18 Ιουνίου 2009

Αγόρευση Ευ. Βενιζέλου κατά τη συζήτηση επί της αρχής, των άρθρων και του συνόλου του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Ανάπτυξης: «Εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών όσον αφορά την πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες και την παροχή αυτών και άλλες διατάξεις»




Κύριε Πρόεδρε, η εισηγήτρια του κόμματός μας, η κυρία Μερεντίτη, με συστηματικό και πλήρη τρόπο παρουσίασε τις θέσεις μας για το νομοσχέδιο. Εγώ θα ήθελα να κάνω δύο παρατηρήσεις.
Κατ’ αρχάς, η σημασία του νομοσχεδίου, παρά τα βαρύγδουπα τα οποία ακούστηκαν από τον κύριο Υφυπουργό προηγουμένως, είναι δυστυχώς πάρα πολύ μικρή. Η ελληνική συνταγματική τάξη περιλαμβάνει διατάξεις πολύ σημαντικότερες και πληρέστερες από αυτές της Οδηγίας και άρα και η εθνική νομοθεσία με την οποία εναρμονίζεται η χώρα μας προς την Κοινοτική αυτή Οδηγία.

Θα θυμίσω στο Τμήμα ότι στην Αναθεώρηση του 2001 εισήχθη μια εξαιρετικά πρωτότυπη σε διεθνές επίπεδο διάταξη στο άρθρο 116 παράγραφος 2 του Συντάγματος. Προβλέπεται ρητά στην ελληνική συνταγματική τάξη η δυνατότητα λήψης θετικών μέτρων υπέρ των γυναικών ή υπέρ άλλων ομάδων που είναι θύματα συστηματικής ανισότητας και αδικίας. Άρα, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση η εναρμόνιση με μία οδηγία να μειώσει τη συνταγματική προστασία, η οποία, όταν είναι πληρέστερη, προφανώς υπερισχύει, γιατί η κοινοτική έννομη τάξη στα θέματα αυτά διαμορφώνει ένα μίνιμουμ ευρωπαϊκής προστασίας, δεν απαγορεύει την εντονότερη προστασία που παρέχουν οι εθνικές έννομες τάξεις. Αυτό ας το έχουμε υπ’ όψιν σε σχέση και με την ερμηνεία των διατάξεων που θα ψηφιστούν από τα ελληνικά δικαστήρια, αλλά και σε σχέση με την πρακτική εφαρμογή τους από το Συνήγορο του Πολίτη και τη δημόσια διοίκηση.

Και το λέω αυτό, γιατί στην πραγματικότητα από την Οδηγία εξαιρούνται τα δύο πιο κρίσιμα πεδία. Το ένα κρίσιμο πεδίο είναι το περιεχόμενο των εκπομπών των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και κυρίως των διαφημίσεων. Και αναφέρομαι κυρίως στις σεξιστικού περιεχομένου διαφημίσεις που προσβάλλουν την αξιοπρέπεια των γυναικών συνήθως, αλλά ενδεχομένως και προσώπων που έχουν κάποια άλλη σεξουαλική επιλογή, η οποία είναι ελεύθερη και σεβαστή κατά το Σύνταγμά μας και τον ευρωπαϊκό συνταγματικό και πολιτικό πολιτισμό. Αυτά εναπόκεινται στην αρμοδιότητα του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης και της νομοθεσίας που διέπει τα σχετικά με τη λειτουργία των μέσων ενημέρωσης και τα σχετικά με το περιεχόμενο των διαφημίσεων. Άρα, δεν έχουμε τίποτα καινούριο από την άποψη αυτή.

Το δεύτερο μεγάλο πεδίο είναι, σε σχέση με την προσφορά υπηρεσιών, η ασφαλιστική αγορά. Το γεγονός ότι διατηρείται ως αναλογιστικό κριτήριο, ως αναλογιστικός συντελεστής η διαφορά του φύλου στις πιο κρίσιμες ασφαλιστικές συμβάσεις, που είναι για παράδειγμα η ασφάλιση ζωής, υγείας, ζημιών από αυτοκίνητα, αντιλαμβάνεστε ότι στην πραγματικότητα στερεί από κάθε ουσιαστικό περιεχόμενο τις νέες ρυθμίσεις. Γιατί ποιες άλλες υπηρεσίες μπορεί να προσκρούουν σε διαφορά φύλου; Το γεγονός ότι οι γυναίκες δεν γίνονται μέλη, για παράδειγμα, σε ορισμένες λέσχες ανδρών, γιατί δεν επιτρέπεται να πηγαίνουν στο καπνιστήριο μιας λέσχης βρετανικού τύπου ή γιατί δεν μπορούν να πάρουν μέρος στα τμήματα ξιφασκίας; Ε, δεν είναι αυτό το πρόβλημά μας στην Ελλάδα, δεν έχουμε τέτοιου είδους παράδοση που υπάρχει στη Βρετανία ή σε άλλες χώρες. Το κρίσιμο ζήτημα είναι μέσα από μία συστηματική παραβίαση των προσωπικών δεδομένων, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, μέσα από την παράνομη λήψη στοιχείων από τον ιατρικό φάκελο των ασφαλισμένων να μην δημιουργούνται εκτεταμένες ανισότητες στην ασφαλιστική αγορά, κυρίως στις ασφαλίσεις ζωής και υγείας.

