14 Απριλίου 2008

Εναρκτήρια ομιλία Ευ. Βενιζέλου στο Συνέδριο του Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου με θέμα «Ένα άλλο κράτος είναι εφικτό» στο Αμφιθέατρο Υπουργείου Εξωτερικών

Κυρίες και κύριοι, αγαπητές φίλες και αγαπητοί φίλοι, θέλω να συγχαρώ το Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου για την ιδέα που είχε να οργανώσει αυτό το συνέδριο θέτοντας το δάχτυλο εις τον τύπο των ήλων γιατί το κράτος βρίσκεται πράγματι στο επίκεντρο των δημοσίων συζητήσεων, είναι το πεδίο της πολιτικής, άρα είμαστε υποχρεωμένοι να ασχοληθούμε όσο μπορούμε πιο συστηματικά και υπεύθυνα με το κορυφαίο αυτό ζήτημα, το ζήτημα των ζητημάτων.

Θέλω επίσης να ευχαριστήσω το Κέντρο και προσωπικά τον Δημήτρη Τσάτσο και τον Ξενοφώντα Κοντιάδη γιατί μου εμπιστεύτηκαν αυτή την γενική εισήγηση, ως προοίμιο στις έξι θεματικές ενότητες που θα ακολουθήσουν σήμερα και αύριο.

***

Ι. 1. Ένας συνάδελφος μου έλεγε σκωπτικά ότι ο τίτλος του συνεδρίου «Ένα άλλο κράτος είναι εφικτό» του θυμίζει ένα ρομαντικό σύνθημα περασμένων δεκαετιών που έλεγε «ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός».

Ίσως το ζητούμενο του συνεδρίου να είναι μία περίεργη μορφή ουτοπίας, ένα είδος «κρατικιστικής» ουτοπίας. Άρα, είμαστε υποχρεωμένοι να μιλήσουμε όσο γίνεται πιο ελεύθερα, πιο ανοικτά, πιο ριζοσπαστικά, αν θέλουμε να κατανοήσουμε το πρόβλημα. Και αφ’ ης στιγμής κατανοήσουμε το πρόβλημα είναι βέβαιο ότι θα έχουμε διαμορφώσει και τις προϋποθέσεις επίλυσής του, μια που όλα τα προβλήματα που τίθενται, τουλάχιστον διανοητικά και πολιτικά, μπορούν κάποια στιγμή να βρουν και την πρακτική, την πολιτική τους λύση.

Ι. 2. Η διεθνής οικονομική κρίση που βρίσκεται σε εξέλιξη εδώ και πολλούς μήνες και εντείνεται, αναδεικνύει κατά ένα περίεργο τρόπο και πάλι τον ρόλο του κράτους. Επιβάλλει νέες μορφές κρατικού παρεμβατισμού και προστατευτισμού στις μεγάλες χώρες του καπιταλισμού. Στις ΗΠΑ και στην Μ. Βρετανία το κράτος καλείται με διάφορους τρόπους να παρέμβει προκειμένου να διασώσει χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και μάλιστα επενδυτικές τράπεζες και όχι τράπεζες αποταμιευτικού χαρακτήρα, άρα το ζήτημα δεν είναι η εγγύηση των καταθέσεων και η διαφύλαξη της δημόσιας πίστης αλλά η λειτουργία της χρηματοοικονομικής σφαίρας γενικότερα.

Ι. 3. Ταυτόχρονα στην χώρα μας ζήσαμε, ζούμε μία πολύ μεγάλη πολιτική και κοινωνική ένταση με αφορμή το νέο ασφαλιστικό νόμο που βασίζεται στην παραδοχή πως το ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος, διέρχεται μία βαθιά, σχεδόν αθεράπευτη, δημογραφική και δημοσιονομική κρίση που δήθεν, σπεύδω να πω, επιβάλλει περιορισμούς των κοινωνικών δικαιωμάτων.

Ι. 4. Όλα αυτά έχουν ένα κοινό υπόστρωμα. Το κράτος έχει καταστεί τις τελευταίες δεκαετίες, και σίγουρα τις δύο τελευταίες δεκαετίες, μία εξαιρετικά αντιπαθητική έννοια. Μία έννοια που ταυτίζεται με τον αυταρχισμό, τα πελατειακά δίκτυα, την αδιαφάνεια, την αναποτελεσματικότητα, τη μειωμένη παραγωγικότητα, την κατασπατάληση εθνικών πόρων. Ουσιαστικά με μία συντηρητική προσέγγιση των ζητημάτων. Το κράτος είναι μία έννοια κατασυκοφαντημένη από δύο διαφορετικές αλλά τελικά συγκλίνουσες οπτικές γωνίες.

Η πρώτη οπτική γωνία, προφανής, και δυστυχώς αυταπόδεικτη, ήταν η παταγώδης ιστορική αποτυχία του υπαρκτού σοσιαλισμού. Η άλλη οπτική γωνία είναι η γνωστή ρητορεία, με στερεότυπα που έχουν επιβληθεί διεθνώς στον δημόσιο λόγο, της νεοφιλελεύθερης, όπως έχει επικρατήσει να λέγεται, αντίληψης για το κράτος, για την σχέση κράτους, οικονομίας και κοινωνίας. Κατά ένα περίεργο τρόπο το κράτος ταυτίζεται με το εξουσιαστικό φαινόμενο, με την καταστολή. Ενώ η κοινωνία, η κοινωνία των πολιτών, η οικονομία, η αγορά με ένα χώρο ελευθερίας, δημιουργίας, ανταγωνιστικότητας, παραγωγικότητας και άρα ευμάρειας.

Ι. 5. Λίγοι είναι αυτοί που θυμούνται ότι η έννοια του δημόσιου αγαθού, η έννοια του δημόσιου συμφέροντος, η ίδια η έννοια της πολιτικής συνδέεται ιστορικά με το κράτος. Και σίγουρα από τον 18ο αιώνα και μετά, ή για να είμαι ακόμα ακριβέστερος, με το ίδιο το φαινόμενο της νεωτερικότητας που ταυτίζεται με το συνταγματικό κράτος, με την λεγόμενη συνταγματική/ αντιπροσωπευτική δημοκρατία που ταυτίζεται με τη σειρά της με τον πολιτικό πολιτισμό ο οποίος βρίσκεται στον πυρήνα του ευρωπαϊκού κεκτημένου.

