14 Μαρτίου 2007

Εισήγηση Ευ. Βενιζέλου στο συνέδριο που οργάνωσε το Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου, Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου με θέμα: «Κρίση του ελληνικού πολιτικού συστήματος; Σύγχρονες προκλήσεις και μεταρρυθμιστικές προοπτικές» στο Ινστιτούτο Goethe Αθηνών.


Το περίεργο είναι ότι θα κάνω την πρώτη εισήγηση σε αυτό το συνέδριο αμφισβητώντας καταστατικά το θέμα του. Θα προσπαθήσω να απαντήσω στο ερώτημα αν μπορεί να υπάρξει πολιτικό σύστημα χωρίς κρίση. Θα επιδιώξω να αποδείξω ότι η κρίση είναι σύμφυτη σε κάθε πολιτικό σύστημα, ιδίως στη σημερινή εποχή.

Καταρχάς θα μου επιτρέψετε να εκλάβω την έννοια της κρίσης με το ευρύτερο δυνατό νοηματικό και πραγματολογικό περιεχόμενο. Ως κρίση εκλαμβάνω την δυσλειτουργία, την ανεπάρκεια, την αναποτελεσματικότητα, την αμφισβήτηση, την απαξίωση, αλλά και πιο ήπια φαινόμενα: την αμηχανία, την αδράνεια, την γνωσιολογική αδυναμία. Γιατί, σε τελευταία ανάλυση, η κρίση δεν είναι ένα φαινόμενο που αφορά τα πράγματα τα οποία εξελίσσονται ερήμην της διανοητικής μας ικανότητας, αλλά τον παρατηρητή που αδυνατεί να τα συλλάβει και να τα τοποθετήσει μέσα στα νέα συμφραζόμενα που κάθε φορά υπάρχουν ή να τα υποτάξει σε νόμους, την ύπαρξη των οποίων μπορεί ακόμη να μη έχει αντιληφθεί.Μπορεί μία φαινομενική ανομία και άρα κρίση του συστήματος να μην είναι τίποτα άλλο παρά η υπαγωγή του σε άλλο κανονιστικό πλαίσιο. Κανονιστικό, όχι με την νομική, αλλά τελικά με την ιστορική έννοια του όρου, δηλαδή σε άλλον ειρμό αιτιοτήτων, σε άλλο πλαίσιο ιστορικής αναφοράς.

Υπό αυτή την έννοια η κρίση του πολιτικού συστήματος (άρα όχι μόνο του ελληνικού, αλλά κάθε δημοκρατικού πολιτικού συστήματος) είναι φαινόμενο διεθνές και πάντως φαινόμενο πανευρωπαϊκό. Είναι φαινόμενο διαρκές και όχι παροδικό. Είναι, κατά την γνώμη μου, φαινόμενο διαρθρωτικό και όχι συγκυριακό.

Όταν έχουμε μία κοινωνία σε κρίση συνοχής, διαστρωμάτωσης και συλλογικής αυτοσυνειδησίας, όταν έχουμε μία οικονομία σε κρίση αναπτυξιακού προσανατολισμού και διεθνούς ανταγωνιστικότητας, όταν έχουμε ένα εθνικό κράτος σε κρίση κυριαρχίας, ασφάλειας και ταυτότητας, όταν έχουμε ένα διοικητικό σύστημα σε κρίση καθημερινή λειτουργικής επάρκειας σε σχέση με την εξυπηρέτηση του πολίτη, όταν έχουμε ένα διεθνές σύστημα ισχύος σε προφανή κρίση ισορροπίας και αποτελεσματικότητας, (όπως φαίνεται από όλα τα ανοικτά μέτωπα της διεθνούς πολιτικής σκηνής) και όταν έχουμε μία Ευρωπαϊκή Ένωση σε κρίση θεσμικής ολοκλήρωσης, αναπτυξιακού προσανατολισμού και ευρύτερης κοινωνικής συνοχής (όπως φαίνεται από την κρίση γύρω από το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα και από την κρίση του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου), αντιλαμβάνεστε ότι δεν μπορεί να αντιμετωπίζουμε την κρίση του πολιτικού ζητήματος ως ένα επιδερμικό συγκυριακό φαινόμενο.

