5 Οκτωβρίου 2006

Αγόρευση Ευ. Βενιζέλου στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος κατά τη συζήτηση επί των άρθρων 5, 14, 17, 20, 21 και 22 του Συντάγματος.


 

1. Η συμβολή της αναθεώρησης του 2001

Στην ενότητα των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, αυτή που αντιστοιχεί στα συζητούμενα ακριβώς άρθρα (5, 14, 17, 20, 21 και 22), η Αναθεώρηση του 2001 επέφερε είκοσι πολύ σημαντικές και κρίσιμες τροποποιήσεις.

Νομίζω ότι είναι σκόπιμο η Επιτροπή να θυμηθεί ποιες είναι αυτές οι είκοσι μεταβολές που επέφερε η τελευταία Αναθεώρηση του Συντάγματος:

Ευτυχώς από τις είκοσι αυτές αλλαγές της αναθεώρησης του 2001 καμία δεν θίγεται από τις συζητούμενες τώρα αναθεωρητικές προτάσεις, με μόνη εξαίρεση τα τρία τελευταία εδάφια της παρ. 9 του άρθρου 14 που αφορούν το γνωστό ζήτημα του κοινού «βασικού μετόχου» σε επιχειρήσεις μέσων μαζικής ενημέρωσης και επιχειρήσεις που αναλαμβάνουν έργα ή προμήθειες του δημοσίου.

Αυτό από μόνο του δείχνει ότι το κρίσιμο ζήτημα είναι ο σεβασμός και η πλήρης εφαρμογή και όχι η αναθεώρηση του Συντάγματος. Ιδίως άλλωστε στο κεφάλαιο των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, το ισχύον ελληνικό Σύνταγμα είναι ίσως το πιο εγγυητικό και διασφαλιστικό από τα συντάγματα των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όπου υπάρχουν κενά, αρρυθμίες ή αδράνειες, αυτές δεν οφείλονται στο Σύνταγμα, αλλά είτε στην εκάστοτε κυβερνητική πολιτική, είτε στις αντιστάσεις της νομολογίας.

Επιπλέον, στο πεδίο των σχέσεων εθνικού συντάγματος και ευρωπαϊκού κοινοτικού και διεθνούς δικαίου, η διεθνής προστασία των ατομικών δικαιωμάτων τείνει δυστυχώς να μετατραπεί σε διεθνή πίεση για τον περιορισμό και την παράκαμψη των ατομικών ελευθεριών στο όνομα της ασφάλειας και της καταπολέμησης της τρομοκρατίας. Το περιεχόμενο άρα και η εφαρμογή των εθνικών συνταγμάτων αποκτά πρόσθετη κρίσιμη σημασία, ακόμη και έναντι των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Συμβουλίου της Ευρώπης, που δεν μπορούν να αγνοούν τις κοινές συνταγματικές εγγυήσεις και παραδόσεις των κρατών -μελών τους.

Η βασική συζήτηση, που έπρεπε συνεπώς να γίνει στη Βουλή και δυστυχώς δεν γίνεται,  είναι η συζήτηση για την αφομοίωση της αναθεώρησης του 2001 από την νομοθεσία, την διοίκηση και την νομολογία. Για την αδράνεια ως προς την έκδοση των αναγκαίων εκτελεστικών του συντάγματος νόμων, καθώς και για την σχέση του εθνικού συντάγματος με τις εξελίξεις που καταγράφονται στο επίπεδο της ευρωπαϊκής Ένωσης, του Συμβουλίου της Ευρώπης, αλλά και άλλων διεθνών οργανισμών.

Προτείνω αυτό να καταστεί βασικό σημείο των εργασιών της Επιτροπής μας για όλες τις ενότητες τις οποίες θα συζητήσουμε.

Με εξαίρεση συνεπώς την μερική τροποποίηση της παρ. 9 του άρθρου 14 όλες οι άλλες προτάσεις  αναθεώρησης αφορούν σε προσθήκες και όχι σε τροποποιήσεις  διατάξεων που θεσπίστηκαν το 2001. Οι προσθήκες αυτές είναι στο σύνολο τους, κατά νομική ακριβολογία, περιττές. Όλα όσα προτείνονται για λόγους έμφασης συνάγονται ερμηνευτικά από τις ισχύουσες συνταγματικά διατάξεις. Είναι όμως γεγονός ότι το σύνταγμα δεν λειτουργεί μόνον στενά νομικά και κανονιστικά, αλλά και πολιτικά, συμβολικά, παιδαγωγικά και προτρεπτικά.