Ι. 6. Έχει, λοιπόν, πάρα πολύ μεγάλη σημασία να δούμε αν αυτά τα στερεότυπα εξακολουθούν να ισχύουν ή αν μπορούμε να προσεγγίσουμε διαφορετικά το ζήτημα ανατρέποντας αυτό που έχει επιβληθεί ως φαινόμενο διεθνώς που είναι ένα εκρηκτικό τρίπτυχο, το οποίο περιλαμβάνει την ιδιωτικοποίηση, την διεθνοποίηση και την αποπολιτικοποίηση του κράτους.

Ι. 7. Βεβαίως το εθνικό κράτος εξακολουθεί να ανθίσταται, ακόμα και στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως φάνηκε από την τύχη της Συνθήκης για την θέσπιση Ευρωπαϊκού Συντάγματος και την νέα περιπέτεια τώρα της μεταρρυθμιστικής Συνθήκης της Λισσαβόνας. Νέα εθνικά κράτη κάνουν την εμφάνισή τους συνεχώς, ιδίως μετά την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και της Γιουγκοσλαβίας. Είναι άλλωστε πολύ νωπή η μονομερής διακήρυξη της ανεξαρτησίας του Κοσσυφοπεδίου. Επίσης το κρατικό φαινόμενο προκαλεί το ενδιαφέρον πολύ μεγάλων περιφερειακών ενοτήτων όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση που θέλουν να μοιάσουν με αυτό.

Ι. 8. Άρα, έχει πολύ μεγάλη σημασία να δούμε αν μπορούμε να ξαναμιλήσουμε για το κράτος ως έννοια. Έχει πολύ μεγάλη σημασία να δούμε αν μπορούμε να υπερβούμε το αυτονόητο της τάσης για ιδιωτικοποίηση όχι απλώς των δημόσιων επιχειρήσεων αλλά του φαινομένου του κράτους συνολικά. Και κυρίως να δούμε αν μπορεί να προταθεί μία άλλη αντίληψη για το κράτος. Γιατί εδώ συμβαίνει το εξής περίεργο. Οι πολίτες, στη μεγάλη τους πλειονότητα, φαίνεται να φοβούνται το κρατικό φαινόμενο, να δυσπιστούν, να το απορρίπτουν, να το θεωρούν ταυτόσημο με αρνητικές έννοιες. Αλλά από την άλλη μεριά οι πολίτες φαίνεται να περιμένουν τα πάντα από ένα άλλο κράτος, από ένα κράτος αντιγραφειοκρατικό, αποκεντρωμένο, λειτουργικό, ένα κράτος που σέβεται τον πολίτη, ένα κράτος που μπορεί να διατυπώσει και να εφαρμόσει δημόσιες πολιτικές.

Ι. 9. Νομίζω ότι ανεξάρτητα από το ποια επιλογή κάνει ο καθένας, όλοι πια ή σχεδόν όλοι συμφωνούν πως τα πάντα, λίγο ή πολύ, σχετίζονται με το κράτος: Το μοντέλο ανάπτυξης, η στήριξη των εισοδημάτων και ιδίως των χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων, η επένδυση στην παιδεία και την γνώση, η διαφύλαξη της κοινωνικής συνοχής και αλληλεγγύης, η προστασία του καταναλωτή, η αντιμετώπιση φαινομένων αισχροκέρδειας, το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη, η διαχείριση κρίσεων κάθε είδους από κρίσεις χρηματοοικονομικές μέχρι κρίσεις που αφορούν την εθνική ασφάλεια και τις φυσικές καταστροφές, η διασφάλιση της διαφάνειας, ο σεβασμός του περιβάλλοντος, η υπεράσπιση των ατομικών και ομαδικών δικαιωμάτων.

Δεν μπορούμε να μιλάμε σοβαρά για τις εγγυήσεις ενός δημοκρατικού κράτους δικαίου, δεν μπορούμε να μιλάμε σοβαρά για τις εγγυήσεις ενός κοινωνικού κράτους που λειτουργεί ρυθμιστικά, εγγυητικά, παροχικά και αναδιανεμητικά, εάν δεν παραδεχθούμε ότι όλα αυτά πάντως προϋποθέτουν το κράτος.

Ι. 10. Πιστεύω ότι θύμα αυτής της ηγεμονίας των αντικρατικιστικών αντιλήψεων έχει πέσει και η ίδια η με την ευρεία έννοια Αριστερά. Και σίγουρα αυτό ισχύει για την Ευρωπαϊκή Σοσιαλιστική Αριστερά, για την Ευρωπαϊκή Κυβερνητική Αριστερά, για τα ευρωπαϊκά σοσιαλιστικά, σοσιαλδημοκρατικά και εργατικά κόμματα.

Συνολικά η Αριστερά έπασχε πάντα από την έλλειψη μίας συγκροτημένης θεωρητικής αντίληψης για το κράτος. Είχε μία εργαλειακή αντίληψη που σε πολύ μεγάλο βαθμό, ως προς το αποτέλεσμά της, ταυτιζόταν με μία παραδοσιακή συντηρητική προσέγγιση του κρατικού φαινομένου. Έπρεπε να πασχίσουν πολλοί και για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα προκειμένου η προοδευτική σκέψη να απεγκλωβιστεί από αυτή την εργαλειακή προσέγγιση του κράτους και να αντιληφθεί ότι το κράτος δεν είναι ένα εργαλείο, δεν είναι ένας μηχανισμός, αλλά είναι ο θεσμός των θεσμών, η σχέση των σχέσεων, είναι η συμπύκνωση ενός συσχετισμού δυνάμεων. Είναι το πεδίο στο οποίο μάλιστα διαμορφώνεται ο πιο ευνοϊκός από τους συσχετισμούς, ο συσχετισμός των πολιτικών δυνάμεων που λόγω της εκλογικής ισότητας των πολιτών, λόγω της ίδιας της αρχής της δημοκρατίας, λόγω της λειτουργίας των δημοκρατικών θεσμών μπορεί να εξελιχθεί ευνοϊκότερα από ό,τι εξελίσσονται οι συσχετισμοί και στο επίπεδο της κοινωνίας των πολιτών και στο επίπεδο της οικονομίας.