Ύστερα, είναι δυνατόν να λέμε τώρα ότι η διαφορά ιδιοσυγκρασίας ή ικανότητας στην οδήγηση ή ενδεχομένως ορισμένες ιδιαίτερες καταστάσεις περιοδικού χαρακτήρα στη συμπεριφορά της γυναίκας την κάνουν πιο επικίνδυνη οδηγό, άρα την επιβαρύνουν με περισσότερα ασφάλιστρα στην ασφάλιση ζημιών από αυτοκίνητα; Αυτά είναι τα κρίσιμα θέματα στα οποία θα έπρεπε να γίνει παρέμβαση. Και χρειάζεται συνολικά παρέμβαση, κύριε Υπουργέ, στην ασφαλιστική αγορά, ιδίως σε αυτούς τους κρίσιμους τομείς. Αυτό το οποίο συμβαίνει τώρα στην ασφάλιση ζωής και στην ασφάλιση παροχής υπηρεσιών υγείας είναι απαράδεκτο. Έτσι όπως δυστυχώς έχει απαξιωθεί τα τελευταία χρόνια ο δημόσιος τομέας υγείας και καταφεύγουν πάρα πολλοί άνθρωποι στις ιδιωτικές υπηρεσίες και αποδίδουν πολύ μεγάλη σημασία στην ασφάλισή τους, ιδίως στην ασφάλιση υγείας, έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία να υπάρχει διαφάνεια, ισονομία και να απαγορεύονται καταχρηστικές και αντικαταναλωτικές συμπεριφορές στον τομέα αυτό.

Εάν θέλουμε να προστατεύσουμε τη γυναίκα ως καταναλώτρια υπηρεσιών και αγαθών, πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας σε αυτά τα κρίσιμα ζητήματα. Βεβαίως, σε αυτά τα κρίσιμα ζητήματα το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τις γυναίκες, αφορά συνολικά τους χρήστες των υπηρεσιών αυτών, διότι υπάρχουν εγκατεστημένες πρακτικές οι οποίες είναι εναρμονισμένες και καταχρηστικές. Πρέπει η Γενική Γραμματεία Εμπορίου, της οποίας έχετε την πολιτική ευθύνη, να είναι πολύ πιο αποφασιστική και παρεμβατική στα ζητήματα αυτά. Εκκρεμούν αυτήν τη στιγμή καταγγελίες στο Συνήγορο του Καταναλωτή, στην Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικών Ασφαλιστικών Εταιρειών και ένα σωρό δίκες στα ελληνικά δικαστήρια, γιατί παραβιάζονται όροι αυτών των ασφαλιστικών συμβάσεων οι οποίες είναι από τη φύση τους καταπλεονεκτικές και καταχρηστικές. Θέλω να επιστήσω την προσοχή σας στον τομέα αυτό, γιατί δυστυχώς αυτό αφορά πάρα πολύ κόσμο. Πάρα πολύς κόσμος καταβάλλει τα ασφάλιστρα, για να καλύψει τις ανάγκες του, γιατί δεν μπορεί να βρει τη θέση που του αξίζει και του αναλογεί στο δημόσιο σύστημα υγείας ή νομίζει ότι δεν μπορεί να τη βρει, γιατί έχει δυστυχώς και επί της ουσίας, αλλά και επικοινωνιακά απαξιωθεί ακόμη περισσότερο το Εθνικό Σύστημα Υγείας.

