2 Φεβρουαρίου 2009

Αγόρευση Ευ. Βενιζέλου κατά τη συζήτηση και λήψη απόφασης επί της προτάσεως του Προέδρου της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του Συνασπισμού Ριζοσπαστικής Αριστεράς για τη σύσταση Επιτροπής γενικότερου ενδιαφέροντος, με θέμα τη δημοκρατική αναδιοργάνωση της Αστυνομίας.


 

Κύριε Πρόεδρε, ο κ. Μαρκογιαννάκης με τη σημερινή αγόρευσή του στη Βουλή, με τη σημερινή νευρική λόγω της πίεσης υπό την οποία τελεί και επιθετική τοποθέτησή του, προσέφερε πολύ κακή υπηρεσία και στον εαυτό του και στην Κυβέρνηση. Αντιλαμβάνομαι την ανάγκη του να εμφανιστεί ενώπιον της Βουλής και να απολογηθεί για τα σημερινά επεισόδια. Αντιλαμβάνομαι πως νιώθει ένοχος για όλα όσα συνέβησαν και αφορούν τους συμπατριώτες του Κρητικούς. Όμως, από του σημείου αυτού μέχρι του σημείου να κατηγορεί την Αξιωματική Αντιπολίτευση ως υποκινητή της μετακίνησης των αγροτών από την Κρήτη στην Αθήνα και ως υποκινητή των επεισοδίων, η απόσταση είναι πολύ μεγάλη. Και συνιστά προσβολή προς το φιλότιμο και την αξιοπρέπεια των αγροτών της Κρήτης το να τους μετατρέπει ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης σε απλά ενεργούμενα και υποκινούμενα ενός κόμματος. Θα λάβει, φοβούμαι, απάντηση σ’ αυτήν του την επίθεση, που δεν στρέφεται κατά του ΠΑΣΟΚ αλλά κατά του αγροτικού κινήματος και μάλιστα της ιδιαίτερης πατρίδας του.

Δεν μπορεί να θέτει το ΠΑΣΟΚ και τα άλλα κόμματα της Αντιπολίτευσης προ τεχνητών διλημμάτων, αν είμαστε υπέρ ή κατά της παρουσίας των τρακτέρ στο κέντρο της Αθήνας και της παρέλασης των τρακτέρ στην οδό Πανεπιστημίου προς τη Βουλή.

Κακώς φτάσαμε στο σημείο αυτό. Βλέπετε, στα θέματα δημόσιας τάξης όπως και σ’ όλα τα θέματα διαχείρισης κρίσεων, η απόσταση ανάμεσα στο θρίαμβο και την καταστροφή είναι μία τρίχα. Και η Κυβέρνηση οδηγήθηκε σήμερα σε μία πολιτική, κοινωνική και επικοινωνιακή ήττα επειδή δεν μπόρεσε να λειτουργήσει με καλά ανακλαστικά και με ετοιμότητα. Αντί να οργανώνει τρόπους μετάβασης των αγροτών στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης ο κ. Μαρκογιαννάκης, αφού έφτασαν με τα τρακτέρ στην Αθήνα, θα μπορούσε να είχε προτείνει στον Υπουργό και τους Υφυπουργούς Αγροτικής Ανάπτυξης να έχουν πάει το Σάββατο στην Κρήτη και να έχουν συζητήσει επί τόπου με τους αγρότες και να έχουν λύσει τα προβλήματα. Η Κυβέρνηση όμως δεν γνωρίζει τι σημαίνει κοινωνικός διάλογος και δεν έχει και την αξιοπιστία να κάνει έναν προληπτικό, ειλικρινή κοινωνικό διάλογο. Ταλαιπωρεί όλη τη χώρα.
Και ακούσαμε σήμερα το καταπληκτικό δόγμα πως δεν πειράζει να έχουμε μπλόκα και να διακόπτεται η κυκλοφορία στο εθνικό οδικό δίκτυο, στην οδό Αθηνών-Θεσσαλονίκης, στο επαρχιακό δίκτυο της Κρήτης.

Μας απασχολεί μόνο το κέντρο της Αθήνας. Ε, αυτό συνιστά και μία προσβολή προς όλη την υπόλοιπη χώρα και προς όλους τους πολίτες που ταλαιπωρούνται επί εβδομάδες τώρα, επειδή η Κυβέρνηση θέλει να φανεί επιεικής, δηλώνει ότι δεν ασκεί βία σε σχέση με τους αγρότες. Αλλά είδατε ότι και αυτή η θεωρία κατέρρευσε, γιατί ασκήθηκε βία και μάλιστα η χειρότερη μορφή βίας που είναι η ανόητη βία, γιατί τίποτα δεν είναι πιο αυταρχικό από το ανόητο κράτος και από την ανόητη πολιτική εξουσία που πάει και μπλέκεται με τα πίτουρα και φυσικά την τρώνε οι κότες.