Έχει, λοιπόν, πάρα πολύ μεγάλη σημασία η προοδευτική σκέψη να απαλλαγεί από ορισμένα συμπλέγματα ενοχής και κατωτερότητας σε σχέση με την έννοια του κράτους ώστε να μπορέσει να μιλήσει ξανά για μία πολιτική στρατηγική που συνδέεται με το κράτος.

Ι. 11. Η άποψή μου είναι ότι όταν θέτουμε ως στόχο ένα άλλο κράτος, ένα ιδεώδες κράτος, ένα σύγχρονο κράτος δικαίου και διαφάνειας, ένα σύγχρονο αναπτυξιακό κοινωνικό κράτος, ένα κράτος - εγγυητή της ασφάλειας των πολιτών που μπορεί να στηρίξει συγκροτημένες αναπτυξιακές πολιτικές, ένα κράτος που προωθεί την πλήρη απασχόληση, ένα κράτος που λειτουργεί πραγματικά ως μηχανισμός αναδιανομής υπέρ των χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων, ένα κράτος οικολογικά ευαίσθητο, ένα κράτος αντιγραφειοκρατικό, αποκεντρωμένο, λειτουργικό, ουσιαστικά προτείνουμε μία ολοκληρωμένη πολιτική στρατηγική που αφορά όχι μόνον το πεδίο του κράτους, αλλά και της οικονομίας και της κοινωνίας.

Στην εποχή μας το βασικό συγκριτικό πλεονέκτημα κάθε εθνικής οικονομίας, ιδίως σε περιοχές όπως η Ευρώπη, είναι η ποιότητα του κράτους:

ΙΙ. 1. Θα έλεγα, προκαταλαμβάνοντας κάπως την συζήτηση του πρώτου θέματος, ότι η πρόταση για την ανασυγκρότηση του κράτους με το περιεχόμενο που λίγο πολύ προσδιορίζουμε είναι αυτή καθ’ αυτή ένα ολοκληρωμένο μοντέλο ανάπτυξης που διαπερνά οριζόντια όλες τις δημόσιες πολιτικές, την εκπαιδευτική, την ερευνητική, την περιβαλλοντική, την αγροτική, την τουριστική και ούτω καθεξής. Θέτει από μόνη της πολύ καθαρούς αναπτυξιακούς και κοινωνικούς στόχους.

Άλλωστε, όταν μιλάμε για μοντέλο ανάπτυξης, ουσιαστικά μιλούμε για μία δέσμη δημόσιων πολιτικών. Η αγορά, η οικονομία από μόνη της δεν μπορεί να συλλάβει και να θέσει σε εφαρμογή ένα μοντέλο ανάπτυξης. Μπορεί να λαμβάνει υπόψη της μακροοικονομικά και δημοσιονομικά δεδομένα, μπορεί να αναλύει το διεθνές και περιφερειακό περιβάλλον, μπορεί να γίνονται πολύ σοβαρές επιχειρηματικές επιλογές με μικροοικονομικά κριτήρια ή με επιχειρηματική και εμπορική και επενδυτική διαίσθηση, μπορεί να αναλύεται η εξέλιξη των χρηματιστηρίων και γενικά των αγορών χρήματος και κεφαλαίου, μπορεί κάθε επιχειρηματίας  να βλέπει το δικό του επιχειρηματικό στόχο, αλλά είναι πάρα πολύ δύσκολο να συγκροτούνται εθνικά, περιφερειακά και τοπικά μοντέλα ανάπτυξης γιατί αυτά προϋποθέτουν πως υπάρχει μία οντότητα που έχει και την κανονιστική, την νομική και θεσμική δηλαδή, δυνατότητα αλλά και τον οικονομικό όγκο που απαιτείται προκειμένου να εφαρμοστούν αυτές οι δημόσιες πολιτικές. Προκειμένου να υποστηριχθούν στόχοι οι οποίοι τίθενται μέσα από την εφαρμογή των δημοκρατικών διαδικασιών, μέσα δηλαδή από την λειτουργία των θεσμών μίας σύγχρονης, αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.

Είναι, λοιπόν, πολύ σημαντικό να μιλήσουμε ξανά για την έννοια του μοντέλου ανάπτυξης. Μπορεί πράγματι μία οντότητα περιφερειακή, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, να έχει μοντέλο ανάπτυξης πανευρωπαϊκών διαστάσεων; Μπορεί μία εθνική οικονομία με τα μεσαία μεγέθη της ελληνικής οικονομίας (που δεν είναι τόσο μικρά γιατί από πλευράς όγκου η ελληνική οικονομία κατέχει την 30η θέση διεθνώς) να έχει εθνικό  μοντέλο ανάπτυξης πάνω στο οποίο μπορούν να συγκροτηθούν βεβαίως και τα περιφερειακά και τα τοπικά μοντέλα ανάπτυξης με στόχο την άρση των κραυγαλέων περιφερειακών ανισοτήτων, των κραυγαλέων ανισοτήτων ανάμεσα στο κέντρο και την ελληνική περιφέρεια που αποτυπώνεται και στατιστικά στην διαφορά μεγεθών ως προς το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, παρότι αυτός δεν είναι ο ασφαλέστερος ή ο χαρακτηριστικότερος δείκτης;

Μία, νομίζω, παρατήρηση επιτρέπει να κατανοήσουμε το μέγεθος της σημασίας που έχει το κράτος ως σχεδιαστής και εφαρμοστής ενός μοντέλου ανάπτυξης: Για οικονομίες που επιδιώκουν οριακές βελτιώσεις, όπως είναι οι αναπτυγμένες δυτικές οικονομίες, οι ευρωπαϊκές οικονομίες, το πιο σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημα είναι  - όπως είπαμε - η ποιότητα του κράτους, η ποιότητα της δημόσιας διοίκησης. Ο τρόπος με τον οποίο το κράτος αντιμετωπίζει την λειτουργία της αγοράς, την υποδοχή των επενδύσεων, ο τρόπος με τον οποίο το κράτος αντιλαμβάνεται τις προτεραιότητές του, την οικολογική ευαισθησία, την αειφορία, την επένδυση στην γνώση, την συγκρότηση των μεγάλων δημοσίων συστημάτων, όπως είναι το σύστημα της δημόσιας εκπαίδευσης ή της παροχής υπηρεσιών υγείας. Αυτό είναι το σημείο στο οποίο τελικά διακυβεύεται και κρίνεται η ανταγωνιστικότητα μίας εθνικής οικονομίας.

