21 Ιανουαρίου 2003


1. Το επαγγελματικό ασυμβίβαστο των βουλευτών συζητήθηκε εκτενώς και σ' όλες του τις πτυχές κατά τη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος που ολοκληρώθηκε με την υπερψήφιση της σχετικής διάταξης με ευρεία πλειοψηφία 166 ψήφων.


Η επανάληψη της σχετικής συζήτησης τώρα που άρχισε (από 31.12.2002) να ισχύει η συνταγματική διάταξη και με αφορμή την ψήφιση του εκτελεστικού νόμου που καλείται να ρυθμίσει τις λεπτομέρειες της εφαρμογής, συναντά ένα προφανές όριο: τον συνταγματικό κανόνα που ισχύει απευθείας, δεσμεύει τους πάντες και τελεί υπό δικαστικό έλεγχο καθώς το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (άρθρο 100 Συντ.) είναι το μόνο αρμόδιο για την επιβολή των προβλεπόμενων κυρώσεων.

Αλλωστε η τυχόν μη ψήφιση του εκτελεστικού νόμου έχει ως μόνη συνέπεια την πλήρη και χωρίς καμία εξαίρεση ισχύ του ασυμβιβάστου.

Το βαθύτερο νόημα της συζήτησης

2. Θα έπρεπε άρα να αναρωτηθούν όλοι -βουλευτές, πολίτες και δημοσιογράφοι- τι νόημα έχει και τι σκοπό εξυπηρετεί κατά βάθος η εμμονή στην αμφισβήτηση μιας συνταγματικής διάταξης με την οποία κάποιοι διαφώνησαν και την καταψήφισαν αλλά αυτή υπερψηφίστηκε και ισχύει!

Ισως κάποια μέλη της Βουλής αυτής (που στην πρώτη σύνοδό της ήταν αναθεωρητική) να πιστεύουν ότι εξακολουθούν να διαθέτουν τα πλεονεκτήματα του μέλους ενός αναθεωρητικού οργάνου. Αυτό όμως είναι είτε ανεπίτρεπτη άγνοια, είτε ασυγχώρητη αφέλεια, είτε προκλητική ασέβεια προς το ισχύον Σύνταγμα της χώρας και μάλιστα από κάποιους που είχαν την τμή, την τύχη και την ευθύνη της συνδιαμόρφωσής του.

Ισως κάποιοι άλλοι να πιστεύουν ότι αμφισβητώντας όχι το νομικό αλλά το πολιτικό κύρος μιας συνταγματικής διάταξης, που δεν τους αφορά άμεσα, όπως το επαγγελματικό ασυμβίβαστο των βουλευτών, διαμορφώνουν τις προϋποθέσεις για να αμφισβητήσουν (όχι βέβαια νομικά αλλά επικοινωνιακά) το κύρος άλλων συνταγματικών απαγορεύσεων που τους αφορούν άμεσα και θίγουν τα οικονομικά τους συμφέροντα. Λησμονούν όμως ότι εντέλει ο δικαστής και όχι ο νομοθέτης είναι αυτός που επιλαμβάνεται της εφαρμογής παρόμοιων διατάξεων.

Η αμφισβήτηση του Συντάγματος

3. Η αμφισβήτηση του Συντάγματος έχει δυστυχώς τρεις κρίσιμες επιπτώσεις.

Πρώτον, μειώνει τα αντανακλαστικά και τις αντιδράσεις των πολιτών, των ειδικών και των μέσων ενημέρωσης σε περιπτώσεις νομοθετικής ή δικαστικής παραβίασης του Συντάγματος.

Δεύτερον, καθυστερεί και παρεμποδίζει την «ανακάλυψη» των νέων ρυθμίσεων που περιλαμβάνονται στο αναθεωρημένο Σύνταγμα, δηλαδή την επίκληση και την αξιοποίησή τους από τον πολίτη, τον νομοθέτη ή τον δικαστή. Αυτό είναι καίριο ιδίως στον τομέα των συνταγματικών δικαιωμάτων.

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο άφησα και εγώ να εξελιχθεί χωρίς να αντιδράσω τις τελευταίες εβδομάδες η νέα επίθεση κατά του ασυμβιβάστου ως επιχείρηση απαξίωσης της αναθέωρησης και άρα του ισχύοντος Συντάγματος της χώρας.

Η υπεράσπιση του Συντάγματος δεν είναι υπόθεση του εισηγητή της πλειοψηφίας στη διαδικασία αναθεώρησης ή της κυβέρνησης και της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Είναι υπόθεση όλων των πολιτών. Ολη αυτή η συζήτηση θίγει άλλωστε κατά βάθος τη βάση της προστασίας των συνταγματικών δικαιωμάτων όλων των πολιτών.