Υπό την έννοια αυτή οι δύο προτάσεις του ΠΑΣΟΚ για προσθήκη παραγράφων στο άρθρο 5, αφενός για την προστασία των δικαιωμάτων των αλλοδαπών, αφετέρου για την αναγνώριση του ρόλου των μη κυβερνητικών οργανώσεων πρέπει να γίνουν δεκτές και από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία ως θεσμική χειρονομία που τείνει στη διαμόρφωση της αναγκαίας ευρύτερης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και άρα συνταγματικής συναίνεσης. Περίμενα αυτό να έχει δηλωθεί ήδη ευθύς εξαρχής από τον γενικό εισηγητή της πλειοψηφίας, καθώς η τυχόν άρνηση της κυβερνητικής πλειοψηφίας γεννά περιττές ερμηνευτικές παρεξηγήσεις και εκθέτει το κυβερνών κόμμα απέναντι σε δύο ιδιαίτερα ευαίσθητους χώρους.

Αυτό που λέω φαίνεται ακόμη πιο καθαρά αφενός μεν στην πρόταση της Ν.Δ. για προσθήκη, στην παρ. 1 του άρθρου 22, εδαφίου που προβλέπει την υποχρέωση του κράτους να διασφαλίζει την κοινωνική συνοχή, αφετέρου δε στην πρόταση του ΠΑΣΟΚ για την προσθήκη παραγράφου στο άρθρο 21 που να προβλέπει ρητά την υποχρέωση του κράτους να διασφαλίζει στον καθένα ένα εγγυημένο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης. Η πρόταση της Ν.Δ. υπερκαλύπτεται αναμφίβολα από την παρ. 1 του άρθρου 25 που καθιερώνει πλέον και ρητά την αρχή του κοινωνικού κράτους, καθώς και από όλο το πλέγμα των διατάξεων που θεμελιώνουν τα κοινωνικά δικαιώματα. Από την άλλη πλευρά, το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα και γενικότερα το εγγυημένο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης μπορεί και πρέπει να εισαχθεί και αμέσως νομοθετικά χωρίς να είναι αναγκαία η προηγούμενη αναθεώρηση του Συντάγματος. Αυτό είχαμε πει άλλωστε και το 2001.

Αν θέλουμε όμως να δώσουμε έμφαση στην κοινωνική διάσταση του κράτους και να στείλουμε μήνυμα στους πολίτες που προσβλέπουν στο κοινωνικό κράτος δικαίου επειδή νοιώθουν ότι τους εγκαταλείπει ή τους αγνοεί η κοινωνία και φυσικά η αγορά, τότε ας κάνουμε δεκτές και τις δύο προτάσεις. Αυτή της Ν.Δ. δεν λέει τίποτα συγκεκριμένο και τίποτα καινούριο, αλλά σίγουρα δεν βλάπτει. Αυτή του ΠΑΣΟΚ επιβάλλει στον νομοθέτη να κινηθεί ταχύτερα και πρακτικότερα ως προς την καθιέρωση του εγγυημένου επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης.

Οι επιδοματικές πολιτικές περιέχουν αντιφάσεις, αδικίες και αφήνουν αδικαιολόγητα κενά. Χρειάζονται συνεπώς οριζόντια συμπληρωματικά μέτρα, όπως το ελάχιστο εισόδημα και το εγγυημένο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης. Δεν επιτρέπεται να λέμε ότι ένα ζευγάρι συνταξιούχων αγροτών ή ανασφάλιστων υπερήλικων χρειάζεται τουλάχιστον 660 Ευρώ το μήνα και σε λίγο 800, σύμφωνα με την πρόταση του ΠΑΣΟΚ, αλλά να μην αντιλαμβανόμαστε ότι πρέπει να ισχύσει το ίδιο και για τους μακροπρόθεσμα ανέργους, οι οποίοι από ένα σημείο και πέρα εγκαταλείπονται χωρίς καν διασφαλισμένο δικαίωμα  ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης. Η Ελλάδα είναι άλλωστε η μόνη χώρα μεταξύ των παλιών κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην οποία δεν ισχύει ο θεσμός του ελαχίστου εγγυημένου εισοδήματος που σύμφωνα με τους υπολογισμούς του καθηγητή Μάνου Ματσαγγάνη που δημοσίευσε σχετική μονογραφία θα κοστίσει στον κρατικό προϋπολογισμό μόλις το 0,23 % του ΑΕΠ, δηλαδή ποσό εντυπωσιακά μικρό σε σχέση με το κοινωνικό και πολιτικό αποτέλεσμα που μπορεί να παραχθεί.