Άρα, το μεγάλο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, το μεγάλο συγκριτικό πλεονέκτημα ή μειονέκτημα, είναι η ποιότητα του κράτους, είναι η ποιότητα της θεσμικής συγκρότησης, είναι η παραγωγικότητα του κράτους.  Είναι, σε τελική ανάλυση, ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί η πολιτική κοινωνία η οποία, όπως και αν το κάνουμε, ήταν και είναι και θα είναι πάντα το ανώτερο στάδιο σε σχέση με την κοινωνία των πολιτών η οποία συμπεριλαμβάνει στους κόλπους της και την αγορά.

ΙΙ. 2. Στο χώρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και με βάση τις προσλαμβάνουσες παραστάσεις του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου,  πρέπει να δούμε πώς αυτό το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο μπορεί να λειτουργήσει σήμερα ως ολοκληρωμένο μοντέλο ανάπτυξης όχι μόνον οικονομικής και κοινωνικής, αλλά και θεσμικής και πολιτιστικής αισθητικής.

Θέλω εδώ να διευκρινίσω ότι αυτό αφορά κάθε πιθανή εκδοχή κοινωνικού κράτους στην Ευρώπη. Αυτό μπορεί να ισχύει εξίσου καλά για το βρετανικό μοντέλο, για το σκανδιναβικό μοντέλο, για το ηπειρωτικό- μεσογειακό  μοντέλο γαλλο-ιταλο-ελληνικού τύπου. Σημασία έχει ότι η ίδια η έννοια του κοινωνικού κράτους επιβάλλει να ξεπεράσουμε τα επιχειρήματα και τις πραγματικότητες της δημογραφικής και δημοσιονομικής του κρίσης. Επιβάλλει να προσλάβει το κοινωνικό κράτος αναπτυξιακό χαρακτήρα και να πάψει να γίνεται αντιληπτό ως «ιδρυματικό» φαινόμενο. Έχει πολύ μεγάλη σημασία το ίδιο το κοινωνικό κράτος να αντιμετωπιστεί ως πεδίο αύξησης της απασχόλησης και του εθνικού πλούτου και όχι ως μία χοάνη απορρόφησης δημοσίων δαπανών.  Όχι ως ένα πεδίο στο οποίο συντελείται απλώς η παροχική δράση του κράτους, ή έστω επιβάλλεται ο ρυθμιστικός του ρόλος. Κάτι που σε πολύ μεγάλο βαθμό το έχει πια επωμιστεί η Ευρωπαϊκή Ένωση που λειτουργεί ως «κοινωνικό κράτος» ρυθμιστικά, αλλά δεν λειτουργεί ούτε παροχικά ούτε αναδιανεμητικά, ελλείψει πόρων, γιατί δεν μπορεί με τον προϋπολογισμό της και τους τόσο χαμηλούς ιδίους πόρους να παίξει τον ρόλο αυτό.

Είναι, λοιπόν, πολύ σημαντικό το κοινωνικό κράτος να γίνει αντιληπτό αναπτυξιακά αυτό καθ’ εαυτό: ως πεδίο δημιουργίας νέων θέσεων απασχόλησης, πεδίο επενδύσεων, πεδίο δημιουργίας νέου εθνικού πλούτου. Και όχι μόνο πλούτου διανοητικού μέσα από την λειτουργία ενός δημόσιου συστήματος εκπαίδευσης ή μέσα από την άσκηση μίας συνεπούς και διορατικής πολιτικής για την προώθηση της καινοτομίας, της έρευνας και της τεχνολογίας, αλλά συνολικά μέσα από την δημιουργία ενός νέου περιβάλλοντος ποιότητας ζωής. Το κοινωνικό κράτος μπορεί, μέσα από την αναβάθμιση συνολικά της παραγωγικότητας της εργασίας και της παραγωγικότητας του κεφαλαίου, να λειτουργήσει ως συντελεστής ανταγωνιστικότητας της εθνικής οικονομίας.

Ένα τέτοιο σύγχρονο κοινωνικό κράτος μπορεί να λειτουργήσει πραγματικά αναδιανεμητικά. Δυστυχώς η χώρα μας   πολύ απέχει από το να είναι ένα ολοκληρωμένο, έστω συμβατικό, ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος με τις υστερήσεις που έχουμε και οι οποίες διογκώνονται τα τελευταία χρόνια μέσα από την εγκατάλειψη όλων των μεγάλων δημοσίων συστημάτων: του εκπαιδευτικού, του υγειονομικού, του προνοιακού και ούτω καθεξής.

ΙΙ. 3. Έχει, λοιπόν, πολύ μεγάλη σημασία να δούμε τι είδους θεσμικές αλλαγές και πόσο ριζικές πρέπει να είναι αυτές οι θεσμικές αλλαγές, πρέπει να γίνουν σε όλα τα δυνατά επίπεδα,  από το επίπεδο του πολιτικού συστήματος και του συστήματος διακυβέρνησης μέχρι το επίπεδο της δικαιοσύνης. Και από την βαθμίδα της Κυβέρνησης, του Πρωθυπουργού δηλαδή και του Υπουργικού Συμβουλίου, μέχρι την βαθμίδα του μικρού καποδιστριακού δήμου.