Η δημαγωγία της Νέας Δημοκρατίας

4. Εξοργιστική είναι στο πλαίσιο αυτό η στάση της Νέας Δημοκρατίας που επιδίδεται σε μία ακατάσχετη δημαγωγία αποκρύπτοντας την αλήθεια: Η πρόταση για τη θέσπιση του πλήρους επαγγελματικού ασυμβίβαστου των βουλευτών διατυπώθηκε για πρώτη φορά από δικά της κορυφαία στελέχη (Γ. Σουφλιάς, Ι. Βαρβιτσιώτης) στην Επιτροπή Αναθεώρησης, ήδη από την πρώτη φάση της διαδικασίας το 1998 (Πρακτικά, σελ. 245, 257, 271).

Η πρόταση του ΠΑΣΟΚ στην Ολομέλεια της Αναθεωρητικής Βουλής που έσπευσε να υιοθετήσει και ο εισηγητής της Νέας Δημοκρατίας ήταν αποτέλεσμα των συζητήσεων που είχαν προηγηθεί στην επιτροπή και είχε ως στόχο να αντικρούσει έμπρακτα τις συνεχείς κατηγορίες της αντιπολίτευσης πως δεν λαμβάνονται πρόσθετα μέτρα διασφάλισης της διαφάνειας και παρεμπόδιση της διαπλοκής.

Αποδεικνύεται απλώς, για μία ακόμη φορά, ότι η Νέα Δημοκρατία αρέσκεται να προτείνει σκληρά μέτρα χωρίς κόστος και ενοχλείται κατά βάθος όταν τα μέτρα αυτά ή και άλλα ακόμη δραστικότερα λαμβάνονται πράγματι. Πιεζόμενη, λοιπόν, από τις αντιδράσεις μεγάλου βαθμού βουλευτών της, η Ν.Δ. κατέφυγε στο αυτονόητο δόγμα τής κατά συνείδηση ψήφου. Ακόμη όμως και έτσι, μεγάλος αριθμός βουλευτών της υπερψήφισε τη νέα ρύθμιση που εντάχθηκε στο Σύνταγμα της χώρας.

Γιατί χρειάζεται το ασυμβίβαστο

5. Οι λόγοι που οδήγησαν τον αναθεωρητικό νομοθέτη στην επιβολή του πλήρους επαγγελματικού ασυμβίβαστου των βουλευτών είναι κατά βάση τρεις:

Πρώτον, όταν δεν υπάρχουν και δεν μπορούν να διαμορφωθούν κανόνες δεοντολογίας και κοινοβουλευτικά έθιμα που να οριοθετούν την επαγγελματική δραστηριότητα των βουλευτών (όπως συμβαίνει στο αμερικανικό κογκρέσο και πολλά άλλα κοινοβούλια), τότε η μόνη λύση είναι η θέσπιση σαφών και απλών συνταγματικών διατάξεων. Αν το ασυμβίβαστο δεν προβλεπόταν συνταγματικά, αλλά παραπεμπόταν στον κοινό νομοθέτη, τότε είναι πολύ πιθανό οι αναγκαίες νομοθετικές ρυθμίσεις να μην ψηφιζόντουσαν ποτέ.

Είναι αδιανόητο να αντλεί κάποιος επαγγελματικά πλεονεκτήματα αξιοποιώντας τη βουλευτική του ιδιότητα. Είναι αθέμιτο σε σχέση με τους συναδέλφους του στο επάγγελμα. Είναι, για παράδειγμα, αδιανόητο να είναι κάποιος αρχηγός ή κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος κόμματος και να ασκεί μάχιμη δικηγορία υπερασπιζόμενος διάφορα επιχειρηματικά συμφέροντα.

Δεύτερον, το προηγούμενο καθεστώς δημιουργούσε κραυγαλέες και αδικαιολόγητες ανισότητες ανάμεσα σε βουλευτές διαφόρων επαγγελμάτων και ανάμεσα στους βουλευτές της Αττικής και τους βουλευτές των άλλων περιφερειών. Πριν την αναθεώρηση οι βουλευτές που είναι καθηγητές πανεπιστημίου, γιατροί του ΕΣΥ, δημόσιοι υπάλληλοι ή λειτουργοί, συμβολαιογράφοι, στρατιωτικοί ή αστυνομικοί, ιδιωτικοί υπάλληλοι σε επιχειρήσεις που συναλλάσσονται με τον δημόσιο τομέα κ.ο.κ. δεν μπορούσαν να ασκήσουν το επάγγελμά τους. Αυτό συνιστούσε είτε κώλυμα εκλογιμότητας και κοινοβουλευτικό ασυμβίβαστο είτε μόνον ασυμβίβαστο μετά την εκλογή του βουλευτή.