Άρα ασχολούμαστε με μία κρίση πολλαπλή, μία κρίση πολιτικής συμμετοχής και αντιπροσώπευσης. Αυτή είναι κατά τη γνώμη μου η θεμελιώδης όψη της κρίσης και του ελληνικού πολιτικού συστήματος:

  • Έχουμε μία κρίση πολιτικής υποαντιπροσώπευσης της κοινωνίας και νομίζω ότι αυτός είναι ο σταυρός του μαρτυρίου του πολιτικού συστήματος. Έχουμε ένα πολιτικό σύστημα σε κρίση ιδεολογικής και πολιτικής ευρηματικότητας: διαπιστώνουμε την αδυναμία του πολιτικού συστήματος να επινοεί ένα νέου τύπου πολιτικό λόγο, να επινοεί ιδέες, να επινοεί αξίες, να επινοεί οράματα, να επινοεί έναν πιο πολυπρισματικό, πιο αντιπροσωπευτικό και άρα πιο πειστικό λόγο.
  • Έχουμε μία κρίση διαχειριστικής ικανότητας, έχουμε δηλαδή μία κρίση του πολιτικού και διοικητικού μάνατζμεντ.
  • Έχουμε μία κρίση ηθικής υπόστασης του πολιτικού συστήματος, δηλαδή των ατομικών και συλλογικών υποκειμένων του: κρίση συμπεριφοράς, κρίση κινήτρων και κρίση κύρους των πολιτικών προσώπων, αλλά και των συλλογικών φορέων του πολιτικού συστήματος.

Σε τελική ανάλυση έχουμε μία κρίση αυτοτροφοδοτούμενη εξ αντικειμένου, λόγω της υποχρέωση που έχει το πολιτικό σύστημα να διαχειρίζεται συνεχώς κρίσεις. Αφής στιγμής το πολιτικό σύστημα καλείται στην καθημερινή και διαρκή λειτουργία του να μην κάνει τίποτα άλλο παρά διαχείριση κρίσεων είναι καταδικασμένο το ίδιο να λειτουργεί όχι φυσιολογικά, αλλά «κρισιολογικά», γιατί το ίδιο το αντικείμενο του είναι μία συνεχής κρίση. Μπορεί να είναι μία κρίση δημοσιονομική, μία κρίση αναπτυξιακή, μία κρίση κλιματολογική, μία κρίση ασφάλειας, μία κρίση εξωτερικής πολιτικής, μία κρίση που απορρέει από φυσικές ή ανθρωπογενείς καταστροφές, μία κρίση πολιτική ή επικοινωνιακή, μία κρίση που ακούει στο όνομα «σκάνδαλο».

Αυτή όμως η αυτοτροφοδοτούμενη και αναπόφευκτη κρίση του πολιτικού συστήματος καθίσταται τελικά θεσμική. Το θεσμικό επίπεδο είναι αυτό στο οποίο η κρίση του πολιτικού συστήματος καθίσταται ορατή, αλλά είναι ορατό και σε πολύ μεγάλο βαθμό και ελέγξιμη.

Αυτό σημαίνει ότι η κρίση του πολιτικού συστήματος δεν είναι τόσο κρίση συνταγματικά τυποποιημένων θεσμών, λειτουργιών και δικαιωμάτων, όσο κρίση συνάρθρωσης των συνταγματικών θεσμών και των πολιτικών και κοινωνικών πρακτικών. Δεν υπάρχει μία «εργαστηριακή» κρίση των πολιτικών θεσμών, αλλά μία κρίση που προκύπτει μέσα από την αδυναμία επιτυχούς συνάρθρωσης των πολιτικών θεσμών και των πολιτικών πρακτικών.

Αυτό αφορά δύο μεγάλα υποσυστήματα που βρίσκονται σε κρίση : Πρώτον, το υποσύστημα των τεκμηρίων αντιπροσώπευσης που βρίσκεται στον σκληρό πυρήνα κάθε σύγχρονης δημοκρατίας και δεύτερον, το υποσύστημα των κοινωνικών, πολιτικών και θεσμικών αντιβάρων που λειτουργούν σε κάθε πολιτικό σύστημα.