Ξεκινάω με μία έννοια που μου είναι προσφιλής τον τελευταίο καιρό, από το αίτημα για μία μεταντιπροσωπευτική δημοκρατία, γιατί αν θέλουμε πραγματικά να μιλήσουμε για ένα άλλο τύπο κράτους, ουσιαστικά πρέπει να βρούμε τρόπους προκειμένου να ξεπεραστεί η κρίση πολιτικής αντιπροσώπευσης που υπάρχει, να μειωθεί ο πολιτικός αποκλεισμός μεγάλου μέρους των πολιτών.

Αυτό βεβαίως αφορά την καρδιά του πολιτικού συστήματος, στο οποίο είναι αφιερωμένη η τρίτη θεματική ενότητα,  αφορά τα βασικά πολιτειακά όργανα, τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας της Κυβέρνησης και της Βουλής, τον μετασχηματισμό των κομμάτων σε ανοικτά κόμματα, ένα ανανεωμένο συνδικαλιστικό κίνημα συμμετοχικό και αντιπελατειακό, μία ριζικά αναδιοργανωμένη Τοπική Αυτοδιοίκηση.

Όλα αυτά δεν είναι μόνο αντικείμενο πολιτικής συζήτησης και άρα δεν εξαρτώνται μόνον από την διαμόρφωση της αναγκαίας πολιτικής βούλησης.  Προσκρούουν και σε θεσμικά εμπόδια τα οποία πρέπει να ξεπεράσουμε, γιατί δεν είναι καθόλου αυτονόητο ότι αρκεί η πολιτική βούληση προκειμένου μία Κυβέρνηση να πάψει να λειτουργεί κατανεμημένη «κάθετα», σε κλειστά φέουδα υπουργείων άρα και υπουργικών αρμοδιοτήτων και να λειτουργήσει πράγματι συλλογικά, «οριζόντια», προωθώντας πολιτικές.

Άρα, έχει πολύ μεγάλη σημασία να εξοικειώσουμε το ίδιο το πολιτικό προσωπικό, τα βασικά πολιτικά υποκείμενα, όπως είναι τα κόμματα, με αυτές τις νέες ανάγκες και με αυτούς τους νέους στόχους μίας μετά-αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας που είναι «δημοκρατία plus», που είναι μία δημοκρατία που αγωνίζεται να ξεπεράσει την μειωμένη πολιτική συμμετοχή, άρα να ξεπεράσει  το άγχος του πολιτικού αποκλεισμού που είναι πρόβλημα πολύ μεγαλύτερο από τον κοινωνικό αποκλεισμό και τελικά λειτουργεί αντιοικονομικά, αντιπαραγωγικά και αντιαναπτυξιακά. Γιατί αυτό αναπαράγει και διογκώνει την δυσπιστία και τελικά δεν μας επιτρέπει να λάβουμε τις αναγκαίες πολιτικές αποφάσεις οι οποίες να μπορούν να εφαρμοστούν στηριγμένες από την πλειοψηφία της κοινωνίας. Δεν διαμορφώνεται, δηλαδή, η αναγκαία μεταρρυθμιστική, με την προοδευτική έννοια του όρου, συναίνεση.

Οι μεταρρυθμίσεις είναι απολύτως αναγκαίες αλλά έχουν ανάγκη από πρόσημο. Προοδευτικές μεταρρυθμίσεις χωρίς συναίνεση, δηλαδή χωρίς βούληση ανατροπής, χωρίς ριζοσπαστικό φρόνημα, δεν μπορεί να έχεις.

ΙΙ. 4.Αυτά που ισχύουν στο επίπεδο του πολιτικού συστήματος, στο επίπεδο του συστήματος διακυβέρνησης, με την στενή έννοια του όρου, ισχύουν και στο επίπεδο της δημόσιας διοίκησης. Είναι επείγον να φύγουμε από μία ασφυκτική νομική και κανονιστική αντίληψη για την δημόσια διοίκηση, μία αντίληψη που αναπαράγει διαρκώς γραφειοκρατικές αγκυλώσεις και να  προσχωρήσουμε σε μία λειτουργική και επιχειρησιακή προσέγγιση που έχει ως στόχο την εξυπηρέτηση του πολίτη και την επιδίωξη των καλύτερων δυνατών αναπτυξιακών και κοινωνικών αποτελεσμάτων. Και η ίδια η διοίκηση πρέπει να ξεφύγει από την παραδοσιακή, «κάθετη» διάρθρωσή της που ξεκινά από το επίπεδο του Υπουργικού Συμβουλίου και φτάνει στη χαμηλότερη διοικητική μονάδα της διοίκησης ή του οποιουδήποτε νομικού προσώπου του δημόσιου τομέα και να αντιληφθούμε την σημασία που έχει η «οριζόντια» οργάνωση που επιτρέπει την προώθηση συγκεκριμένων πολιτικών στόχων με μετρήσιμα αποτελέσματα.

Αυτό που έγινε, για παράδειγμα, κατά την διάρκεια της ολυμπιακής προετοιμασίας, μπορεί να γίνει για μία σειρά από θέματα που αφορούν τις μεγάλες κοινωνικές προτεραιότητες. Τη μείωση της ανεργίας, τη μείωση της απόλυτης και της σχετικής φτώχειας, την στήριξη των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων, την προώθηση της καινοτομίας, την προστασία του περιβάλλοντος, την επιβολή άλλων ενεργειακών προτύπων, κάτι που ξεκινά από το επενδυτικό πρόγραμμα της ΔΕΗ και φτάνει στις ρυθμίσεις του γενικού οικοδομικού κανονισμού για τα ενεργειακά «έξυπνα» κτίρια.

Αυτό όλο είναι ένα γιγαντιαίο έργο, αν έχει ζήσει κανείς από τα μέσα την εμπειρία του κράτους. Διότι το ζήτημα της κατανομής και της άσκησης αρμοδιοτήτων, η φεουδαρχική διαίρεση «κάθετου» χαρακτήρα που θυμίζει το φορντιστικό μοντέλο οργάνωσης της παραγωγής σε μία αρχαϊκή βιομηχανική κοινωνία δεν έχει καμία σχέση με μία μεταβιομηχανική, ευέλικτη, πολύπλοκη κοινωνία, με μία αντίστοιχη οικονομία που έχει τις δικές της ανάγκες και που απαιτεί ευελιξία, προσαρμοστικότητα, αναπροσαρμογή των στόχων, νέες μεθόδους μέτρησης των αποτελεσμάτων, πολύ καλή και διορατική έρευνα των συγκριτικών δεδομένων, συνεχή παρακολούθηση του διπλανού σου σε διεθνές επίπεδο για να δεις πού πηγαίνει αυτός και πώς πρέπει εσύ να προσαρμόζεις τα δικά σου βήματα.