Τα πράγματα είναι όμως τελείως διαφορετικά ως προς την πρόταση της Ν.Δ. για την τροποποίηση του άρθρου 17. Καταρχάς δεν εξηγείται ο λόγος της ιδιαίτερης μνείας στην πνευματική ιδιοκτησία καθώς δεν γίνεται κάποια γενικότερη αναφορά στα ενοχικά δικαιώματα και ευρύτερα στην προστασία των περιουσιακών δικαιωμάτων, αλλά παραμένουμε μόνο στην ρητή προστασία των εμπραγμάτων δικαιωμάτων. Τα άλλα καλύπτονται ούτως ή άλλως από τα άρθρα 5 παρ. 1 και 106 του Συντάγματος και από το πρώτο πρόσθετο πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Το κρίσιμο πρόβλημα είναι όμως οι πολεοδομικές και ρυμοτομικές απαλλοτριώσεις. Για τα ζητήματα αυτά απαιτείται ο σεβασμός της νομολογίας του Στρασβούργου σε συνδυασμό, πρώτον, με την ολοκλήρωση και την εφαρμογή του εθνικού, περιφερειακού και τοπικού, χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού και δεύτερον, με τον έλεγχο του τρόπου με τον οποίο ασκούν τις σχετικές αρμοδιότητες τους οι Ο.Τ.Α. Η άμεση όμως και εκ του συντάγματος εξομοίωση των πολεοδομικών και ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων με τις άλλες, θα οδηγήσει στην απώλεια όλων των ελεύθερων χώρων και  στην άμεση «τσιμεντοποίηση» τους δηλαδή σε ένα διάχυτο περιβαλλοντικό έγκλημα πολύ μεγαλύτερο από αυτό που απειλείται από μία ενδεχόμενη κακή αναθεώρηση του άρθρου 24. Φυσικά και πρέπει να προστατεύονται και να αποζημιώνονται  οι θιγόμενες ιδιοκτησίες. Αυτό όμως πρέπει να γίνει με νομοθετικά και δημοσιονομικά οργανωμένο τρόπο και όχι όπως προτείνει η Ν.Δ.

Η πρόταση της Ν.Δ. να προστεθεί στην παρ. 1 του άρθρου 20 περί δικαστικής προστασίας ειδική πρόβλεψη για την παροχή της σε εύλογο χρόνο και για την ρητή κατοχύρωση της προσωρινής δικαστικής προστασίας, επαναλαμβάνουν οι κανόνες που συνάγονται προ πολλού από το άρθρο 20 και το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Δεν θα έβλαπτε βέβαια να προστεθούν και ρητά οι ρήτρες αυτές. Η Ν.Δ. είναι όμως κραυγαλέα ανακόλουθη γιατί έχει στο μεταξύ ψηφίσει ρυθμίσεις που στοχεύουν στην παράκαμψη των δικαστικών αποφάσεων και πράξεων προσωρινής δικαστικής προστασίας κυρίως τις εργατικές διαφορές. Αν δεχθεί η κυβέρνηση να καταργηθούν οι αντισυνταγματικές αυτές διατάξεις που ψήφισε κατά παράβαση του άρθρου  95 παρ. 5, τότε θα μπορούσαμε να ψηφίσουμε τις προσθήκες αυτές στο άρθρο 20.

Τέλος, ως προς το ζήτημα της παρ. 9 του άρθρου 14 είναι προφανές ότι η καθαρή λύση είναι η διαγραφή των τριών τελευταίων εδαφίων. Πρέπει όμως να θυμίσω μερικά πράγματα για λόγους κοινοβουλευτικής ηθικής και εντιμότητας. Η αρχική πρόταση του ΠΑΣΟΚ δεν εμπεριείχε τα εδάφια αυτά που προστέθηκαν για να αποκρουστεί η ασφυκτική πίεση της τότε αντιπολίτευσης της Ν.Δ., αλλά και σημαντικής ομάδας βουλευτών του ΠΑΣΟΚ  που είτε ευθέως είτε εμμέσως αμφισβητούσαν την πρόθεση της τότε κυβέρνησης  να καταπολεμήσει τα φαινόμενα της λεγόμενης διαπλοκής.  Είναι χαρακτηριστικό ότι από τους 156 βουλευτές της τότε πλειοψηφίας του ΠΑΣΟΚ, 7 υπερψήφισαν την πολύ αυστηρότερη τροπολογία της Ν.Δ. και 7 δήλωσαν «παρών». Άρα 14 βουλευτές της τότε κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας είχαν διατηρήσει ρητά αποστάσεις από το κόμμα τους. Αν συνεπώς δεν διαμορφωνόταν ο κορμός μίας κοινά αποδεκτής διατύπωσης, η πρόταση του ΠΑΣΟΚ κινδύνευε να μην συγκεντρώσει την δεδηλωμένη πλειοψηφία της Βουλής με ό,τι αυτό θα συνεπαγόταν.

