθρο 98 για τις νέες αρμοδιότητες του Ελεγκτικού Συνεδρίου ως προς τις δημόσιες συμβάσεις, το άρθρο 101Α για τις Ανεξάρτητες Αρχές (δηλαδή για το Ε.Σ.Ρ., το ΑΣΕΠ, ΄το Συνήγορο του Πολίτη, την Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων και την Επιτροπή Ελέγχου του Απορρήτου των Επικοινωνιών), το άρθρο 103 για τις προσλήψεις στο δημόσιο και βέβαια όλες τις κλασικές ρυθμίσεις για τη δικαιοσύνη και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας.

Οι ρυθμίσεις του Συντάγματος συμπληρώνονται με σειρά νόμων, με τις προβλέψεις της ευρωπαϊκής κοινοτικής έννομης τάξης, με τις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, με τις ρυθμίσεις πολλών ειδικών διεθνών συμβάσεων και κοινοτικών οδηγιών που καλύπτουν πλήθος θεμάτων όπως το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος, ο εσωτερικός έλεγχος της δημόσιας διοίκησης και της Αστυνομίας κ.ο.κ.

Παρότι όμως και το νομικό πλαίσιο είναι πλούσιο και αυστηρό και οι αρμοδιότητες των δικαστικών και των άλλων ελεγκτικών οργάνων τεράστιες, το πρόβλημα εξακολουθεί να παραμένει και στη συνείδηση του πολίτη υπάρχει πάντα η πεποίθηση ότι κυριαρχεί η αδιαφάνεια, η «διαπλοκή» και η δυνατότητα άσκησης άτυπης επιρροής. Η κριτική και η δυσαρέσκεια των πολιτών εστιάζεται μάλιστα πάντοτε στα πολιτικά όργανα και στα πολιτικά πρόσωπα παρόλο που τα δικαστικά όργανα μαζί με τις ανεξάρτητες αρχές και τα άλλα διοικητικά όργανα ελέγχου διαθέτουν – θεωρητικά τουλάχιστον- όλες τις δυνατότητες να κινηθούν και να καθαρίσουν το τοπίο.

Θα ήταν φυσικά αφελές να πιστέψει κάποιος ότι αρκεί ένας νόμος που θα προβλέπει ότι απαγορεύεται να παραβιάζεις τους νόμους! Και όμως κατά βάθος αυτό φαίνεται να πιστεύουν όσοι θεωρούν ότι η διασφάλιση της διαφάνειας μπορεί να ολοκληρωθεί στο επίπεδο του Συντάγματος και των νόμων. Το ζήτημα είναι συνεπώς η συνείδηση ευθύνης όχι μόνο όμως πολιτικής ευθύνης, αλλά και ευθύνης κοινωνικής, δικαστικής, διοικητικής, δημοσιογραφικής κ.ο.κ. Δηλαδή ευθύνης ατομικής του κάθε πολίτη που δεν λειτουργεί μόνον ως ψηφοφόρος κάθε φορά που καλείται στην κάλπη, αλλά και ως συνδιαμορφωτής της κοινής γνώμης σε καθημερινή βάση και φυσικά ως φορέας δικαιωμάτων κάθε φορά που ο ίδιος προσωπικά εμπλέκεται σε μία διαδικασία ή σε μία υπόθεση.

Η συζήτηση για τη διαφάνεια  δεν αρκεί συνεπώς να αναδεικνύει προβλήματα θεσμικά ή προβλήματα πολιτικών ευθυνών και συμπεριφορών. Δεν αρκεί να εστιάζεται άλλοτε στα ισχυρά οικονομικά και εκδοτικά συμφέροντα, άλλοτε στις μεγάλες ή μικρές δημόσιες συμβάσεις, άλλοτε στα συμβαίνοντα στο χώρο της δικαιοσύνης ή της Εκκλησίας, άλλοτε στις άδηλες απασχολήσεις και αμοιβές κάποιων δημοσιογράφων,  άλλοτε στα δίκτυα επιρροής και τις αδιαφανείς καταστάσεις που υπάρχουν στον αθλητισμό κ.ο.κ. Πρέπει όλα αυτά να αντιμετωπιστούν ως ένα ενιαίο ζήτημα διαφάνειας από ένα ενιαίο κοινωνικό κίνημα υπέρ της διαφάνειας.

Είναι λάθος να θεωρεί κάποιος ότι όλα αυτά συμβαίνουν μόνον ή κυρίως στην Ελλάδα. Είναι κοινά προβλήματα όλων των κοινωνιών και σίγουρα είναι κοινά προβλήματα όλων των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στους ίδιους τους θεσμούς, τα όργανα και τις λειτουργίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης εντοπίζονται τα ίδια και πιο έντονα προβλήματα.

Είναι επίσης λάθος να θεωρήσει κανείς ότι η λύση στο ζήτημα αυτό θα βρεθεί έξω από τη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών, δηλαδή έξω από τον χώρο που ελέγχει σε τελική ανάλυση ο ίδιος ο πολίτης όταν είναι ενεργός και διεκδικεί τη συμμετοχή του. Ο απαιτητικός, ευαίσθητος και ενεργός πολίτης που μετέχει στο πολιτικό γίγνεσθαι μπορεί να είναι ο μόνος πραγματικός και ειλικρινής εγγυητής της διαφάνειας χωρίς πρόσκαιρους εντυπωσιασμούς και εύκολες δημαγωγίες που μεταθέτουν το πρόβλημα πάντα σε άλλους.  

 


* Άρθρο Ευ. Βενιζέλου στην Αυριανή, 31 Ιανουαρίου 2005
Tags: Συνταγματική Πολιτική | Αναθεώρηση του Συντάγματος