Υπάρχουν στο πλαίσιο αυτό και πολύ απλές κινήσεις που σηματοδοτούν μία άλλη αντίληψη. Τα Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών που είναι ένα από τα μεγάλα έργα της περιόδου 2000-2004 θέλουν ενίσχυση και μία γενναιόδωρη αναβάθμιση προκειμένου να μετατραπούν σε ενιαία και ολοκληρωμένα σημεία επαφής του πολίτη με το υπό την  ευρεία έννοια του όρου δημόσιο. Αλλά αυτό χρειάζεται ριζοσπαστική μεταφορά αρμοδιοτήτων, σχέση εμπιστοσύνης, επαρκή στελέχωση. Δεν είναι δυνατόν να λειτουργούν τα ΚΕΠ ως μικρογραφία όλων των προβλημάτων της δημόσιας διοίκησης και ιδίως των εργασιακών προβλημάτων, να απασχολούν προσωπικό με εργασιακή αβεβαιότητα, συμβασιούχους που δεν ξέρουν ποια είναι ακριβώς η νομική τους κατάσταση και να έχουμε αξίωση από αυτές τις νέες μονάδες να λειτουργήσουν ως πρότυπο σημείο επαφής του πολίτη με το δημόσιο.

Μία άλλη πολύ εύκολη τομή θα ήταν η θέσπιση ενός ενιαίου κώδικα σχέσεων κράτους και πολίτη που να διέπει, με ένα απλό και αντιγραφειοκρατικό τρόπο, όλες τις διοικητικές διαδικασίες, όλα τα θέματα έτσι ώστε να υπάρχει διαφάνεια ως προς τα δικαιώματα των πολιτών και τις αρμοδιότητες των επιμέρους υπηρεσιών και οργάνων, κάτι που η ίδια η ποιότητα της νομοθεσίας πολλές φορές δεν επιτρέπει να συμβεί. Αυτά είναι δύο κλασικά και αυτονόητα παραδείγματα.

ΙΙ. 5. Στο πεδίο της τοπικής αυτοδιοίκησης έχουμε επενδύσει εδώ και δεκαετίες πολλά και εξακολουθούμε να επενδύουμε πολλά  εξωραΐζοντας ίσως την κατάσταση: γιατί η τοπική αυτοδιοίκηση είναι θεσμός πολιτικής εκπροσώπησης των τοπικών κοινωνιών, θεσμός πίεσης αλλά ταυτόχρονα και επίπεδο στο οποίο ασκείται ενεργός διοίκηση. Και τα ζητήματα της διαφάνειας, της γραφειοκρατίας, του σεβασμού του πολίτη, του σεβασμού της νομιμότητας, τίθενται με πολύ οξύ τρόπο στο επίπεδο της τοπικής αυτοδιοίκησης, όπως και τα προβλήματα της πολιτικής συμμετοχής. Γιατί και εδώ η μετατροπή της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας τοπικού επιπέδου σε ένα δαιδαλώδες σύστημα αλλεπάλληλων βαθμίδων διαμεσολάβησης  έχει ουσιαστικά αφαιρέσει από την τοπική αυτοδιοίκηση το ιστορικό της συστατικό που είναι η άμεση συμμετοχή του πολίτη στην διαχείριση των τοπικών υποθέσεων.

Είναι πολύ δύσκολο να εξηγήσουμε, ακόμη και σε αυτούς που ασχολούνται με τα θέματα, ποια είναι η σχέση ανάμεσα στο αποκεντρωμένο περιφερειακό κράτος και την τοπική αυτοδιοίκηση α΄ και β΄ βαθμού. Η ίδια η έννοια του κράτους δοκιμάζεται όταν διασταυρώνεται με την έννοια της τοπικής υτοδιοίκησης, γιατί είναι πολύ διαδεδομένη η αντίληψη ότι η τοπική αυτοδιοίκηση δεν ανήκει στο κράτος. Αυτό όμως είναι μία νομικιστική αντίληψη περί κράτους, όπου το κράτος ταυτίζεται με το νομικό πρόσωπο του δημοσίου. Δεν είναι αυτή η πραγματικότητα που βιώνει ο πολίτης ο οποίος δεν έχει κανένα λόγο να γνωρίζει το πώς οργανώνεται συνταγματικά και νομοθετικά η κατανομή αρμοδιοτήτων ανάμεσα στις κεντρικές υπηρεσίες, τις περιφερειακές υπηρεσίες, τις αποκεντρωμένες υπηρεσίες, την καθ’ ύλη  αυτοδιοίκηση μέσω νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, την τοπική αυτοδιοίκηση α΄ και β΄ βαθμού.

Είναι πολύ δύσκολο να κατανοήσει ο πολίτης τι συνιστά αρμοδιότητα του υπουργού, τι του περιφερειάρχη, τι του νομάρχη και τι του δήμαρχου. Όμως ο ίδιος θέλει μία απάντηση  όταν έρχεται σε επαφή με το κράτος υπό συνθήκες κρίσης δηλαδή ιδίως στον γιγαντιαίο πια τομέα της πολιτικής προστασίας, της διαχείρισης των κρίσεων, που επιβάλλει να λειτουργεί ο κρατικός  μηχανισμός  με ενότητα, αποτελεσματικότητα και ταχύτητα.

Χρειάζεται, άρα, μία πολύ σοβαρή συζήτηση, ένας ειλικρινής και ανοικτός κοινωνικός διάλογος με στόχο  την ριζική ανασυγκρότηση και του α΄ και του β΄ βαθμού.  Θα μας δοθεί η ευκαιρία, με πολύ έγκυρη σύνθεση συζητητών,  να προσεγγίσουμε τα θέματα αυτά.

