28 Μαρτίου 2007

 

Ομιλία Ευ. Βενιζέλου στο διεθνές επιχειρηματικό συνέδριο του Economist, με θέμα: «2007-2015: The Political, Economic and Business Outlook for Europe in the next decade»

 

Έχω τη χαρά, χάρη στις ευγενικές προκλήσεις που μου απευθύνουν οι συνδιασκέψεις του Economist, να βρίσκομαι σήμερα στο ίδιο τραπέζι με δύο ανθρώπους με τους οποίους είχα την ευκαιρία να συνεργαστώ κατά τη διάρκεια της θητείας μου στο Υπουργείο Ανάπτυξης, όταν μεταξύ των άλλων τομέων που επέβλεπα, επέβλεπα και τον τομέα του εμπορίου.



Τότε λοιπόν ο κ. Φώλιας που θα με διαδεχθεί στο βήμα ήταν Πρόεδρος της Εθνικής Συνομοσπονδίας Ελληνικού Εμπορίου και ο κ. Παπαθανασίου που προηγήθηκε στο βήμα ήταν Πρόεδρος του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών και έτσι ανέλαβαν τα κυβερνητικά τους καθήκοντα έχοντας μια μακρά συνδικαλιστική εμπειρία κι έχοντας ζήσει διάφορους Υπουργούς, κυρίως των Κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ, στην άσκηση των καθηκόντων τους στον τομέα της πραγματικής οικονομίας και ιδίως στον τομέα του εμπορίου.

Και φαντάζομαι ότι αυτό το «εργαστήριο» τους φάνηκε χρήσιμο και ωφέλιμο καθώς τώρα πρέπει να βλέπουν τα πράγματα από την οπτική γωνία του γενικού συμφέροντος και όχι των επιμέρους επαγγελματικών συμφερόντων, που κι αυτά είναι θεμιτά σε μία ευνομούμενη Πολιτεία αλλά το μεγάλο στοίχημα της πολιτικής είναι να συναιρεί τις επιμέρους προσεγγίσεις, να μετατρέπει τα αιτήματα και τις πιέσεις σε έναν οργανωμένο πολιτικό λόγο που διατυπώνεται στο όνομα της κοινωνίας, στο όνομα των πολιτών, στο όνομα του γενικού συμφέροντος. Γιατί τελικά αποδέκτης όλων μας των επιλογών είναι η αγορά με την έννοια της κοινωνίας, είναι ο πολίτης, είναι ο καταναλωτής. Και βέβαια είναι η εθνική οικονομία.


1. Το πρώτο μου ερώτημα, μετά από όσα ακούστηκαν, είναι εάν η κατάσταση που επικρατεί στο ελληνικό εμπόριο και ιδίως στο ελληνικό λιανικό εμπόριο, ο μεγάλος αριθμός μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων, το εντυπωσιακά υψηλό ποσοστό αυτοαπασχόλησης συμπεριλαμβανομένων και πάρα πολλών συμβοηθούντων μελών των οικογενειών των αυτοαπασχολουμένων επιχειρηματιών που δουλεύουν ανασφάλιστα και χωρίς σαφές εργασιακό καθεστώς, αν αυτή λοιπόν η κατάσταση η οποία πολύ συχνά βρίσκεται στα όρια μεταξύ τυπικής και άτυπης οικονομικής δραστηριότητας είναι ευχή ή κατάρα.

Εάν μπορεί το λιανικό εμπόριο με τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά που έχει για ιστορικούς λόγους στην Ελλάδα να ενταχθεί, με έναν έξυπνο τρόπο με ήπιες προσαρμογές σε ένα ολοκληρωμένο μεταβιομηχανικό μοντέλο ανάπτυξης της χώρας. Σε ένα μοντέλο ανάπτυξης που προσπαθεί να μετατρέψει τις υστερήσεις που ιστορικά έχει η ελληνική οικονομία σε σχέση με το κλασικό δυτικοευρωπαϊκό βιομηχανικό μοντέλο ανάπτυξης, σε συγκριτικό πλεονέκτημα που μπορεί να μας φέρει κατευθείαν στην πρωτοπορία μιας μεταβιομηχανικής εποχής.