Βεβαίως ακόμη και με την ισχύουσα διατύπωση της, η παρ. 9 του άρθρου 14 πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με το ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο, όπως επιτάσσει η πρακτική εναρμόνιση των συνταγματικών διατάξεων και η συστηματική ερμηνεία του άρθρου 14 με το άρθρο 28 του Συντάγματος. Και αυτό έγινε αναγκαστικά με τον δεύτερο, «διορθωτικό» νόμο που κατέθεσε η σημερινή κυβέρνηση και ψήφισε η κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Αν το ισχύον άρθρο 14 παρ. 9 δεν μπορεί να ερμηνευθεί σύμφωνα με το ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο, τότε ο δεύτερος και ισχύων αυτός νόμος είναι αντισυνταγματικός. Δεν φαντάζομαι όμως η κοινοβουλευτική πλειοψηφία να παραδέχεται κάτι τέτοιο. Ας αφαιρέσουμε συνεπώς τα τρία τελευταία εδάφια. Κινούμενοι άλλωστε στο πλαίσιο των όσων είχα με πολύ μεγάλη σαφήνεια πει, κατά την τελική τοποθέτηση μου στην Ολομέλεια της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής, επισημαίνοντας την ανάγκη ερμηνείας των διατάξεων αυτών σύμφωνα με το ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο. Μόνο που δυστυχώς ούτε η σημερινή κυβέρνηση ούτε το Συμβούλιο της Επικρατείας έλαβαν υπόψη τους τα πρακτικά της  ίδιας της Αναθεωρητικής Βουλής.      

Οι προτάσεις αφορούν προσθήκες νέων ρυθμίσεων, αλλά ευτυχώς δεν ανακόπτεται η εφαρμογή των  διατάξεων που έχουν προστεθεί το 2001.
Από αυτό και μόνο φαίνεται ότι το μείζον ζήτημα που έπρεπε να μας απασχολήσει είναι η εφαρμογή και ο σεβασμός του ισχύοντος Συντάγματος και η αφομοίωση του αναθεωρητικού κεκτημένου του 2001 από το νομοθέτη, που πρέπει να εκδίδει τους εκτελεστικούς νόμους, από τη διοίκηση και κυρίως από τη νομολογία που αργεί να αφομοιώσει στα σκεπτικά των αποφάσεών της τις αναθεωρημένες το 2001 διατάξεις του Συντάγματος και όχι η Αναθεώρηση του Συντάγματος.

2. Η αντιστροφή της σχέσης συντάγματος και διεθνούς δικαίου

Υπάρχει επιπλέον ένα ζήτημα που αφορά την κρισιμότητα αυτού του κεφαλαίου των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων στα εθνικά συντάγματα. Έως τώρα επικρατούσε η αντίληψη ότι οι μηχανισμοί διεθνούς και περιφερειακής προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, τα αντίστοιχα κείμενα του Ο.Η.Ε., οι μηχανισμοί του Συμβουλίου της Ευρώπης λειτουργούν ως μηχανισμοί πραγματικής επαύξησης της προστασίας.

Δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια και ιδίως μετά από το 2001 η τάση αυτή έχει αντιστραφεί. Η διεθνής προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων λειτουργεί περισσότερο ως διεθνής πίεση περιορισμού και παράκαμψης των δικαιωμάτων στο όνομα της ασφάλειας και της καταπολέμησης της τρομοκρατίας. Το τι περιλαμβάνεται συνεπώς  στα εθνικά συντάγματα είναι πάρα πολύ κρίσιμο, γιατί και η Ευρωπαϊκή Ένωση και το Συμβούλιο της Ευρώπης δεν μπορούν να αγνοήσουν τις κοινές συνταγματικές εγγυήσεις και τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών-μελών τους.

3. Η περιορισμένη σημασία των προτεινόμενων αλλαγών

Πιστεύω, λοιπόν, ότι λόγω της κρισιμότητος του θέματος στο επίπεδο του εθνικού Συντάγματος η πρώτη συζήτηση που πρέπει να γίνεται στην αρχή κάθε ενότητας των υπό αναθεώρηση διατάξεων είναι αυτή που αφορά τον βαθμό εφαρμογής του ισχύοντος Συντάγματος και τον βαθμό αφομοίωσης της Αναθεώρησης του 2001 στο αντίστοιχο κεφάλαιο και μετά να συζητούμε την Αναθεώρηση με τη μορφή προσθηκών.

Με εξαίρεση συνεπώς το άρθρο 14 παράγραφος 9 κατά τα τρία τελευταία εδάφιά του, όλα τα άλλα διασώζονται. Υπάρχουν όμως προσθήκες. Σας λέω ευθαρσώς ότι οι προσθήκες που προτείνονται και από το ΠΑ.ΣΟ.Κ. και από τη Νέα Δημοκρατία είναι στο σύνολό τους κατά νομική ακριβολογία απολύτως περιττές. Όλα όσα προτείνονται συνάγονται ερμηνευτικά από τις ισχύουσες διατάξεις, εφόσον αυτές ερμηνεύονται και εφαρμόζονται σύμφωνα με τα δόγματα της νομικής επιστήμης και της ερμηνείας του δικαίου.