Στόχος πάντως είναι αναμφίβολα ένας ισχυρός δήμος μέσω ενός ολοκληρωμένου σχεδίου «Καποδίστριας 2», που πρέπει να φέρνει, αν μη τι άλλο,  κοντά στον πολίτη όλες τις υπηρεσίες ενός σύγχρονου κοινωνικού κράτους: Συγκοινωνίες, παιδικοί σταθμοί, σχολεία, εγγυημένο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης, προγράμματα κοινωνικής βοήθειας, πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, εξατομικευμένες πολιτικές απασχόλησης για κάθε άνεργο, στήριξη των νέων στο ξεκίνημά τους, συνεργασία με τα δίκτυα των εθελοντικών οργανώσεων. Αυτά και πολλά άλλα πρέπει να είναι αρμοδιότητα του ισχυρού δήμου.

Και παρότι έχουμε εδώ και καιρό σχεδόν όλοι αποδεχθεί την περιφερειακή αυτοδιοίκηση ως Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης β΄ βαθμού, ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, με οργανικές μονάδες ενσωματωμένες σε αυτή τους σημερινούς νομούς, χρειάζεται πολύ μεγαλύτερη πίεση και πολύ μεγαλύτερη γενναιοδωρία του κεντρικού κράτους προκειμένου η περιφερειακή αυτοδιοίκηση να καταστεί μοχλός περιφερειακής ανάπτυξης και να απελευθερώσει τις κοινωνικές, οικονομικές, πολιτιστικές, διανοητικές και άρα αναπτυξιακές δυνάμεις της ελληνικής Περιφέρειας που ασφυκτιούν.

Όλα αυτά μπορούν να γίνουν χωρίς να είναι αναγκαία μια απόλυτη θεσμική ομοιομορφία που πολύ συχνά μας εγκλωβίζει σε «κουτάκια». Άλλες ρυθμίσεις χρειάζονται για τα μεγάλα πολεοδομικά συγκροτήματα και την μητροπολιτική τους διοίκηση, άλλες προβλέψεις για το νησιωτικό δήμο το χειμερινό εξάμηνο με μειωμένο πληθυσμό και άλλες προβλέψεις για το νησιωτικό δήμο το θερινό εξάμηνο με πολλαπλάσιο πληθυσμό άρα με άλλες ανάγκες για υποδομές και στελέχωση.

ΙΙ. 6. Έχει, λοιπόν, πολύ μεγάλη σημασία να θέσουμε τα προβλήματα αυτά με ένα πολυπρισματικό τρόπο. Πιστεύω δε ότι μέσα από αυτή την προσέγγιση μπορούμε να δώσουμε απάντηση και στην ηθική κρίση του κράτους που είναι πια κρίση νομιμοποίησης βαθύτατη και αθεράπευτη.

Παρότι εδώ υπάρχει μία άδικη μεταχείριση της κοινωνίας σε σχέση με το κράτος, γιατί η διαφάνεια δεν είναι μόνον  πρόβλημα του κράτους,  πρόβλημα μόνον του δημοσίου τομέα. Παράγεται σε πολύ μεγάλο βαθμό μέσα από την αγορά, μέσα από την διαχείριση και την προώθηση των ιδιωτικών συμφερόντων. Η ίδια η κοινωνία των πολιτών δεν δίνει τα καλύτερα δυνατά παραδείγματα διαφάνειας ακόμη και όταν έχουμε  μορφές κοινωνικού εθελοντισμού. Αναφέρομαι στην διαχείριση του λεγόμενου τρίτου τομέα. Επαναλαμβάνω την παλαιότερη πρότασή μου να σταματήσει αυτή η περίεργη «συνενοχική» σχέση κράτους και κοινωνίας. Ο πολίτης, το κίνημα των πολιτών μέσα από την συμμετοχή του να αναλάβει τον εγγυητικό ρόλο, τον εποπτικό ρόλο μέσα από μηχανισμούς παρακολούθησης και συμμετοχής που εγγυώνται τη νομιμότητα, την ισονομία και τη αξιοκρατία.

Αλλά για να αντιμετωπιστεί η διαφορά που συνδέεται με τις ατυπίες της ελληνικής κοινωνίας, με το μέγεθος της παραοικονομίας, της εισφοροδιαφυγής και της φοροδιαφυγής, με τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας, με το υψηλό ποσοστό αυτοαπασχολουμένων, με το μικρό μέσο μέγεθος της ελληνικής επιχείρησης, με την κακή ποιότητα της νομοθεσίας,  πρέπει να προηγηθεί κάτι πολύ σημαντικό. Να αντιληφθεί ο πολίτης ότι το νόμιμο συμφέρει, ότι το νόμιμο είναι φθηνότερο, γρηγορότερο και αποτελεσματικότερο από το παράνομο.

Στο μέτρο που δεν πείθεται για αυτό, δεν πείθεται δηλαδή για το οικονομικό όφελός του από τον σεβασμό της νομιμότητας και την τήρηση των εγγυήσεων διαφάνειας, πιστεύω ότι σε πολύ μεγάλο βαθμό θα ματαιοπονούμε.

Βέβαια για να γίνει αυτό, όπως είπα, χρειάζεται μία άλλης ποιότητας νομοθεσία. Θέλουμε καλύτερο δίκαιο με λιγότερους νόμους, όπως έχει λεχθεί συνθηματικά.  Η αρχή πρέπει να γίνει από τους κρίσιμους τομείς, όπως η φορολογική και πολεοδομική νομοθεσία. Θεωρώ ότι μια συνολική  εθνική κωδικοποίηση συνιστά στόχο εφάμιλλο του εθνικού κτηματολογίου. Και θα έπρεπε κανονικά να τεθεί ως αναπτυξιακή προτεραιότητα και να χρηματοδοτηθεί με τον τρόπο που χρηματοδοτείται το εθνικό κτηματολόγιο, παρότι οι πόροι που απαιτούνται είναι συντριπτικά λιγότεροι.

