9 Φεβρουαρίου 2009

Αγόρευση Ευ. Βενιζέλου κατά τη συζήτηση επερώτησης Βουλευτών του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος προς τον Υπουργό Εσωτερικών, σχετικά με την εγκληματικότητα.



Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, οι άνθρωποι ωριμάζουν και όταν πιέζονται ωριμάζουν γρηγορότερα. Εύχομαι αυτό να ισχύσει στην περίπτωση του Αναπληρωτή Υπουργού Εσωτερικών κ. Μαρκογιαννάκη, γιατί επανήλθε φουριόζος στο Υπουργείο Εσωτερικών, στο πρώην Υπουργείο Δημόσιας Τάξης, αλλά οι πρώτες εβδομάδες της νέας θητείας του ήταν βασανιστικές. Ήρθε αντιμέτωπος με πάρα πολλά οξύτατα προβλήματα. Βλέπω ότι τώρα υιοθετεί ένα δημόσιο λόγο μετριοπαθή, προσεχτικό, αυτοπροστατευτικό.

Αναρωτιέμαι, όμως, γιατί πριν από λίγες ημέρες η Κυβέρνηση με αυταρέσκεια και θα έλεγα, ανοήτως, απέρριψε την ευεργετική γι’ αυτήν τελικά πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ που στήριξε ομόθυμα η Αντιπολίτευση; Γιατί δεν δεχτήκατε, κύριε Υπουργέ, τη συγκρότηση διακομματικής επιτροπής για τα θέματα της Αστυνομίας, προκειμένου να συζητούνται όλα αυτά, να διαμορφώνονται συναινέσεις, να εκτονώνονται καταστάσεις, να αναπτύσσεται ένας οργανωμένος κοινοβουλευτικός και κοινωνικός διάλογος, προκειμένου να αναδιαρθρωθεί, πράγματι, η Ελληνική Αστυνομία που είναι ένα από τα μεγάλα προβλήματα του τόπου;

Τώρα έρχεστε και έχοντας προφανώς δει πόσο δύσκολο είναι να κάνετε οποιονδήποτε χειρισμό, πόσο μεγάλες είναι οι πιέσεις, λέτε «ας συζητήσουμε για την αναδιάρθρωση των μονάδων της Eλληνικής Aστυνομίας, ας συζητήσουμε για το καθεστώς των μεταθέσεων, ας συζητήσουμε για το πειθαρχικό δίκαιο».
Μα, αυτό γιατί δεν έπρεπε να είναι το αντικείμενο της διακομματικής επιτροπής; Τι έπαθε δηλαδή το Υπουργείο Δικαιοσύνης, που ασκεί τη σωφρονιστική πολιτική, από το γεγονός ότι λειτουργεί εδώ και χρόνια και λειτουργεί και τώρα ειδική επιτροπή για το σωφρονιστικό σύστημα.

Τα πορίσματα έχουν κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί και αποτελούν μια πολύ σοβαρή βάση για τη χάραξη πολιτικής, όταν η εκάστοτε ηγεσία του αρμόδιου Υπουργείου μπαίνει στον κόπο να διαβάσει τα πορίσματα των κοινοβουλευτικών επιτροπών. Το ίδιο ισχύει για τα ναρκωτικά, το ίδιο ισχύει για το πρόβλημα της μετανάστευσης και αυτά συνδέονται στενότατα με το ζήτημα της δημόσιας τάξης.

Βλέπετε ότι η νέα ατζέντα του κ. Καραμανλή αρχίζει και σας εκδικείται. Οικονομία, εκπαίδευση, ασφάλεια. Και τα τρία είναι μεγάλα μέτωπα της κοινωνίας εναντίον της Κυβέρνησης, γιατί είναι μέτωπα της Κυβέρνησης εναντίον της κοινωνίας, γιατί και στα τρία οι εξετάσεις που δώσατε οδήγησαν σε απορριπτικό αποτέλεσμα. Και γι’ αυτό υπάρχει μια συνολική, καθολική κρίση νομιμοποίησης της Κυβέρνησης.

Υπάρχει κρίση εμπιστοσύνης και η κρίση εμπιστοσύνης είναι κρίση ασφάλειας. Όλα συνδέονται μεταξύ τους και σίγουρα το πρόβλημα της οικονομικής δυσπραγίας, ο κίνδυνος μείωσης των εισοδημάτων, ο κίνδυνος της απόλυσης, η αδυναμία ανεύρεσης εργασίας, η διάρρηξη του κοινωνικού ιστού, η κατάρρευση των κωδίκων, των κωδίκων αξιών της κοινωνίας συνδέονται άμεσα με την ανάπτυξη ή την ανοχή εγκληματικών συμπεριφορών.