Ακούσαμε σήμερα επίσης, κύριε Πρόεδρε, την αξιομνημόνευτη ιστορική φράση με την οποία ξεκινά τη σταδιοδρομία στον τομέα της δημόσιας τάξης ο Αναπληρωτής Υπουργός, ο κ. Μαρκογιαννάκης. Όλοι οι συνάδελφοί του της Νέας Δημοκρατίας σ’ όλες τις περιόδους, από τη Μεταπολίτευση έως τώρα, συνέδεσαν τη διέλευσή τους από το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης με μία επιγραμματική φράση που σπάει κόκαλα. Η δική του ποια ήταν; Ότι δεν είναι η δημοκρατία μέτρο οργάνωσης και λειτουργίας της Αστυνομίας, αλλά είναι η Αστυνομία μέτρο αξιολόγησης της δημοκρατίας. Έλεος, πια! Αυτό συνιστά προσβολή προς την Αίθουσα, προς τους κοινοβουλευτικούς θεσμούς και πλήρη διαστροφή της λειτουργίας του δημοκρατικού και δικαιοκρατικού πολιτεύματος. Με αυτήν τη νοοτροπία φυσικά δεν μπορούμε να έχουμε αποκατάσταση της σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ Αστυνομίας και κοινωνίας.
Χρειάζονται απλά πράγματα, κύριε Πρόεδρε: επαγγελματισμός, αξιοκρατία, διαφάνεια, νομιμότητα, σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Μπορούμε να στηρίξουμε όλοι μια καλά οργανωμένη επαγγελματική, αξιοκρατική Αστυνομία, που καταπολεμά το οργανωμένο έγκλημα, την τρομοκρατία, που προστατεύει τον πολίτη, αλλά ο κίνδυνος διολίσθησης στην ωμή βία και στην προσβολή των συνταγματικών δικαιωμάτων είναι πάντα υπαρκτός και εκεί είναι ο δικός μας φραγμός και μπορεί να υπάρξει αυτός ο φραγμός και αυτός ο διαχωρισμός. Μπορούμε να έχουμε και καλή Αστυνομία και καλή αστυνόμευση και καταπολέμηση του εγκλήματος και σεβασμό της νομιμότητας και σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Αλλά φαίνεται ότι «μωραίνει Κύριος ον βούλεται απωλέσαι», διότι έρχεται η Αντιπολίτευση με την πρότασή της για τη σύσταση διακομματικής επιτροπής για τα θέματα της Αστυνομίας και, αντί να αρπάξει την ευκαιρία η Κυβέρνηση προκειμένου, μέσω της κοινοβουλευτικής διαδικασίας και του διαλόγου να αποκαταστήσει τη σχέση εμπιστοσύνης Αστυνομίας και κοινωνίας, να βρει διαύλους νομιμοποίησης της λειτουργίας της Αστυνομίας, να αντλήσει ιδέες, να διαμορφώσει μία βάση συναίνεσης σ’ ένα τόσο μεγάλο θέμα, έρχεται και προβάλλει την αλαζονεία της, την αυταρέσκειά της, τη δήθεν αυτάρκειά της. Και αντί να λειτουργήσουμε κοινοβουλευτικά, διακομματικά, συναινετικά, ερχόμαστε τώρα και αντιδικούμε, γιατί; Γιατί η Κυβέρνηση έχει την αντίληψη ότι η Αστυνομία είναι κομματικό της φέουδο, έχει προνομιακές σχέσεις με το αστυνομικό προσωπικό, έτσι νομίζει, και δεν καταλαβαίνει ότι τελικά, όπως έχασε όλες τις κοινωνικές δυνάμεις, όπως έχασε τους μικρομεσαίους, τους συνταξιούχους, τους αγρότες, έτσι έχει χάσει πολιτικά και το αστυνομικό προσωπικό, το οποίο εκθέτει σε κινδύνους και το εκθέτει και στα μάτια της κοινωνίας.

Λυπάμαι πραγματικά, κύριε Πρόεδρε, γιατί η Κυβέρνηση δεν αντιλαμβάνεται την κατάστασή της και χάνει μια ευκαιρία που της προσέφερε με υπευθυνότητα η Αντιπολίτευση, αρχής γενομένης από την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ που στηρίζει και το ΠΑΣΟΚ και οι άλλες δυνάμεις της Αντιπολίτευσης.

Tags: Ασφάλεια | Αντεγκληματική Πολιτική