Ο ποιοτικός έλεγχος της νομοθεσίας που αποτελεί μέριμνα και του ΟΟΣΑ και του Συμβουλίου της Ευρώπης και παλαιότερα είχε απασχολήσει νομοπαρασκευαστικές επιτροπές στην χώρα μας χωρίς να έχουμε κάποιο ορατό αποτέλεσμα, μπορεί να βοηθήσει πάρα πολύ από την άποψη αυτή.

Υπάρχουν τουλάχιστον 15 κριτήρια τα οποία πολύ εύκολα μπορούν να κωδικοποιηθούν και να μας επιτρέψουν να έχουμε καλύτερης ποιότητας νομοθεσία.  Πέρα από τα αυτονόητα, δεν νοείται να έχεις προληπτικό έλεγχο συνταγματικότητας ή  συμβατότητας με το ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο αλλά  να μην έχεις όχι μόνον έλεγχο της δημοσιονομικής επιβάρυνσης και έλεγχο των φορολογικών, οικονομικών και αναπτυξιακών επιπτώσεων, να μην έχεις έλεγχο από πλευράς περιβαλλοντικών επιπτώσεων, από πλευράς επιπτώσεων στη ζωή των ανάπηρων και εμποδιζόμενων ατόμων, να μην ελέγχεις τις επιπτώσεις στην ισότητα των φύλων, να μην ελέγχεις την «νομοθετική οικονομία» (μήπως,  δηλαδή, αυτό που ρυθμίζεις έχει ήδη ρυθμιστεί και απλώς το έχεις ξεχάσει). Δεν είναι δυνατόν να έχεις καλής ποιότητας νομοθεσία αν δεν έχεις περιοδική εκκαθάριση, περιοδικό έλεγχο της νομοθεσίας, άρα μία διαρκή κωδικοποίηση την οποία πρέπει να ανυψώσουμε στο επίπεδο του εθνικού αναπτυξιακού στόχου.

Όλα αυτά τα προβλήματα - και θέλω να χαιρετίσω ιδιαιτέρως  εδώ την παρουσία του Προέδρου της Ένωσης Εισαγγελέων, του κυρίου Σωτήρη Μπάγια που θα προεδρεύσει στην αντίστοιχη θεματική ενότητα - συμπλέκονται με την απαράδεκτη κατάσταση που επικρατεί στην ελληνική δικαιοσύνη. Το πρόβλημα της ελληνικής δικαιοσύνης δεν είναι  μόνον πρόβλημα κράτους δικαίου πια, είναι και πρόβλημα μοντέλου ανάπτυξης, είναι πρόβλημα αναπτυξιακό και κοινωνικό.

Η γραφειοκρατία, η αδιαφάνεια και η έλλειψη εσωτερικής ανεξαρτησίας (γιατί έχουμε μιλήσει στην χώρα μας πάρα πολύ για την εξωτερική ανεξαρτησία και έχουμε αγνοήσει το καταλυτικό ζήτημα της εσωτερικής ανεξαρτησίας στην δικαιοσύνη) είναι κατά την γνώμη μου τα τρία μεγαλύτερα προβλήματα της δικαιοσύνης. Και βέβαια η μόνη μέθοδος ριζικής προσέγγισης είναι μία μεγάλη θεσμική συμφωνία ανάμεσα στην πολιτεία, τους δικηγορικούς συλλόγους και τις δικαστικές ενώσεις.

Η εμπειρία μου και από το Υπουργείο Δικαιοσύνης μου λέει ότι αν δεν επιτευχθεί αυτή η θεσμική αναπτυξιακή συμφωνία ανάμεσα στην πολιτεία, τους δικηγορικούς συλλόγους αρχικά και στη συνέχεια τις δικαστικές ενώσεις, δεν μπορεί να γίνει καμία σοβαρή τομή. Και η τομή αυτή πρέπει να είναι η ριζική απογραφειοκρατικοποίηση της δικαιοσύνης, η ριζική δικονομική απλούστευση. Γίνονται μικροπαρεμβάσεις οι οποίες αποτυπώνονται και στο υπό ψήφιση,  νομοσχέδιο για την επιτάχυνση των διοικητικών δικών, αλλά χρειάζεται τελείως διαφορετική προσέγγιση, πολύ πιο ανατρεπτική. Η εισαγωγή εναλλακτικών διαδικασιών με την συνεργασία των δικηγορικών συλλόγων, η θωράκιση της εσωτερικής ανεξαρτησίας για την προστασία της μεγάλης πλειονότητας των δικαστικών λειτουργών που ασκεί και θέλει να ασκεί ευόρκως αλλά με αίσθηση ανεξαρτησίας τα καθήκοντά της, είναι ορισμένοι από τους στόχους που πρέπει να τεθούν.

Δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπίζουμε το ζήτημα της δικαιοσύνης με αντανακλαστικά του 19ου ή έστω του πρώτου μισού του 20ου αιώνα. Πρέπει να το αντιμετωπίσουμε και ως θεσμικό και ως οικονομικό μέγεθος και να  αποφασίσουμε πως είναι αναγκαίο να γίνουν μία σειρά από τομές.

*  *  *

Αντιλαμβάνεστε ότι θα μπορούσε ο κατάλογος των θεμάτων να συνεχίζεται επ’ άπειρον, γιατί τα πάντα τελικώς ανάγονται στο κράτος. Θα μπορούσαν τα παραδείγματά μου να είναι επεκταθούν στην προνοιακή πολιτική, στην εκπαιδευτική πολιτική, στην πολιτική υγείας.

Όλα αυτά ή πάντως αρκετά από αυτά θα συζητηθούν αυτό το διήμερο. Το ζητούμενο είναι να αντιληφθούμε το μέγεθος της έννοιας του κρατικού φαινομένου στην αυγή του 21ου αιώνα και να θέσουμε ως στόχο αυτό που φαίνεται δύσκολο ή ακόμη και αδύνατο: πως πράγματι ένα άλλο κράτος είναι εφικτό.

Και αν αποδείξουμε ότι ένα άλλο κράτος είναι εφικτό, θα έχουμε κάνει το πρώτο βήμα για να πείσουμε πως μία άλλη πολιτική πρόταση είναι εφικτή.
Σας ευχαριστώ πολύ. redsq

 

Tags: Κράτος Δικαίου | Δικαιώματα και Ελευθερίες