Δεν είναι μόνο η μετανάστευση, δεν είναι μόνο τα ναρκωτικά. Είναι συνολικά το κλίμα ανομίας μέσα στο οποίο ζει η ελληνική κοινωνία. Και το κλίμα ανομίας το έχει καλλιεργήσει και υποθάλψει η Κυβέρνηση με την πολιτική της και, κυρίως, με την κρίση της δημόσιας ηθικής, που επί χρόνια τώρα καλλιέργησε στη θέση του περιβόητου συνθήματος «σεμνά και ταπεινά» που έχει γίνει το μεγάλο μπούμερανγκ της Κυβέρνησης του κ. Καραμανλή.

Έχουμε πλήρη συνείδηση, κυρίες και κύριοι Βουλευτές, του γεγονότος ότι το ΠΑΣΟΚ είναι ένα κόμμα εξουσίας. Έχει ασκήσει την εξουσία, έχει φθαρεί από αυτήν, αλλά και έχει μάθει. Και ξέρουμε ότι μόλις μας δώσει την εντολή ξανά ο ελληνικός λαός, θα βρεθούμε αντιμέτωποι με τεράστια προβλήματα σ’ όλους τους τομείς, χωρίς περίοδο χάριτος, και θα πρέπει αμέσως να δώσουμε απαντήσεις. Όλα δε όσα λέμε και έχουν προγραμματικό χαρακτήρα είναι αμέσως απαιτητά, είναι εξοφλητέα άμα τη εμφανίσει ενός νέου συσχετισμού στη Βουλή και μιας νέας κυβέρνησης.

Όμως δεν δεχόμαστε αυτόν τον συμψηφισμό ο οποίος συγκρίνει τη σημερινή κατάσταση με τη δεκαετία του ’80. Κάποτε πρέπει στην Αίθουσα αυτή να αρθούμε υπεράνω αυτού του στείρου και στερεότυπου κομματικού λόγου, «τι κάναμε, τι κάνατε».

Και εγώ μπορώ να αντιτάξω ότι παραδώσαμε το 2004 την Eλληνική Aστυνομία στην καλύτερη στιγμή της -και την παραλάβατε τότε ως Υφυπουργός μαζί με τον κ. Βουλγαράκη- μια Aστυνομία με αυτοπεποίθηση, με περγαμηνές, λόγω της εξάρθρωσης της «17 Νοέμβρη», μια Aστυνομία που είχε σηκώσει το βάρος σε πολύ μεγάλο βαθμό της ολυμπιακής ασφάλειας και διεκπεραίωσε -παρά τις τεράστιες δυσκολίες και τις πρωτοφανείς διεθνείς πιέσεις που έθεταν σε κίνδυνο την κυριαρχία της χώρας- το σχέδιο, αυτό το οποίο φυσικά δεν ήταν ένα σχέδιο έξι μηνών -γιατί διαχειριστήκατε το τελευταίο εξάμηνο- αλλά ένα σχέδιο με πολύ μεγάλο βάθος.

Και έχει σημασία να έχεις μια Aστυνομία με αυτοπεποίθηση, μια Αστυνομία που έχει καλή σχέση με την κοινωνία, μια κοινωνικά νομιμοποιημένη Αστυνομία, η οποία αντιμετωπίζει τον πολίτη με τη φιλικότητα που χρειάζεται. Γιατί έχουμε πει κατ’ επανάληψη πως απλά είναι τα πράγματα σε σχέση με την Αστυνομία. Υπάρχει μια τεράστια διεθνής εμπειρία. Ξέρουμε ποιες αστυνομίες διεθνώς είναι αποτελεσματικές, καλά οργανωμένες και ποιες δημιουργούν προβλήματα.
Νομίζω ότι μπορούμε να συμφωνήσουμε στην ανάγκη του απόλυτου επαγγελματισμού, των υψηλών επαγγελματικών προδιαγραφών, της εκπαίδευσης υψηλού επιπέδου, πρακτικής -αλλά δεν υπάρχει πρακτική χωρίς θεωρία- και συνεχούς, γιατί μόνο η συνεχιζόμενη εκπαίδευση μπορεί να οδηγήσει σε αποτελέσματα.

Μπορούμε να συμφωνήσουμε στην ανάγκη της αξιοκρατίας και δεν χρειάζεται να συζητάμε τώρα για το φαινόμενο του κομματισμού, γιατί είναι, πραγματικά, τελείως βλακώδες για οποιαδήποτε κυβέρνηση και οποιονδήποτε ασκεί κυβερνητική εξουσία να επιλέγει τους συνεργάτες του με κομματικά κριτήρια και όχι με αξιοκρατικά κριτήρια.