Όμως, επειδή το Σύνταγμα ποτέ δεν έγινε αντιληπτό ως αμιγώς νομικό και κανονιστικό φαινόμενο, επειδή το Σύνταγμα λειτουργεί και συμβολικά και παιδαγωγικά και προτρεπτικά, θα μπορούσαμε να συζητήσουμε κάποιες προσθήκες, όχι επειδή προστίθενται πραγματικά νέοι κανόνες, αλλά επειδή προστίθενται πολιτικές δηλώσεις πολύ μεγάλης σημασίας και περιωπής.

Υπό την έννοια αυτή, οι δύο προτάσεις του ΠΑ.ΣΟ.Κ. για προσθήκες παραγράφων στο άρθρο 5,  μία για τη νομική κατάσταση και τα δικαιώματα των αλλοδαπών,  που ούτως ή άλλως συνάγεται ερμηνευτικά, και μία για την ειδική θέση των μη κυβερνητικών οργανώσεων,  που επίσης κατά τη γνώμη μου συνάγεται ερμηνευτικά από το άρθρο 12 και το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι, πρέπει να γίνουν δεκτές ως πολιτικές και κοινωνικές χειρονομίες.

Καλώ την πλειοψηφία της Νέας Δημοκρατίας να αποδεχθεί τις δύο αυτές προτάσεις που δεν την ενοχλούν σε τίποτα, διότι η άρνησή της μπορεί να δημιουργήσει παρεξηγήσεις ερμηνευτικές και της ανοίγει  μέτωπα με δύο πολύ ευαίσθητους χώρους, τους αλλοδαπούς και τις μη κυβερνητικές οργανώσεις.
Και είμαι βέβαιος ότι μέχρι το τέλος της συζήτησης η Νέα Δημοκρατία θα συμπράξει, ώστε να γίνουν αποδεκτές αυτές οι δυο προσθήκες.

4. Το εγγυημένο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης


Αυτό που λέω φαίνεται ακόμη πιο καθαρά στις δυο παράλληλες και συγκρίσιμες προτάσεις του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και της Νέας Δημοκρατίας, δηλαδή στην πρόταση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. για προσθήκη  παραγράφου στο άρθρο 21 για το εγγυημένο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης και στην πρόταση  της Νέας Δημοκρατίας για νέο εδάφιο στην παράγραφο 1 του άρθρου 22, ώστε το κράτος να υποχρεούται να διασφαλίζει την κοινωνική συνοχή.

Αυτό που λέει με την πρότασή της η Νέα Δημοκρατία δεν σημαίνει τίποτα κατ’ ακριβολογία. Συνάγεται από το άρθρο 25 παράγραφος 1, που μετά από την Αναθεώρηση του 2001, ρητά καθιστά την αρχή του κοινωνικού κράτους συνταγματική αρχή, προβλέπει την αρχή της τριτενέργειας των δικαιωμάτων και στις ιδιωτικές σχέσεις και την αρχή της αναλογικότητας.

Εγώ, όμως, προτείνω να ψηφίσουμε όλοι αυτή την προσθήκη –ως εκ του περισσού, αλλά δεν βλάπτει- εφ’ όσον και η Νέα Δημοκρατία κάνει την κίνηση να αποδεχθεί τη ρητή συμπερίληψη στο άρθρο 21 της πρόβλεψης για την υποχρέωση του κράτους να εγγυάται ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης.

Ο νομοθέτης μπορεί αμέσως –κατά τη γνώμη μου, οφείλει αμέσως- να θεσπίσει το οριζόντιο συμπληρωματικό επίδομα του ελαχίστου εισοδήματος και πρέπει να προβλέψει και θεσμούς εγγυημένου επιπέδου διαβίωσης, πέραν του ελαχίστου εισοδήματος. Από τις δεκαπέντε παλαιές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μόνο η Ελλάδα δεν έχει οριζόντιο συμπληρωματικό επίδομα. Και η αλήθεια είναι ότι η επιδοματική μας πολιτική έχει προ πολλού φθάσει στα όρια της, γιατί είναι αντιφατική, άδικη και αφήνει κενά.