Αντίθετα, οι δικηγόροι, οι ιδιώτες γιατροί, οι μηχανικοί, οι επιχειρηματίες, οι φαρμακοποιοί (το φαρμακείο των οποίων λειτουργεί χωρίς τη δική τους παρουσία και προσωπική εργασία) κ.ο.κ. δεν ενέπιπταν στο ασυμβίβαστο.

Κατά τον τρόπο αυτό, ένας διάσημος και καταξιωμένος καθηγητής Αρχαιολογίας εκλεγόμενος βουλευτής ενέπιπτε στο ασυμβίβαστο, ενώ ένας δικηγόρος με επαγγελματική έδρα την Αθήνα μπορούσε να ασκεί χωρίς χρονικό φραγμό πλήρως το επάγγελμά του, αξιοποιώντας την πολιτική και τηλεοπτική προβολή του.

Κατά την ίδια λογική, ο νομοθέτης επιβάλλει στον καθηγητή Ιατρικής να μην ασκεί ιδιωτική ιατρική, αλλά ο καθηγητής Ιατρικής που εκλέγεται βουλευτής και τελεί σε αναστολή άσκησης των καθηγητικών καθηκόντων του, μπορούσε να ασκεί χωρίς φραγμό ιδιωτική ιατρική.

Τρίτον, στο δικό μας αμιγώς κοινοβουλευτικό σύστημα ένας μεγάλος αριθμός βουλευτών της πλειοψηφίας (σήμερα 49) αναλαμβάνουν καθήκοντα υπουργών και υφυπουργών και ως εκ τούτου τελούν ούτως ή άλλως σε καθεστώς πλήρους επαγγελματικού ασυμβίβαστου. Αυτό σημαίνει ότι οποιοσδήποτε βουλευτής της πλειοψηφίας μπορεί να κληθεί ανά πάσα στιγμή να αναλάβει υπουργικά καθήκοντα και να υπαχθεί αμέσως στο ασυμβίβαστο.

Εδώ εντοπίζεται η μεγάλη πολιτική υποκρισία της συζήτησης για το ασυμβίβαστο. Δεν γνωρίζω περίπτωση βουλευτή που αρνήθηκε να αναλάβει καθήκοντα υπουργού ή υφυπουργού με το επιχείρημα ότι έχει επαγγελματικές υποχρεώσεις ή οικονομική ανάγκη να ασκεί το επάγγελμά του. Η αποζημίωση του υπουργού είναι ως γνωστόν η αποζημίωσή του ως βουλευτή με ελάχιστα έξοδα παράστασης, λιγότερα από τις πρόσθετες αποζημιώσεις των απλών βουλευτών λόγω συμμετοχής σε συνεδριάσεις επιτροπών.

Ταυτοχρόνως, στο δικό μας κοινοβουλευτικό σύστημα η Βουλή λειτουργεί διαρκώς, δώδεκα μήνες το χρόνο ( μαζί με το Τμήμα διακοπής), επί πέντε συνήθως ημέρες την εβδομάδα. Η άσκηση του νομοθετικού έργου και του κοινοβουλευτικού ελέγχου απαιτεί προετοιμασία και παρουσία. Επιπλέον είναι αδιανόητο να ασκεί κάποιος βουλευτής κοινοβουλευτικό έλεγχο ή να καταθέτει απόψεις και προτάσεις στη νομοθετική διαδικασία έχοντας ενδεχομένως άμεση ή έμμεση επαγγελματική σχέση με συμφέροντα που ωφελούνται ή βλάπτονται από τις ρυθμίσεις. Αυτό δεν μπορεί να συμβαίνει, αλλά ούτε και να διατηρείται ως υποψία ή ως δυνατότητα.

Ανεπάγγελτοι και επαγγελλόμενοι

6. Το πιο προκλητικό επιχείρημα κατά του ασυμβίβαστου είναι αυτό που λέει ότι η εφαρμογή της νέας διάταξης θα οδηγήσει στο φαινόμενο του ανεπάγγελτου βουλευτή!