Έχω διευθύνει πολλά Υπουργεία και ποτέ δεν ρώτησα τις πολιτικές πεποιθήσεις των γενικών διευθυντών, των διευθυντών ή των προϊσταμένων άλλων οργανικών μονάδων. Και έχω προσωπική εμπειρία για το πώς λειτουργούν οι μηχανισμοί της Ελληνικής Αστυνομίας γιατί πολλές φορές συνεργάστηκα στενά με το τότε Υπουργείο Δημόσιας Τάξης και έχω πλήρη εικόνα του τι σημαίνει να έχεις επιχειρησιακή ικανότητα και ξέρω πάρα πολύ καλά ότι η κομματική ταυτότητα δεν προσδίδει επιχειρησιακή ικανότητα. Όμως, αυτά πρέπει να θεωρούνται δεδομένα τώρα. Και τώρα, με βάση τις αντιλήψεις του 2009, μικρότερα περιστατικά ευνοιοκρατίας κάνουν πολύ μεγαλύτερη εντύπωση. Διότι δεν έχει ανοχές η κοινωνία.

Ξέρετε, μέχρι την πρώτη εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ, το 1981, υπήρχε ένα είδος ιστορικής αδράνειας και κοινωνικής ηττοπάθειας, αν θέλετε. Εθεωρείτο ο χώρος της Αστυνομίας, τότε της Χωροφυλακής και της Αστυνομίας Πόλεων, ένας χώρος διαρθρωτικά δεξιός, ένας χώρος που ανήκε σ’ αυτό που λέγεται συντηρητική παράταξη, όπως και όλο το κράτος. Ε, τώρα αυτά δεν ισχύουν.

Η Αστυνομία, όπως και όλοι οι θεσμοί του κράτους, ανήκουν στον Έλληνα πολίτη κα μόνο ο επαγγελματισμός, η αξιοκρατία, η διαφάνεια, η νομιμότητα και ο σεβασμός των δικαιωμάτων μπορεί να οδηγήσει σε αποτελέσματα, χωρίς τεχνητά διλλήματα, χωρίς το ψευδές δίλημμα «ασφάλεια versus ελευθερία», γιατί έχει δοθεί απάντηση από τον 19ο αιώνα σ’ αυτό το θέμα. Ο σεβασμός των δικαιωμάτων είναι η μέθοδος για την καταπολέμηση του εγκλήματος, την προστασία του πολίτη και την επιβολή της έννομης τάξης. Αυτά τα θέματα έχουν λυθεί.

Βλέπετε πού οδηγούνται μεγάλες χώρες, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείας, όταν αποκλίνουν από την αρχή αυτή και πώς αγωνίζεται τώρα ο νέος Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών να επιβάλει τις στοιχειώδες αρχές του κράτους δικαίου στη χώρα του, με την περίπτωση του Γκουαντάναμο.

Άρα, έχει πολύ μεγάλη σημασία να συμφωνήσουμε απέναντι σ’ αυτά και σ΄ ορισμένους άλλους πολύ απλούς κανόνες, κύριε Υπουργέ.
Πρότεινε το ΠΑΣΟΚ να ληφθούν ριζικά μέτρα για την απαλλαγή των αστυνομικών όλων των κατηγοριών, όλων των βαθμών, από διοικητικά καθήκοντα που μπορούν να καλυφθούν από άλλες υπηρεσίες, από τη Δημοτική Αστυνομία.

Γενικά αυτό που λέγεται «διοικητική αστυνομία» πρέπει να διαχωριστεί από την αστυνομία τάξης και ασφάλειας και πρέπει η Ελληνική Αστυνομία να μην επιβαρύνεται με τα πολλαπλά καθήκοντα της λεγόμενης διοικητικής αστυνομίας που πρέπει να ασκούνται πρωτίστως από τη Δημοτική Αστυνομία και από άλλα όργανα ή από άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τα οποία εφάπτονται με το ζήτημα αυτό, όπως είναι για παράδειγμα ο ΕΦΕΤ ή όπως είναι η υπηρεσία ειδικών ελέγχων ή όπως είναι οι πολεοδομικές υπηρεσίες, γιατί όλα αυτά τελικώς συγκροτούν το μεγάλο κλάδο της διοικητικής αστυνομίας. Και πρέπει να δούμε στα σοβαρά πώς θα οργανώσουμε επαγγελματικά και επιστημονικά τους άλλους κλάδους της ασφάλειας και της τάξης.