Μια δεύτερη συναφής παρατήρησή μου είναι αυτή που σχετίζεται με τη γενικότερη αρμοδιότητα του Υπουργείου Ανάπτυξης σε σχέση με την εποπτεία των ανωνύμων εταιρειών. Ένα κρίσιμο επίκαιρο θέμα είναι οι συζητήσεις μεταξύ του Ο.Τ.Ε. και της DEUTSCHE TELEKOM, στην πραγματικότητα μεταξύ του ελληνικού δημοσίου ως μετόχου του Ο.Τ.Ε. και της DEUTSCHE TELEKOM, για αυτό το περιβόητο πρόσθετο 5%, το οποίο μπορεί να καταστήσει έτι προβληματικότερη την περιβόητη συμφωνία μετόχων, η οποία πάσχει από διάφορες πλευρές, κυρίως, του κοινοτικού δικαίου. Εκκρεμεί πάντα το ζήτημα της μη προσφοράς για την εξαγορά των μετοχών των μικρότερων μετόχων μετά τη συμφωνία μεταβίβασης των μετοχών από το ελληνικό δημόσιο προς την DEUTSCHE TELEKOM. Δεν έχουμε πάρει ποτέ μία ικανοποιητική απάντηση, πέραν του ότι θέλουμε βεβαίως να μην αλλοιωθεί έστω αυτό το νόθο σχήμα που έχει διαμορφωθεί. Πέρα από τη γενικότερη θέση μας για τις τηλεπικοινωνίες και τη θέση του Ο.Τ.Ε., υπάρχει και το ζήτημα της παραβίασης της κοινοτικής νομοθεσίας, γιατί ποτέ δεν έγινε δημόσια προσφορά για το σύνολο των μετοχών του Ο.Τ.Ε.. Και επ’ αυτού τηρούν πάντα αιδήμονα σιωπή το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών και το Υπουργείο Ανάπτυξης, το οποίο, πέρα από τις αρμοδιότητες της Κεφαλαιαγοράς, έχει και τις δικές του αρμοδιότητες για την εποπτεία των ανωνύμων εταιρειών.

Η τρίτη μου παρατήρηση αφορά τις ρυθμίσεις για τα ερευνητικά ιδρύματα. Εισάγονται μία σειρά από ρυθμίσεις, ενώ έχει προκληθεί μία τεράστια κρίση στο πεδίο των ερευνητικών κέντρων αρμοδιότητας της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας λόγω της πρόχειρης και επιπόλαιας εξαγγελίας διαφόρων συγχωνεύσεων, προκειμένου να ισχυριστεί η Κυβέρνηση ότι μειώνει τον αριθμό των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των κρατικών νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου.

Στο νομοσχέδιο περιλαμβάνονται για παράδειγμα ρυθμίσεις σχετικές με το Ερευνητικό Κέντρο Θεσσαλίας που ίδρυσε με πρωτοβουλία του ο Πρόεδρος της Βουλής όταν ήταν Υπουργός Ανάπτυξης, ενώ είχε εξαγγελθεί η συγχώνευση του Ερευνητικού Κέντρου της Θεσσαλίας με το ΕΚΕΤΑ που είναι πια ένα καλά οργανωμένο και ελπιδοφόρο ερευνητικό κέντρο που λειτουργεί στη Θεσσαλονίκη. Τι θα γίνει με το ζήτημα αυτό; Είναι δυνατόν παραδοσιακοί θεσμοί, οι οποίοι μάλιστα έχουν και διαφορετική νομική φύση, άλλοι είναι νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, άλλοι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, να συνωθούνται κάτω από το ίδιο σχήμα χωρίς να υπάρχει καμία ολοκληρωμένη ερευνητική πολιτική;

Παρακολουθούμε τις διαμαρτυρίες του ΕΚΚΕ, του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών, των ερευνητικών του ινστιτούτων, των ερευνητών του. Παρακολουθούμε την αναστάτωση στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών που βεβαίως αναπτύσσεται σε δύο πεδία: Στο πεδίο των φυσικοχημικών επιστημών και στο πεδίο της ιστορίας, της αρχαιολογίας, των ανθρωπιστικών σπουδών και επιστημών.

Πώς είναι δυνατόν αυτά να έρχονται με τέτοιο αντιφατικό και ανακόλουθο τρόπο; Άλλες εξαγγελίες κάνει η Κυβέρνηση συνολικά στο πλαίσιο αυτής της δήθεν μεταρρύθμισης, της κατάργησης –της εικονικής κατά πάσα πιθανότητα κατάργησης- ενός κάποιου αριθμού νομικών προσώπων, διαφορετικές ρυθμίσεις εισάγονται από το Υπουργείο Ανάπτυξης με αυτό το νομοσχέδιο. Δεν υπάρχει πολιτική, δεν υπάρχει διαφάνεια, δεν υπάρχει συνέχεια, δεν υπάρχει συστηματικότητα.

Βέβαια περιττεύει να πω ότι με τον ίδιο αποσπασματικό τρόπο εισάγονται προς συζήτηση και μεγάλα θέματα της ενεργειακής πολιτικής, η οποία είναι εξαιρετικά κρίσιμη κυρίως ως αντίληψη για το περιβάλλον, την ανάπτυξη και την οικολογία.

Στο νομοσχέδιο αυτό έχουμε ξαφνικά μία τροπολογία ισοδύναμη με ένα μεγάλο νομοσχέδιο για το βιοντίζελ, έχουμε τη ρύθμιση για τα φωτοβολταϊκά, που κατά βάση είναι μια σωστή ρύθμιση για να αποτρέψουμε το εμπόριο αδειών, αλλά δεν μπορούμε να καταλάβουμε ποια είναι η αντίληψη της Κυβέρνησης για τις ανανεώσιμες πηγές, ποια είναι η αντίληψή της για την ενεργειακή πολιτική συνολικά, μέσα στις συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί.