Ο βουλευτής οφείλει να διαμορφώσει την κοινωνική και επαγγελματική του προσωπικότητα και ιστορία πριν να διεκδικήσει την εκλογή του. Η σκέψη πως η βουλευτική ιδιότητα θα λειτουργεί ως πρόσθετο επαγγελματικό πλεονέκτημα και ως μέσο αθέμιτου επαγγελματικού ανταγωνισμού είναι προκλητική και απαράδεκτη.

Ο βουλευτής οφείλει να έχει επαγγελματική υπόσταση πριν από την εκλογή του και να έχει τη δυνατότητα να επανέλθει σ' αυτή μόλις χάσει τη βουλευτική του ιδιότητα. Το γεγονός ότι επί δέκα σχεδόν χρόνια τελώ ως υπουργός σε καθεστώς ασυμβίβαστου ως δικηγόρος και σε καθεστώς αναστολής ως καθηγητής Πανεπιστημίου δεν με έχει αποκόψει ούτε από την επιστήμη μου ούτε από τη δυνατότητά μου να επανέλθω στις δραστηριότητές μου αυτές μόλις χρειαστεί.

Εκτός και αν θεωρούνται ανεπάγγελτοι βουλευτές όπως ο καθηγητής Γ. Χουρμουζιάδης και παλιότερα ο καθηγητής Δ. Παντερμαλής, που λαμπρύνουν την ελληνική αρχαιολογία και τελούν αναγκαστικά σε αναστολή άσκησης του επαγγέλματος του καθηγητή του Πανεπιστημίου.

Ο ανεξάρτητος βουλευτής!

7. Εξίσου προκλητικό είναι το επιχείρημα που λέει ότι ο βουλευτής με επαγγελματική δραστηριότητα και οικονομικές δυνατότητες μπορεί να είναι πολιτικά και κομματικά περισσότερο ανεξάρτητος.

Αναρωτιέμαι ποια παραδείγματα βουλευτών έχουν, τόσο ιστορικά όσο και στην παρούσα Βουλή, υπόψη τους όσοι διατυπώνουν το επιχείρημα αυτό.

Οσοι υπάγονται ούτως ή άλλως και με βάση το προηγούμενο συνταγματικό καθεστώς σε ασυμβίβαστο ή σε αναστολή άσκησης του επαγγέλματός τους (π.χ. όλοι οι υπουργοί και υφυπουργοί, οι καθηγητές ΑΕΙ, οι δημόσιοι υπάλληλοι και λειτουργοί) είναι λιγότερο ανεξάρτητοι πολιτικά από αυτούς που ασκούν απεριόριστα και ενεργά το επάγγελμά τους;

Η εμπειρία διδάσκει ότι οι διαφωνίες διατυπώνονται κυρίως από πολιτικά στελέχη που είναι κατ' ανάγκη αποκλειστικά αφοσιωμένα στην πολιτική τους δραστηριότητα και κατέχουν κορυφαίες ή σημαντικές θέσεις στο πολιτικό γίγνεσθαι της χώρας και στους κομματικούς τους χώρους.

Η βουλευτική αποζημίωση

8. Βάναυσα εξευτελιστικό είναι, τέλος, το επιχείρημα που λέει ότι η μεγάλη πλειοψηφία των μελών της αναθεωρητικής Βουλής υπερψήφισε το επαγγελματικό ασυμβίβαστο με την προσδοκία της αύξησης της βουλευτικής αποζημίωσης.

Η βουλευτική αποζημίωση έπρεπε προ πολλού να διασφαλίζει την αξιοπρέπεια των βουλευτών ανεξάρτητα από την ισχύ του επαγγελματικού ασυμβίβαστου.

Αν θέλουμε να έχουμε αξιοπρεπείς βουλευτές και ανεξάρτητα κόμματα, τότε πρέπει ο κρατικός προϋπολογισμός να καταβάλει αδιαμαρτύρητα το αναγκαίο -πολύ μικρό συνολικά- κόστος.

Οποιος άλλωστε θέλει να δει ποιο είναι το μέσο ευρωπαϊκό επίπεδο στα θέματα αυτά, δεν έχει παρά να συγκρίνει την αποζημίωση των ευρωβουλευτών με την αποζημίωση των Ελλήνων βουλευτών.

Το παράδοξο, όμως, είναι ότι όταν η βουλευτική αποζημίωση μένει σε χαμηλό επίπεδο, διατυπώνονται υποψίες και υπαινιγμοί για το πώς αντεπεξέρχονται οι βουλευτές στις πολιτικές και κοινωνικές τους υποχρεώσεις. Μόλις γίνει οποιαδήποτε κίνηση αύξησης της αποζημίωσης ή διασφάλισης κάποιων έμμεσων παροχών (όπως έγινε πρόσφατα με τη χρονομεριστική μίσθωση αυτοκινήτων για τους βουλευτές) ασκείται οξεία κριτική γιατί οι βουλευτές «ευλογούν τα γένια τους» ή επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό με το κόστος λειτουργίας των δημοκρατικών και κοινοβουλευτικών θεσμών!