Πρέπει να συζητήσουμε σοβαρά για την εκπαίδευση και των ειδικών φρουρών και των αστυφυλάκων, αλλά, βεβαίως, και των αξιωματικών και για τη συνεχιζόμενη εκπαίδευση.

Για τη χρήση των όπλων χρειάζεται μία πολύ σοβαρή συζήτηση σε συνεργασία με τη δικαιοσύνη και την επιστημονική κοινότητα, ώστε να συμφωνήσει η κοινωνία για το πώς πρέπει να γίνεται η χρήση των όπλων, με σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα, στο Σύνταγμα, αλλά αυτό χρειάζεται εκπαίδευση, ψυχραιμία, επαγγελματισμό.

Και βέβαια αντιλαμβανόμαστε πλήρως την αγωνία και την αμηχανία των αστυνομικών που βρίσκονται στο στόχαστρο δύο νέων τρομοκρατικών οργανώσεων, οι οποίες, δυστυχώς, έκαναν την εμφάνισή τους μετά τα γεγονότα του τελευταίου Δεκεμβρίου. Διότι μία Αστυνομία που είναι έκθετη σε τέτοιο κίνδυνο, αστυνομικοί που υφίστανται αυτήν την ψυχολογική πίεση, είναι πάρα πολύ κακοί φύλακες της κοινωνίας.

Είναι, όμως, μία ευκαιρία προστατεύοντας τον εαυτό τους να καταπολεμήσουν τα φαινόμενα αυτά του οργανωμένου εγκλήματος, να εξαρθρώσουν στα πρώτα βήματά τους αυτές τις τρομοκρατικές οργανώσεις, αλλά αυτό χρειάζεται επαγγελματισμό και αξιοκρατία στην Αντιτρομοκρατική Υπηρεσία, η οποία, δυστυχώς, έχει υποστεί πλήγματα από την άποψη αυτή τα τελευταία χρόνια, ελλείψει επιγνώσεως της πολιτικής ηγεσίας για το τι συμβαίνει.

Διότι, όπως έχουμε πει κατ’ επανάληψη, μόνο μία Αστυνομία που έχει αξιοπρέπεια υπηρεσιακή, μπορεί να έχει ικανότητα επιχειρησιακή. Μόνο μία Αστυνομία που δεν φοβάται, μπορεί να υπηρετεί τον πολίτη και να σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα. Μόνο μία Αστυνομία που νιώθει ότι προστατεύεται από το νόμο και το Σύνταγμα, μπορεί να προστατεύσει το νόμο και το Σύνταγμα στην καθημερινή πρακτική και τη λειτουργία της κοινωνίας.

Τα μηνύματα που στέλνετε –και τα μηνύματα που στέλνετε και προσωπικά εσείς, κύριε Υπουργέ- είναι αντιφατικά. Είναι μηνύματα που τα στέλνετε κατά περίπτωση και κατά το δοκούν. Άλλοτε εμφανίζεστε, όπως σήμερα, μ’ ένα πιο μετριοπαθές και συζητητικό πρόσωπο και άλλοτε μ ένα πιο οξύ και κομματικό πρόσωπο.

Πρέπει –και αυτό μην το εκλαμβάνετε ως συμβουλή, να το εκλάβετε ως θέση της Αντιπολίτευσης που απευθύνεται, όχι σε σας προσωπικά, αλλά στον Πρωθυπουργό και την Κυβέρνηση συλλογικά- ο λόγος σας να αποκτήσει σταθερά θεσμικά χαρακτηριστικά. Να μη στέλνετε αντιφατικά μηνύματα, τα οποία προκαλούν σύγχυση και στο αστυνομικό προσωπικό και την κοινωνία, για να υπάρξει σαφήνεια, σταθερότητα, αίσθηση ασφάλειας και σιγουριάς.

Βέβαια, ζητάω πολλά από μια Κυβέρνηση, η οποία σπαράσσεται εσωτερικά, που ζει μέρα με την ημέρα, που δεν ξέρει τι θα γεννήσει η επόμενη μέρα. Και δεν θα το λύσετε εσείς αυτό το πρόβλημα. Αυτό το πρόβλημα είναι πρόβλημα του κ. Καραμανλή, εν τέλει βέβαια είναι πρόβλημα του τόπου.

Γι’ αυτό το ΠΑΣΟΚ έθετε και θέτει με σαφή και επίσημο τρόπο το ζήτημα των εκλογών, γιατί το κόστος των εκλογών είναι πολύ μικρότερο από το κόστος της παραμονής της Κυβέρνησης του κ. Καραμανλή στην εξουσία μέσα σε τέτοιες οικονομικές, κοινωνικές συνθήκες.

Tags: Ασφάλεια | Αντεγκληματική Πολιτική