Διαφοροποιούνται, για παράδειγμα, κατηγορίες αναπήρων χωρίς λόγο ή –θα πω το πιο κραυγαλέο παράδειγμα- η Νέα Δημοκρατία έχει πει ότι ένα ζεύγος αγροτών και ένα ζεύγος ανασφάλιστων υπερήλικων πρέπει μέχρι το 2007 να παίρνουν 660 ευρώ το χρόνο και το ΠΑ.ΣΟ.Κ. είπε 800 ευρώ. Πώς είναι δυνατόν να μη λέμε το ίδιο για τους μακροχρόνια ανέργους; Δεν έχουν και αυτοί την ίδια ανάγκη; Αυτοί, μάλιστα, από ένα σημείο και μετά, χάνουν και αυτό το δικαίωμα της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και είναι και από πλευράς ασφάλισης υγείας, ανασφάλιστοι. Άρα, πρέπει αυτό να γίνει επειγόντως.
Είχα πει και το 2001 ότι δεν χρειάζεται αναθεώρηση του Συντάγματος για το θέμα αυτό, αλλά επειδή καθυστερούν οι νομοθετικές παρεμβάσεις, πρέπει να λειτουργήσει προτρεπτικά το Σύνταγμα. Και επειδή το ερώτημα είναι πόσο κοστίζει αυτό, σας λέω ότι ο καθηγητής Μάνος Ματσαγκάνης που έχει γράψει τη σχετική μονογραφία, το υπολογίζει στο 0,23% του Α.Ε.Π. για την πλήρη κάλυψη του πληθυσμού με συγκεκριμένο μηχανισμό.

Καταθέτω δε εδώ ένα κείμενό μου, όπου περιγράφεται πλήρως το σύστημα του εγγυημένου επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης στην πλήρη του μορφή και μια πιο συνοπτική μορφή που πριν από μερικούς μήνες δημοσιεύτηκε στο «ΕΘΝΟΣ της Κυριακής» (4.62006).

Νομίζω ότι πρέπει να κάνουμε αυτή τη συμφωνία στη Βουλή: Ψηφίστε την πρόταση για το εγγυημένο επίπεδο, ψηφίζουμε την πρόταση για την κοινωνική συνοχή.

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΜΑΓΓΙΝΑΣ: Κύριε Βενιζέλο, μου επιτρέπετε μια ερώτηση;
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ: Βεβαίως, κύριε Μαγγίνα.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Ιωάννης Τραγάκης): Το Προεδρείο σας επιτρέπει να κάνετε την ερώτηση, κύριε Μαγγίνα.
Ορίστε, έχετε το λόγο.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΜΑΓΓΙΝΑΣ: Κύριε Βενιζέλο, είπατε ότι πλην της Ελλάδας, στις άλλες χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης προβλέπεται αυτό το οριζόντιο συμπληρωματικό επίδομα. Έχετε, ίσως, υπόψη σας σε ποια συνταγματικά κείμενα των δεκαπέντε προβλέπεται αυτό το οποίο προτείνετε; Δηλαδή, έχει ρυθμιστεί νομοθετικά; Γιατί φοβούμαι…
ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ: Έχει ρυθμιστεί νομοθετικά και προβλέπεται σε Συντάγματα, όπως το πορτογαλικό και το ισπανικό που είναι νέα Συντάγματα ομόλογα του ελληνικού, λόγω κοινών εμπειριών. Θα δείτε στο σημείωμά μου και στη μονογραφία του κ. Ματσαγκάνη την πλήρη παρουσίαση του κανονιστικού πλαισίου σε κάθε χώρα και θα δείτε και την βιβλιογραφία.
Θα σας εφοδιάσω κ. Μαγγίνα, αν θέλετε, με μια εξαιρετική μονογραφία που έχουν γράψει δυο εκλεκτοί επιστήμονες, ο καθηγητής κ. Κοντιάδης και ο κ. Αμίτσης όπου παρουσιάζεται το συνταγματικό καθεστώς και στις είκοσι πέντε χώρες-μέλη, για να δείτε ότι παντού υπάρχει άμεση ή έμμεση συνταγματική θεμελίωση.

5. Η προστασία της ιδιοκτησίας

Τα πράγματα, όμως, είναι τελείως διαφορετικά σε σχέση με το άρθρο 17 και την πρότασή της Ν.Δ. για προσθήκη δύο στοιχείων.

Πρώτον, την κατοχύρωση της πνευματικής ιδιοκτησίας. Ο σωστός όρος κατ’ αρχάς είναι «διανοητική ιδιοκτησία», γιατί περιλαμβάνεται και η βιομηχανική τώρα. Δεν διαχωρίζεται διεθνώς, υπάρχει ενιαίος μηχανισμός διεθνούς προστασίας. Αυτό είναι ένα ενοχικό δικαίωμα. Γιατί μόνο αυτό το ενοχικό δικαίωμα, αφού όλα τα ενοχικά δικαιώματα, η περιουσία συνολικά προστατεύεται από το πρώτο πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και από τα άρθρα 5, παράγραφος 1 και 106, παράγραφος 1 του Συντάγματος;

Δεύτερον,  ως προς τις ρυμοτομικές  και πολεοδομικές απαλλοτριώσεις, η νομολογία του Στρασβούργου έχει θέσει τώρα ένα όριο περίπου οκτώ ετών. Εμείς τι θα πούμε τώρα; Θα πούμε ότι σε ενάμιση χρόνο πρέπει να ολοκληρώνεται ο πολεοδομικός σχεδιασμός όλων των επιπέδων, αλλιώς θα απελευθερώνεται το ακίνητο και όλοι οι αστικοί ελεύθεροι χώροι θα καταληφθούν και θα «τσιμεντοποιηθούν»;

Αν γίνει δεκτή η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας, το περιβαλλοντολογικό έγκλημα που θα συντελεστεί είναι πολύ μεγαλύτερο μιας κακής αναθεώρησης του άρθρου 24.