Μιας εποχής που βασίζεται στην αξιοποίηση του διανοητικού κεφαλαίου, στην ευελιξία της επιχείρησης, στα νέα δεδομένα της κοινωνίας της πληροφορίας. Βασίζεται πρωτίστως στον τομέα των υπηρεσιών και στην ικανότητα του τομέα αυτού και εν προκειμένω της εμπορικής επιχείρησης να αναπτύσσει καινοτομίες. Γιατί η καινοτομία δεν είναι χαρακτηριστικό μόνον της μεταποίησης ή χαρακτηριστικό του τομέα της έρευνας και της ανάπτυξης: μπορεί να έχει κανείς σε πάρα πολύ απλές δραστηριότητες, καθημερινές, χαμηλής τεχνολογικής αξίας, πάρα πολύ σημαντική προστιθέμενη διανοητική αξία, μπορεί να έχει πάρα πολύ σημαντικές καινοτομίες.

Σπεύδω λοιπόν να πω τη θέση μου ότι πράγματι μπορεί ο τομέας του εμπορίου στην κατάσταση που βρίσκεται, με τον μεγάλο αριθμό μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων, με τα άτυπα φαινόμενά του, με τα προβλήματα οργάνωσης και logistics που σίγουρα έχει, αλλά με όλον τον όγκο της συμμετοχής του στο ακαθάριστο εγχώριο προϊόν και με τον τεράστιο όγκο της συμμετοχής του στην απασχόληση, να ενταχθεί και μάλιστα να παίξει κεντρικό ρόλο σε ένα μεταβιομηχανικό μοντέλο ανάπτυξης.

2. Για να γίνει αυτό όμως πρέπει το κράτος να φροντίσει να εγγυηθεί έναν ορθολογικό και διαφανή τρόπο συνύπαρξης «μικρών» και «μεγάλων» σε αυτόν τον τομέα που εμφανίζει έντονα προβλήματα άνισου ανταγωνισμού, που εμφανίζει πάρα πολλές αρρυθμίες και τελικά όλα αυτά τα προβλήματα καταλήγουν να είναι προβλήματα νομοθετικού πλαισίου, προβλήματα εποπτείας της αγοράς. Καταλήγουν να είναι προβλήματα κατά κυριολεξία πολιτικά, θεσμικά, αφορούν όσο κι αν αυτό φαίνεται περίεργο το κράτος.

Ο μικρός κι ο πολύ μικρός επιχειρηματίας του τομέα του εμπορίου και ιδίως του λιανικού εμπορίου που είναι το κύριο αντικείμενό μας, δεν θέλει καθόλου ένα «κρατικιστικό» κράτος, ένα γραφειοκρατικό, βραδύ στις αντιδράσεις του, αναποτελεσματικό κράτος, αλλά περιμένει πάρα πολλά από ένα ευέλικτο, αντιγραφειοκρατικό, «αντικρατικιστικό» κράτος. Και κυρίως περιμένει να του λύσει το κράτος τα προβλήματα που έχει στα μεγάλα «γκισέ» στα οποία συνωθείται ο επιχειρηματίας και ιδίως ο μκρός στα μεγάλα γκισέ στα οποία συνωθείται ο επιχειρηματίας και ιδίως ο μικρός επιχειρηματίας που δεν έχει λογιστήριο, που δεν έχει υποστήριξη, που δεν έχει μηχανισμούς που του επιτρέπουν να πλησιάσει την καινοτομία και να ενταχθεί με σύγχρονους όρους στην αγορά και να κατακτήσει ένα μερίδιο σ΄αυτήν.