Αυτός ο τρόπος νομοθεσίας είναι αδιανόητος γιατί είναι αναποτελεσματικός και σε τελική ανάλυση μεγαλώνει την απόσταση ανάμεσα στη Βουλή, ανάμεσα στο πολιτικό σύστημα και την κοινωνία, την κοινή γνώμη, την αγορά, την κοινωνία των πολιτών. Δεν γίνεται με αυτή την προχειρότητα και αποσπασματικότητα να ρυθμίζονται τα θέματα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν και το προηγούμενο για την εμβόλιμη αυτή ρύθμιση, σε σχέση με τις προσφορές.

Είναι δυνατόν να κάνουμε αυτή τη συζήτηση επειδή είμαστε στα τέλη Ιουνίου και αρχίζει η περίοδος των εκπτώσεων στις 15 Ιουλίου; Και εν πάση περιπτώσει τι γίνεται στην πραγματικότητα της αγοράς; Δεν γίνονται προσφορές; Δεν αλλάζει ο τιμοκατάλογος; Δεν γίνονται κατ’ ιδίαν εκπτώσεις και διαπραγματεύσεις; Δηλαδή είναι δυνατόν τώρα να πιστεύουμε ότι θα αντιμετωπίσει η αγορά το πρόβλημά της και κυρίως θα αντιμετωπίσει το μικρό εμπορικό κατάστημα και η οικογενειακή επιχείρηση το πρόβλημά της, μέσα σε συνθήκες κρίσεις, μετά από ένα χρόνο συνειδητής κατάστασης κρίσης στη χώρα μας -γιατί αυτό ήλθε με καθυστέρηση στην Ελλάδα, ως κοινή αίσθηση- ότι με τη ρύθμιση αυτή θα λύσουμε το πρόβλημα των σχέσεων μεταξύ ελληνικού εμπορίου και Έλληνα καταναλωτή και θα τονώσουμε την αγορά μέσα στο καλοκαίρι; Η αγορά τα ξεπερνάει αυτά με τη δική της δυναμική και με τη δική της ευελιξία.

Άρα, σημαίνει ότι το Υπουργείο στην πραγματικότητα δεν έχει επαφή με την πραγματικότητα της αγοράς, για να ισχυρίζεται ότι με τέτοιου είδους ρυθμίσεις θα λύσει, εν μέρει έστω, το πρόβλημα της αγοράς.

Το πρόβλημα της αγοράς είναι βαθύτατο. Αφορά το πρόβλημα του εισοδήματος, αφορά συνολικά την οικονομική πολιτική, αφορά τη δημοσιονομική κατάρρευση. Όταν η χώρα δεν έχει δημοσιονομικό πλαίσιο, όταν η χώρα δεν έχει φοροεισπρακτικό μηχανισμό, όταν η χώρα δεν έχει μακροοικονομική πολιτική, όταν η χώρα δεν έχει προϋπολογισμό και δεν έχει πρόγραμμα σταθερότητας και ανάπτυξης, όταν η χώρα δεν έχει δημόσια αξιοπιστία και διεθνή αξιοπιστία, είναι αστείο να ερχόμαστε και να λέμε ότι με τέτοιου είδους «μικρομερεμέτια» και παρεμβάσεις θα αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα της αγοράς, το πρόβλημα της ιδιωτικής κατανάλωσης. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι εκεί πονάει η ελληνική οικονομία.

Πώς παράγεται το ελληνικό Α.Ε.Π.; Ναυτιλία, τουρισμός, οικοδομή και κυρίως ιδιωτική κατανάλωση. Είναι δυνατόν να ερχόμαστε και να λέμε ότι με τέτοιου είδους παρεμβάσεις θα λύσουμε το πρόβλημα και με τέτοιου είδους διαδικαστικές μεθοδεύσεις στη Βουλή, όταν υπήρχε η δυνατότητα, αυτά όλα να έχουν τεθεί με διαφανή τρόπο εγκαίρως στους παραγωγικούς φορείς και να έχουμε διαμορφώσει ένα ρυθμιστικό πλαίσιο το οποίο να βοηθήσει το εμπόριο, τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, την αυταπασχόληση, που είναι και η μεγάλη μήτρα της ανεργίας στην Ελλάδα, πέρα από τα προβλήματα που έχει η εξαρτημένη εργασία;

Άρα, λοιπόν, αυτά είναι προχειρότητες που δείχνουν αδυναμία διαμόρφωσης μιας ενιαίας πολιτικής.
Ευχαριστώ.

Tags: Κράτος Δικαίου | Δικαιώματα και Ελευθερίες