Προσέξτε τις επιπτώσεις αυτού που προτείνετε για το κοινωνικό σύνολο, για τη σχολική στέγη, για τις παιδικές χαρές, για τους ελεύθερους χώρους. Αρκεί ο μηχανισμός του Στρασβούργου, αν ο Έλληνας νομοθέτης τον αποδεχθεί και τον οργανώσει, γιατί πρέπει και ο ιδιοκτήτης βεβαίως να ξέρει ότι θα αποζημιωθεί σε εύλογο χρόνο.  

6. Η    δικαστική προστασία

Όσον αφορά το άρθρο 20, θα σας πω το εξής: Θέλετε να κατοχυρώσουμε ρητά την προσωρινή προστασία σε εύλογο χρόνο.

Αυτό συνάγεται και από το άρθρο 20, όπως παγίως ερμηνεύεται και από το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης που καθιερώνει το δικαίωμα στη δίκαιη δίκη. Είναι, όμως, υποκριτική η πρότασή σας, γιατί με σωρεία νομοθετικών ρυθμίσεων έχετε εξουδετερώσει την προσωρινή προστασία, γιατί δεν αναγνωρίζετε την υποχρέωση του κράτους να σέβεται και να εκτελεί αποφάσεις και πράξεις προσωρινής δικαστικής προστασίας, ιδίως στις εργασιακές σχέσεις. Παραβιάζεται με τη νομοθεσία αυτή και το άρθρο 20 και το άρθρο 95, παράγραφος 5 του Συντάγματος, όπως αναθεωρήθηκε το 2001.

Αν η πλειοψηφία της Νέας Δημοκρατίας ανακαλέσει αυτές τις νομοθετικές ρυθμίσεις που εξουδετερώνουν τα ασφαλιστικά μέτρα και τις προσωρινές διαταγές, εγώ θα έλεγα στο ΠΑ.ΣΟ.Κ. να ψηφίσει την προσθήκη που προτείνετε στο άρθρο 20. Αλλά δεν είναι δυνατόν υποκριτικά να προτείνετε αυτό στο άρθρο 20 και στην κοινή δικονομική νομοθεσία να καταστρατηγείτε και να παραβιάζετε και το άρθρο 20 και το άρθρο 95 του Συντάγματος.

7.Το άρθρο 14 παρ. 9  και ο «βασικός μέτοχος

Τελειώνω με μια λέξη ως προς το άρθρο 14, παράγραφος 9, που και τα δυο κόμματα προτείνουν να αναθεωρηθεί για να αποκατασταθεί η σχέση με το Κοινοτικό Δίκαιο.

Κατ’ αρχάς, για τις ανάγκες της ενημέρωσης των συναδέλφων, σας δίνω μια εκτενή μελέτη μου στο «ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ» (Μάρτιος 2005, τόμος 53, τεύχος 3), που παρουσιάζει όλη την ιστορία της διάταξης αυτής και το ζήτημα των σχέσεων με το Κοινοτικό Δίκαιο.

Θέλω, επίσης να σας θυμίσω ότι εμείς δεν είχαμε προτείνει τα τρία τελευταία εδάφια. Δεν περιλαμβάνονταν στην αρχική μας πρόταση. Γιατί το κάναμε; Το κάναμε για να συμφωνήσουμε στη Βουλή. Και γιατί έπρεπε να συμφωνήσουμε το 2001; Διότι η αντιπολίτευση τότε της Νέας Δημοκρατίας, με οξύτατους όρους, αμφισβητούσε την πρόθεση της κυβέρνησης του ΠΑ.ΣΟ.Κ. να χτυπήσει τα φαινόμενα διαφθοράς και διαπλοκής. Και υπήρχαν και δεκατέσσερις τουλάχιστον Βουλευτές του ΠΑ.ΣΟ.Κ., από τους εκατόν πενήντα έξι που είχαμε, που ήθελαν σκληρότερη διατύπωση. Επτά Βουλευτές του ΠΑ.ΣΟ.Κ. ψήφισαν τη σκληρότερη διατύπωση-τροπολογία της Νέας Δημοκρατίας και επτά ψήφισαν «παρών». Εάν δεν είχαμε διαμορφώσει την κοινή πρόταση που ψηφίστηκε από διακόσιους ογδόντα Βουλευτές, στην ψηφοφορία το ΠΑ.ΣΟ.Κ. θα συγκέντρωνε πολιτικά λιγότερους των εκατόν σαράντα ψήφων και θα ετίθετο ζήτημα δεδηλωμένης εμπιστοσύνης πολιτικά.

