Αθήνα 26 Μαΐου 2017 

Ευάγγελος Βενιζέλος

 

Ο λαϊκισμός ως αμφισβήτηση του κεκτημένου της νεωτερικότητας*

Η αναζήτηση των διαφόρων εκδοχών του λαϊκισμού και η προσπάθεια για τη συγκρότηση ενός ορισμού καθολικής εφαρμογής μας δείχνει τη μεγάλη σημασία, αλλά και τα όρια της συγκριτικής πολιτικής. Όταν κάνει κανείς συγκριτική πολιτική παγκοσμίων διαστάσεων, όταν θέλει να εξετάσει ένα φαινόμενο σε όλες τις περιοχές του κόσμου, και μάλιστα όχι μόνο συγχρονικά αλλά και διαχρονικά, συγκεντρώνει έναν πολύ σημαντικό όγκο πληροφοριών, και οδηγείται σε πολύ ενδιαφέρουσες γενικεύσεις.  Αλλά αυτό εκ των πραγμάτων μειώνει την αναλυτική οξύτητα των εννοιών και των συμπερασμάτων. Διότι δεν είναι εύκολο να τα χωρέσεις όλα αυτά, σε ένα σύστημα εννοιών το οποίο αναγκαστικά είναι πειθαρχημένο και περιορισμένο.

Αξίζει συνεπώς να δούμε εάν πράγματι αυτό που λέγεται «λαϊκισμός» είναι μια ιδεολογία χαλαρού πυρήνα, η οποία ακριβώς επειδή έχει χαλαρό πυρήνα ψάχνει να φιλοξενηθεί σε μια σκληρή ιδεολογία, την οποία χρησιμοποιεί ως όχημα ( ξενιστή ).

 

 Ο λαϊκισμός ως αμφισβήτηση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και του κράτους δικαίου

 

Η δική μου προσέγγιση είναι ότι αυτό που εννοούμε ως «λαϊκισμός» δεν είναι μια ιδεολογία. Είναι ένα γνωσιολογικό και πολιτιστικό υπόδειγμα, το οποίο διασταυρώνεται με ολιστικού χαρακτήρα ιδεολογίες. Εννοώ ότι στην πραγματικότητα ο λαϊκισμός αμφισβητεί τα κεκτημένα και τα αυτονόητα της νεωτερικότητας. Κινείται σε μία φάση πριν και σε μία φάση μετά τη νεωτερικότητα. Προσπαθεί να συνδυάσει προ-νεωτερικά και μετα- νεωτερικά χαρακτηριστικά που  υπονομεύουν και αποδομούν κατακτήσεις και αυτονόητα της νεωτερικότητας.

Ποιό είναι το μεγαλύτερο κεκτημένο της νεωτερικότητας από πλευράς θεσμών; Είναι η αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Δεν υπάρχει «εν γένει» δημοκρατία. Η δημοκρατία δεν είναι ένα διαχρονικό φαινόμενο ώστε να μπορούμε να μιλάμε με την ίδια άνεση και τα ίδια εργαλεία για τη δημοκρατία των αρχαίων και  για τη δημοκρατία των σύγχρονων , να μιλάμε για τη δημοκρατία πριν τον διαφωτισμό και μετά τον διαφωτισμό, να μιλάμε για τη δημοκρατία πριν τις μεγάλες επαναστάσεις του 18ου αιώνα και μετά τις επαναστάσεις του 18ου αιώνα.

Η δημοκρατία είναι αντιπροσωπευτική.  Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία  είναι η δημοκρατία. Ο όρος φιλελεύθερη δημοκρατία  είναι ένας πολύ διαδεδομένος και εύχρηστος όρος ( liberal democracy, la démocratie libéral) που παραπέμπει στην  έννοια του φιλελευθερισμού, η οποία προϋποθέτει   κάποιες  αποσαφηνίσεις για τη σχέση μεταξύ πολιτικού και οικονομικού φιλελευθερισμού. Όταν πάντως λέμε φιλελεύθερη δημοκρατία στην πραγματικότητα εννοούμε τον άρρηκτο σύνδεσμο μεταξύ αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και κράτους δικαίου. Δηλαδή εννοούμε αυτό που προκύπτει ως κατάκτηση της νεωτερικότητας με τη μορφή του representative democracy plus rule of law (État de droit). Εάν δεν υπάρχει αυτό, δεν υπάρχει το θεσμικό κεκτημένο της νεωτερικότητας. Αυτό είναι που τίθεται σε αμφισβήτηση. Αυτό είναι ένα ολόκληρο παράδειγμα. Πολιτιστικό. Με την έννοια βέβαια του πολιτικού και νομικού πολιτισμού και με την έννοια των μεγάλων συμβάσεων επί των οποίων εδράζεται η νεωτερική κοινωνία, που είναι η κοινωνία που τα έχει διαμορφώσει  όλα αυτά.