Ο ίδιος ο πυρήνας του πολιτικού συστήματος που είναι η κατά τεκμήριο αντιπροσώπευση της κοινωνίας τίθεται υπό αμφισβήτηση σε όλα τα μέτωπα: Το κοινοβουλευτικό σύστημα, το κομματικό σύστημα, το εκλογικό σύστημα εμφανίζονται ανεπαρκή, τα μέσα ενημέρωσης και άρα το επικοινωνιακό σύστημα διεκδικεί ένα ρόλο υποκατάστασης των αδυναμιών και των κενών του υπό την στενή έννοια του όρου του πολιτικού συστήματος, η «στιγμιαία δημοκρατία» των δελτίων ειδήσεων και των εκπομπών λόγου διεκδικεί αντιπροσωπευτική ικανότητα πολύ σημαντικότερη από αυτή που έχουν οι τυποποιημένοι συνταγματικοί θεσμοί. Η «προκαταλαμβάνουσα» – ας χρησιμοποιήσω μία ήπια έκφραση – δημοκρατία των ερευνών της κοινής γνώμης διεκδικεί μία εγκυρότητα τουλάχιστον ισοδύναμη της εκλογικής διαδικασίας, οι ομάδες πίεσης της κοινωνίας των πολιτών και οι κοινωνικές οργανώσεις με μονοθεματική πολιτική δραστηριότητα διεκδικούν έναν λόγο πιο πηγαίο, πιο αυθεντικό, πιο έγκυρο, πιο δυναμικό και εντέλει πιο αντιπροσωπευτικό της κοινωνίας από αυτό των κοινοβουλευτικών και γενικότερα των κλασικών πολιτικών θεσμών.

Φυσικά όλα αυτά δεν εξελίσσονται στον στενό ορίζοντα του εθνικού κράτους. Ο,τιδήποτε συμβαίνει σε ένα εθνικό κράτος και στο πολιτικό του σύστημα υπάγεται σε κανονιστικούς περιορισμούς οι οποίοι είναι πια εξωγενείς, πολύ πιο έντονοι από ότι ήταν πριν από είκοσι ή τριάντα χρόνια.

Το ίδιο συμβαίνει και στους μηχανισμούς που προσπαθούν να λειτουργήσουν ως αντίβαρο, όπως η αρχή του κράτους δικαίου, η αρχή της διάκρισης των εξουσιών, ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας. Οι ανεξάρτητες αρχές –για παράδειγμα- αναλαμβάνουν μέσα από τη διεκδίκηση του ρόλου τους πολιτικές ευθύνες τις οποίες σε πολύ μεγάλο βαθμό δεν μπορούν να διεκπεραιώσουν. Αυτό που δεν μπορεί να προσφέρει στην κοινωνία το πολιτικό σύστημα, υπό την έννοια του συστήματος των αντιπροσωπευτικών θεσμών, δεν μπορεί να το προσφέρει ούτε το σύστημα που έρχεται να αντιρροπήσει μέσα από τη λογική του κράτους δικαίου (δια της προστασίας των δικαιωμάτων και άρα δια της προστασίας του ατόμου, των μειονοτήτων ή των μειοψηφιών), την λειτουργία της δημοκρατικής αρχής. Στο χαρακτηριστικό παράδειγμα των ανεξαρτήτων αρχών βλέπουμε πια μία κρίση νομιμοποίησης όχι των αντιπροσωπευτικών θεσμών, αλλά των θεσμικών τους αντιβάρων. Το ίδιο κατά μείζονα λόγο συμβαίνει με τον έλεγχο της συνταγματικότητας και το ρόλο της συνταγματικής δικαιοσύνης.

Εάν αυτά που λέω λίγο ή πολύ αληθεύουν, τότε χρειαζόμαστε μία μετεξέλιξη του πολιτικού συστήματος έτσι ώστε αυτό να έχει τη δυνατότητα ταυτόχρονα να αφομοιώνει και να υπερβαίνει την κρίση. Αυτό μας οδηγεί σε μία προσέγγιση –χρησιμοποιώ τον όρο μεταφορικά – κονστρουκτιβιστική. Πρέπει να δούμε πως μπορεί να επιτευχθεί μία συνάρθρωση πολιτικών θεσμών και πολιτικών πρακτικών που να αφομοιώνει τα προβλήματα και να τα υπερβαίνει διατηρώντας το κέλυφος της λεγόμενης αντιπροσωπευτικής/ συνταγματικής δημοκρατίας, που άλλοι προτιμούν να ορίζουν ως φιλελεύθερη και άλλοι ως πλουραλιστική.

Η βασική μου θέση -την οποία απλώς εξαγγέλλω ώστε να έχουμε χρόνο για συζήτηση- είναι ότι αν θέλουμε να ξεπεράσουμε το πρόβλημα της πολιτικής υποαντιπροσώπευσης της κοινωνίας, τότε πρέπει να αναζητήσουμε τα στοιχεία που μας επιτρέπουν να μεταβούμε από το επίπεδο ή τη φάση της αντιπροσωπευτικής / συνταγματικής δημοκρατίας στο επίπεδο της μετα-αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.