Τότε, λοιπόν, στην Ολομέλεια, στην τελική συνεδρίαση, έκανα μια δήλωση, την οποία καταθέτω στα Πρακτικά και είπα: «προσέξτε, έχουμε φτάσει σε ακραίο όριο. Όλα όσα κάνουμε πρέπει να ερμηνεύονται σύμφωνα με το Κοινοτικό Δίκαιο. Δεν είμαστε μόνοι μας. Το Κοινοτικό Δίκαιο ισχύει και η σύμφωνη με το Κοινοτικό Δίκαιο ερμηνεία του Συντάγματος είναι επιβεβλημένη. Μην επιμένετε για ακόμα σκληρότερη διατύπωση», όπως αυτή της τροπολογίας της Νέας Δημοκρατίας που ψήφισαν και επτά Βουλευτές του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και άλλοι επτά ψήφισαν «παρών».

Καταθέτω στα Πρακτικά αυτή τη δήλωσή μου της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής, τον ονομαστικό κατάλογο ψηφοφορίας στην κοινή πρόταση ΠΑ.ΣΟ.Κ.-Νέας Δημοκρατίας και τον ονομαστικό κατάλογο ψηφοφορίας στην πρόσθετη διατύπωση, την ακόμα αυστηρότερη της Νέας Δημοκρατίας, για να υπάρχει στας αναθεωρητικάς δέλτους η συμπεριφορά του καθενός και να ξέρουμε τι έχουμε κάνει.
(Στο σημείο αυτό ο Βουλευτής κ. Ευάγγελος Βενιζέλος καταθέτει για τα Πρακτικά τα προαναφερθέντα έγγραφα, τα οποία βρίσκονται στο αρχείο του Τμήματος Γραμματείας της Διεύθυνσης Στενογραφίας και Πρακτικών της Βουλής)

Εάν θεωρεί η Νέα Δημοκρατία ότι ο δεύτερος διορθωτικός της νόμος για το λεγόμενο Βασικό Μέτοχο, αυτός που αναγκάστηκε να τον ψηφίσει για να επανορθώσει το σφάλμα του αρχικού της νόμου, είναι αντίθετος με το Σύνταγμα, τότε πράγματι είναι και απολύτως αναγκαία η Αναθεώρηση. Εγώ θεωρώ νομικά ότι δεν είναι αντισυνταγματικός ο διορθωτικός νόμος, γιατί το Σύνταγμα σε συνδυασμό με το άρθρο 28 και σύμφωνα με το δόγμα της φιλοκοινοτικής του ερμηνείας δεν έχει προβλήματα. Εκεί, όμως, που έφτασαν τα πράγματα, η μόνη καθαρή λύση είναι πράγματι η διαγραφή των τριών τελευταίων εδαφίων.

Προβλήματα σχέσεων Συντάγματος και Κοινοτικού Δικαίου θα δούμε με αφορμή το άρθρο 28. Δεν είναι τόσο απλό το ζήτημα. Δηλαδή, μη θεωρούμε ότι πάντα η λύση θα είναι να διαγράφουμε ή να τροποποιούμε διατάξεις του Εθνικού Συντάγματος. Είναι πιο πολύπλοκο το ζήτημα των σχέσεων. Είναι, όμως, μια αφορμή για να σκεφθεί η Νέα Δημοκρατία πώς συμπεριφερόταν ως αντιπολίτευση, κινώντας τη σημαία της διαφθοράς και κατηγορώντας τον τότε Πρωθυπουργό για αρχιερέα της διαπλοκής και της διαφθοράς και πώς συμπεριφέρεται τώρα. Γιατί όποιος φυσικά σπέρνει θύελλες, θερίζει                    καταιγίδες.

 


*Βλ. σχετικά Ευ. Βενιζέλου, Το αναθεωρητικό κεκτημένο. Το συνταγματικό φαινόμενο στον 21ο αιώνα και η εισφορά της αναθεώρησης του 2001, 2002, σελ. 131 επ., 145 επ., 155 επ., 159 επ., 165 επ., 173 επ., 197 επ., του ίδιου, Συνταγματική αυτοσυνειδησία ή αναθεωρητικός οίστρος; Μετά και πριν από μία αναθεώρηση του Συντάγματος, 2006, σελ. 21 επ., 31 επ., 65 επ., 88 επ.

Tags: Κράτος Δικαίου | Δικαιώματα και Ελευθερίες