Τα γκισέ αυτά τα ξέρετε όλοι πάρα πολύ καλά: είναι οι Φορολογικές Αρχές του κράτους. Είναι οι Διοικητικές Αρχές συμπεριλαμβανομένης και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης που εμπλέκονται στις διάφορες διαδικασίες αδειοδότησης, από την απλή σύσταση μιας εταιρείας μέχρι τη χορήγηση άδειας στα καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος, κάτι που εμπλέκεται με τις πολιτικές γης που είναι το μεγαλύτερο ίσως αναπτυξιακό πρόβλημα που έχουμε στη χώρα μας. Είναι οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης και είναι και το τραπεζικό σύστημα που παρότι είναι το κατ΄ εξοχήν σύστημα του ιδιωτικού τομέα εν τούτοις θεωρώ ότι εφάπτεται με τους εποπτικούς μηχανισμούς του κράτους και επηρεάζει καθοριστικά το γενικό κλίμα της οικονομίας.

Αν λοιπόν θέλουμε να αρθρώσουμε μια οργανωμένη, μεταβιομηχανική, «έξυπνη» πολιτική ένταξης του εμπορίου σε αυτό το μεταβιομηχανικό μοντέλο ανάπτυξης, αν θέλουμε να διασφαλίσουμε τους όρους διαφανούς συνύπαρξης μικρών και μεγάλων , αν θέλουμε να ενισχύσουμε τη δυνατότητα επιβίωσης της μικρής και πολύ μικρής εμπορικής επιχείρησης και αν θέλουμε να ενθαρρύνουμε την καινοτομία, άρα την ποιότητα, άρα την επωνυμία, άρα την στόχευση σε ειδικά κοινά, με ειδικά προϊόντα και ειδικές υπηρεσίες στον τομέα του εμπορίου, πρέπει να λύσουμε τα προβλήματα που υπάρχουν σε αυτούς τους τέσσερις βασικούς τομείς, σε αυτά τα τέσσερα πολύ μεγάλα μέτωπα.

3. Όταν έχουμε μια τέτοια διάρθρωση της απασχόλησης -για να αρχίσω απ΄ αυτό- στον τομέα του εμπορίου, όταν η συντριπτική πλειονότητα των μισθωτών του τομέα απασχολείται στις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, (χωρίς όμως να είναι ευκαταφρόνητο και το ποσοστό μισθωτών που απασχολείται σε επιχειρήσεις οι οποίες έχουν δυναμικό άνω των 250 ατόμων (βλέπω από τις στατιστικές ότι περίπου το εν τέταρτο των μισθωτών του τομέα απασχολείται σε επιχειρήσεις που έχουν συνολικό αριθμό απασχολουμένων άνω των 250). όταν έχουμε λοιπόν αυτή τη διάρθρωση της απασχόλησης, είναι προφανές ότι τα ασφαλιστικά ζητήματα είναι τα πρώτα τα οποία απασχολούν κάθε επιχείρηση. Το μη μισθολογικό κόστος, το συνολικό κόστος της επιχείρησης για κάθε εργαζόμενο. Και όταν έχουμε επιχειρήσεις οι οποίες είναι από τη φύση τους επιχειρήσεις εντάσεως εργασίας είναι λογικό να θέτουμε επί τάπητος το ζήτημα μιας διαφορετικής μεταχείρισης των επιχειρήσεων εντάσεως κεφαλαίου και των επιχειρήσεων εντάσεως εργασίας στα θέματα αυτά.

4. Και αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο εάν συναρθρωθεί με διαφορετικό τρόπο το φορολογικό μας σύστημα με το κοινωνικοασφαλιστικό μας σύστημα. Εάν δηλαδή μέσα από ένα σύστημα διευθετήσεων, διακανονισμών, κινήτρων και ενισχύσεων μπορεί η φορολογική πολιτική να συνδεθεί με την ασφαλιστική πολιτική, έτσι ώστε να μην αδικείται η επιχείρηση εντάσεως εργασίας (και ο τομέας του εμπορίου είναι τομέας εντάσεως εργασίας), σε σχέση με τους τομείς όπου έχουμε ένταση κεφαλαίου. Αρκούμαι σε αυτήν την γενική εξαγγελία, για να τροφοδοτήσω έναν προβληματισμό και μια συζήτηση η οποία είναι απολύτως αναγκαία.