Έχουμε προ πολλού περάσει από την νεωτερική μακαριότητα, δηλαδή από την απόλυτη θεσμική αυτοπεποίθηση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας ως βασικής μορφής πολιτικής οργάνωσης και αντιπροσώπευσης της βιομηχανικής κοινωνίας σε μία μετανεωτερική αμηχανία ή και αμφισβήτηση, η οποία εκδηλώνεται στα πολιτικά και κομματικά συστήματα όλων σχεδόν των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό συνδέεται τελικά με την αδυναμία της ίδια της Ευρωπαϊκής Ένωσης να συγκροτηθεί επιτέλους ως ένα πολιτικό σύστημα. Είναι συγκροτημένη ως διοικητικό σύστημα, είναι συγκροτημένη ως μηχανισμός παραγωγής κανονιστικών πράξεων, αλλά δεν είναι ένα σύστημα πολιτικό με την έννοια που έχει αποκτήσει ο όρος αυτός στο επίπεδο του εθνικού κράτους.

Χρειάζεται, λοιπόν, να διαμορφώσουμε τις προϋποθέσεις μιας μεταντιπροσωπευτικής δημοκρατίας που θα είναι κάτι περισσότερο και όχι κάτι λιγότερο από τις εγγυήσεις και τις παραδοχές της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Θα είναι μία δημοκρατία που θα λειτουργεί όχι απλώς πλειοψηφικά, αλλά μεταπλειοψηφικά. Θα είναι μία δημοκρατία συναινετική, αλλά όχι κορπορατίστικη. Θα είναι μία δημοκρατία της συμμετοχής και της απόφασης και όχι μόνον της διαβούλευσης. Θα είναι μία δημοκρατία που κινητοποιεί και αξιοποιεί τους θεσμούς της άμεσης δημοκρατίας, χωρίς όμως να παραγνωρίζει την σημασία των αντιπροσωπευτικών θεσμών. Θα είναι μία δημοκρατία μαχόμενη με ιστορική αυτοσυνειδησία, αλλά δεν θα είναι μία «διαδικαστική» δημοκρατία. Θα είναι μία δημοκρατία με ιστορική συνείδηση. Θα είναι πάντα μία δημοκρατία του γενικού συμφέροντος, όπως όμως αυτό πιστοποιείται και διαγιγνώσκεται μέσα από τις τυποποιημένες συνταγματικές διαδικασίες. Και βέβαια θα είναι μία δημοκρατία, που διαχέεται σε όλα τα επίπεδα: στο επίπεδο της τοπικής κοινωνίας, της περιφερειακής οργάνωσης του κράτους, του εθνικού κράτους (που είναι πάντα κρίσιμο), της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που έχει τα γνωστά προβλήματα του πολιτικού και δημοκρατικού ελλείμματος. Και τελικά στο επίπεδο της «πολιτικοποίησης της παγκοσμιοποίησης», δηλαδή της παγκόσμιας δημοκρατικής διακυβέρνησης, στο επίπεδο του διεθνούς συστήματος ισχύος το οποίο λειτουργεί κατά τρόπο άνομο, ανεξέλεγκτο, ατυποποίητο και ως εκ τούτο απειλητικό.

Αυτά όλα μας φέρνουν ξανά πίσω στο ερώτημα, αν υπάρχει κρίση του πολιτικού μας συστήματος – η απάντηση είναι ναι, αλλά και στο ερώτημα αν μπορεί να υπάρχει πολιτικό σύστημα χωρίς κρίση. Και σ΄ αυτό το δεύτερο ερώτημα η απάντηση είναι ναι, καθώς η κρίση είναι το αντικείμενο του πολιτικού συστήματος. Γι΄αυτό πρέπει να επιχειρούμε να μεταρρυθμίζουμε διαρκώς το πολιτικό μας σύστημα μέσα από τη διαρκή επεξεργασία και των πολιτικών θεσμών και των πολιτικών πρακτικών και κυρίως της συνάρθρωσης τους. Με στόχο να διασφαλίσουμε τα βασικά χαρακτηριστικά μιας μετα -αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, ικανής να επιβιώσει μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα το οποίο είναι ταυτόχρονα και απειλητικό, αλλά και γόνιμο. Διαφορετικά άλλωστε δεν μπορούμε να χειριστούμε μια ιστορία που τρέχει με ρυθμούς που πολλές φορές αδυνατούμε να κατανοήσουμε. redsq

Tags: Κράτος Δικαίου | Δικαιώματα και Ελευθερίες