Η επάνοδος στο επάγγελμα

9. Το ίδιο ισχύει και με τη διαμόρφωση των προϋποθέσεων επανόδου του βουλευτή που χάνει την ιδιότητά του στο επάγγελμά του. Αυτό προβλέπεται ρητά στο Σύνταγμα και είναι αναγκαίο, αν θέλουμε βουλευτές με κοινωνικό και επαγγελματικό κύρος να ασχολούνται με τα κοινά, γνωρίζοντας ότι μπορούν να επανέλθουν στο επάγγελμά τους, μετά τη λήξη της βουλευτικής τους θητείας.

Είναι επίσης άδικο τέτοια διαδικασία να προβλέπεται εδώ και χρόνια για τους δημόσιους υπαλλήλους και λειτουργούς και για τους εργαζόμενους στο δημόσιο τομέα, που ήταν βουλευτές, και να μην προβλέπεται για τους άλλους, εφ' όσον τώρα και αυτοί υπάγονται σε επαγγελματικό ασυμβίβαστο.

Οι εξαιρέσεις

10. Είναι, τέλος, προφανές και από την απλή ανάγνωση του αναθεωρημένου άρθρου 57, αλλά και από τα πρακτικά των σχετικών συζητήσεων, ότι το Σύνταγμα επιτρέπει στον κοινό νομοθέτη να προβλέψει ορισμένες (επαγγελματικές βεβαίως) δραστηριότητες των βουλευτών, οι οποίες ομως σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να είναι απαγορευμένες κατά το πρώτο εδάφιο της ίδιας παραγράφου. Δεν πρέπει, δηλαδή, να σχετίζονται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ, τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ή επιχειρήσεις που συναλλάσσονται με το Δημόσιο ή επιχορηγούνται από αυτό.

Ο νομοθέτης πρέπει να είναι φειδωλός και να σέβεται την αρχή της αναλογικότητας και το σκοπό της συνταγματικής διάταξης, στον οποίο ήδη αναφερθήκαμε. Οι εξαιρέσεις αυτές μπορεί -ανάλογα με την επιλογή του νομοθέτη- να είναι από ελάχιστες έως μερικές ανά κατηγορία επαγγελμάτων και ιδιοτήτων.

Αυτό όμως δεν είναι αναγκαίο να γίνει ούτε άπαξ ούτε εξ αρχής. Ο νομοθέτης μπορεί χωρίς χρονικούς περιορισμούς να συμπληρώσει, να τροποποιήσει ή να εξειδικεύσει τις ρυθμίσεις αυτές ανάλογα με την εμπειρία που θα διαμορφωθεί στο μεταξύ.

Αν όμως γινόταν το αντίστροφο, αν δηλαδή δεν είχε επιβληθεί συνταγματικά το ασυμβίβαστο με έναρξη εφαρμογής τη δήλη ημέρα της 31.12.2002 και είχε αφεθεί η ευχέρεια θέσπισής του στον κοινό νομοθέτη μαζί με την εισαγωγή των αναγκαίων εξαιρέσεων και ρυθμίσεων, δεν θα είχε γίνει απολύτως τίποτα.

Ο σεβασμός του Συντάγματος

11. Αυτό συνεπώς που προέχει είναι ο σεβασμός του Συντάγματος και η ένταξη του ισχύοντος ασυμβίβαστου στο ευρύτερο πλαίσιο ενός πλέγματος ρυθμίσεων (κυρίως) του Κανονισμού της Βουλής που αφορούν συνολικά το status και το ρόλο του βουλευτή μέσα στη Βουλή, μέσα στην περιφέρειά του, μέσα στα κόμματα και μέσα στο σύστημα ενημέρωσης.

Αυτό που έχει την κύρια σημασία δεν είναι το επαγγελματικό ασυμβίβαστο των βουλευτών, αλλά η ανάγκη να υπάρχει ένα «ασυμβίβαστο» Σύνταγμα, που να εγγυάται το δημοκρατικό κράτος δικαίου.

 


* Άρθρο του υπουργού Πολιτισμού Ευ. Βενιζέλου στην Ελευθεροτυπία, 21 Ιανουαρίου 2003

Tags: Συνταγματική Πολιτική | Αναθεώρηση του Συντάγματος