Από την άλλη μεριά, όταν έχουμε τόσο μεγάλη αυτοαπασχόληση και τόσο μεγάλη έκταση ατύπων εργασιακών φαινομένων, δηλαδή ανασφάλιστη εργασία πολύ μεγάλης έκτασης, αντιλαμβάνεστε ότι οι ιδρυματικές λειτουργίες του κοινωνικού κράτους κάποια στιγμή θα κληθούν να παίξουν πάρα πολύ σημαντικό ρόλο και γιατί πρέπει οι κατώτατες συντάξεις των ίδιων των αυτοαπασχολουμένων στο εμπόριο να ενισχύονται μέσα από τον κρατικό προϋπολογισμό και γιατί το ανασφάλιστο δυναμικό κάποια στιγμή θα μεταταγεί στην κατηγορία του ανασφάλιστου υπερήλικα και θα έχει ανάγκη από προνοιακού χαρακτήρα αντιμετώπιση.

Έχουμε λοιπόν ένα μελλοντικό δυναμικό χαμηλοσυνταξιούχων ή ανθρώπων που θα αντιμετωπιστούν προνοιακά και αυτό είναι κρίμα όταν συμβαίνει σε έναν τομέα που έχει τεράστιες δυνατότητες ανάπτυξης, άρα πρέπει να στρέψουμε εκεί την προσοχή μας.

5. Δεύτερο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η σχέση με το τραπεζικό σύστημα. Με εντυπωσιάζει το γεγονός ότι σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία ένα τεράστιο ποσοστό επιχειρήσεων που απασχολούνται στο εμπόριο, περίπου το 44%, δεν έχει τραπεζικές υποχρεώσεις. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει πρόσβαση στο τραπεζικό σύστημα, δεν μπορούν να πλησιάσουν το τραπεζικό σύστημα και παρά τη γιγαντιαία προσπάθεια που κάναμε να οργανώσουμε χρηματοπιστωτικούς μηχανισμούς ενίσχυσης των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων με κορυφαίο παράδειγμα το Ταμείο Εγγυοδοσίας για τις πιστώσεις των μικρών και πάρα πολύ μικρών επιχειρήσεων, βλέπουμε ότι ένα τεράστιο ποσοστό δεν μπορεί να πλησιάσει το τραπεζικό σύστημα.

Αυτό όχι για λόγους σωφροσύνης, όχι επειδή είναι νοικοκυρεμένα τα οικονομικά της επιχείρησης, αλλά γιατί εφαρμόζει μία συσταλτική, αμυντική φοβική επιχειρηματική πολιτική η μικρή και πολύ μικρή επιχείρηση η οποία δεν μπορεί να βρει βοήθεια στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Και αυτό είναι ένα διαρθρωτικό χαρακτηριστικό αρνητικό, μια αγκύλωση, ένας συντελεστής υπανάπτυξης και αυτοπεριορισμού του τομέα.

Άρα πρέπει να αλλάξει ριζικά αυτή η σχέση, πρέπει να αλλάξει ριζικά η δυνατότητα πρόσβασης στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, πρέπει αυτοί οι μηχανισμοί (που αγωνιζόμαστε ήδη από το Β΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης να θέσουμε σε λειτουργία) να αποδώσουν. Και για να γίνει αυτό πρέπει να κινηθούν όσο γίνεται πιο αντιγραφειοκρατικά, πρέπει να κινηθούν μέσα από τον ίδιον τον μηχανισμό και τα δίκτυα του τραπεζικού συστήματος με μηδενική συμμετοχή διοικητικών μηχανισμών, ακόμη και ενδιάμεσων φορέων οι οποίοι είναι στα χέρια του επιχειρηματικού κόσμου ή των επαγγελματικών οργανώσεων, αλλά δεν ελέγχονται από το τραπεζικό σύστημα. Θα ήταν προτιμότερο να πάμε κατευθείαν στο τραπεζικό σύστημα.

6. Και βέβαια όλα αυτά καταλήγουν στην ανάγκη οι Επαγγελματικές Οργανώσεις και τα Επιμελητήρια σε συνεργασία με τη Νομοθετική Εξουσία και άρα και με την εκάστοτε Κυβέρνηση να διαμορφώνουν έτσι το νομοθετικό πλαίσιο του εμπορίου ώστε να γίνονται σεβαστά αυτά τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά του κλάδου και να διατηρούνται τα καλά μειουμένων των κακών: πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει να διατηρείται το μεγάλο ποσοστό της απασχόλησης, πρέπει να διατηρείται ο μεγάλος αναγκαστικά αριθμός μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων, πρέπει όμως να είναι έτσι διαμορφωμένη η κατάσταση ώστε να επιτρέπει την προσαρμογή στα νέα δεδομένα του ανταγωνισμού, με όρους οι οποίοι να είναι όσο γίνεται πιο ήπιοι και πιο φιλικοί.

Αυτά όλα έχουν σχέση με το ωράριο των καταστημάτων, έχουν σχέση με τον τρόπο με τον οποίον διεξάγεται η λειτουργία των μεγάλων εμπορικών κέντρων, των μεγάλων καταστημάτων, αφορούν τον τρόπο με τον οποίον εξελίσσεται η δικαιόχρηση, αφορούν τον τρόπο με τον οποίον η μικρή εμπορική επιχείρηση αντιμετωπίζει το κοινό της όχι με τον απλοϊκό τρόπο με τον οποίον γίνεται αυτό στις παλιές συνοικιακές ή τοπικές αγορές, αλλά με έναν τρόπο που λαμβάνει υπόψη την πολυδιάσπαση της αγοράς, την ύπαρξη πολλών επιμέρους κατηγοριών καταναλωτών με ειδικές ανάγκες και με υψηλές απαιτήσεις.

Άρα αυτό που λέγεται ευελιξία, ποιότητα, ικανότητα προσαρμογής, ικανότητα να επινοείς το αγοραστικό σου κοινό και άρα να επινοείς το αγαθό και την υπηρεσία που προσφέρεις, είναι κάτι το οποίο πρέπει να το βλέπει ο κάθε ένας με όσο γίνεται πιο καθαρό τρόπο με τη βοήθεια του κράτους και με τη βοήθεια ενός γενικότερου θεσμικού επιχειρηματικού περιβάλλοντος που δυστυχώς ακόμη δεν έχει διαμορφωθεί στη χώρα μας, παρά τις ενσυνείδητες και φιλότιμες προσπάθειες που έγιναν.

Μόνον που αυτές πρέπει να γίνονται με δεδηλωμένη πολιτική στόχευση, δηλαδή πρέπει να δηλώνει η εκάστοτε Κυβέρνηση εάν πιστεύει στην ανάγκη να υπάρχει αυτός ο όγκος των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων ή εάν πιστεύει στην ανάγκη εξαφάνισής τους και αναγκαστικής συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κλάδου. Και πρέπει αυτό που λέμε να το πιστεύουμε. Και πρέπει αυτό που λέμε να το εκδηλώνουμε μέσα από τη νομοθετική μας πρωτοβουλία και την πολιτική και διοικητική μας πρακτική, όταν τα θέματα είναι κρίσιμα.

Και πρέπει να σας πω, κάνοντας εν επιλόγω μία κριτική όσο γίνεται πιο ήπια και φιλική λόγω της φύσης της συζήτησης αυτής, ότι τα τελευταία τρία χρόνια δεν βλέπω αυτό να γίνεται με έναν συστηματικό και ειλικρινή τρόπο.

 


*Στο διεθνές επιχειρηματικό συνέδριο του Economist, με θέμα: «2007-2015: The Political, Economic and Business Outlook for Europe in the next decade» μίλησαν εκτός του Ευ. Βενιζέλου, οι  οι υφυπουργοί Οικονομίας και Οικονομικών κ.Χ.Φώλιας  και Ανάπτυξης κ.Ι.Παπαθανασίου.

Tags: Μοντέλο Ανάπτυξης