Στην πραγματικότητα λοιπόν πρέπει να διασώσουμε αυτό το κεκτημένο το οποίο είναι κολοσσιαίας ιστορικής σημασίας  από διάφορες αμφισβητήσεις, οι οποίες το τρέπουν προς διάφορες μορφές αυταρχισμού.  Δηλαδή αμφισβητήσεις του κράτους δικαίου και απαξιώσεις της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Μέσα από μια ρητορεία που αναδεικνύει την άμεση δημοκρατία ως ιδεώδες, για αυτό, όπως είπε και ο Πέτρος Παπασαραντόπουλος προηγουμένως, η σημερινή ελληνική κυβέρνηση κάνει  σαν να λέει   «θα σας ταράξουμε στα δημοψηφίσματα αλλά θα αποφύγουμε πάση θυσία τις εκλογές». Έχει πολύ μεγάλη σημασία αυτό γιατί είναι άλλοι οι ψευδείς συσχετισμοί επί ψευδών ερωτημάτων σε δημοψηφίσματα και άλλοι οι πραγματικοί συσχετισμοί δυνάμεων στο επίπεδο των εθνικών εκλογών.

Και βεβαίως υπάρχει η αμφισβήτηση των δικαιωμάτων.  Και των ατομικών και των δικαιωμάτων συλλογικής δράσης, αλλά κυρίως της προστασίας της μειοψηφίας. Δημοκρατία αντιπροσωπευτική και κράτος δικαίου σημαίνει πως βεβαίως ισχύει ο κανόνας της πλειοψηφίας, αλλά ισχύει η προστασία  των μειοψηφιών, κάθε μορφής και της μεμονωμένης ατομικής διαφοροποίησης. 

Είχα την ευκαιρία πριν από χρόνια να παρουσιάσω μια αντίληψη για τη μετα- αντιπροσωπευτική δημοκρατία, η οποία ακριβώς για να αντιμετωπίσει τέτοια φαινόμενα όπως είναι ο λαϊκισμός, που είναι μια επιστημολογική αμφισβήτηση, περιλάμβανε προτάσεις τις οποίες εν μέρει υιοθετήσαμε και με την αναθεώρηση του Συντάγματος του 2001, οι οποίες είναι προτάσεις μετα- πλειοψηφικές. Σκεφτείτε ότι για να αναδειχθείς ως κυβέρνηση πρέπει να έχεις μια σχετική πλειοψηφία στο εκλογικό σώμα, και με το εκλογικό σύστημα διαμορφώνεις κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Αλλά για να επιλεγούν τα μέλη των Ανεξαρτήτων Αρχών, όπως το ΕΣΡ, θέλεις πλειοψηφία 4/5 στην αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή. Για να ισχύσει αμέσως, από τις επόμενες εκλογές, ένα νέο εκλογικό σύστημα θέλεις πλειοψηφία 2/3. Αυτές είναι μετα-πλειοψηφικές ρήτρες οι οποίες αναδεικνύουν τη σχέση μεταξύ αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, κράτους δικαίου, προστασίας της μειοψηφίας, και αναζήτησης νέων συναινέσεων. Αυτό είναι που αμφισβητείται τώρα.

 

Ο λαϊκισμός και η θεωρία της ριζοσπαστικής δημοκρατίας

 

Αυτό συνδέεται βεβαίως με μια ολόκληρη αντίληψη την οποία παρουσιάζουν οι συγγραφείς στο βιβλίο, περιληπτικά, που είναι η θεωρία της ριζοσπαστικής δημοκρατίας, η οποία  κυρίως απορρέει από τον Ernesto Laclau και την Chantal Mouffe.

Η θεωρία της ριζοσπαστικής δημοκρατίας είναι το θετικό πρόσημο του λαϊκισμού. Οι οπαδοί του λαϊκισμού θεωρητικοποιούν αυτό που προτείνουν και κυρίως αυτό που πράττουν, λέγοντας ότι αυτό είναι η ριζοσπαστική δημοκρατία. Σας θυμίζει αυτό τίποτα; Σου λένε ότι δεν είναι αυτό η δημοκρατία , η «τυπική» δημοκρατία, η αστική. Εμείς θα έχουμε μια πραγματική δημοκρατία.

Η μήτρα, με άλλα λόγια, όλων αυτών των φαινομένων είναι η αμφισβήτηση της αστικής δημοκρατίας ως τυπικής δημοκρατίας από τα καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού. Τι είναι αυτό στην πραγματικότητα που συνιστά τον κοινό παρανομαστή; Είναι αυτό που σας είπα προηγουμένως. Είναι οι ολιστικές προσεγγίσεις.

Ποιές είναι οι ολιστικές προσεγγίσεις; Είναι αυτές που έχουνε μια πλήρη εξήγηση απλουστευτική για τα πάντα, μια συνολική ερμηνεία της Ιστορίας, ο ιστορικός υλισμός για παράδειγμα. Αλλά και άλλες μορφές ολιστικής προσέγγισης που μπορούν να φτάνουν μέχρι τη βαθεία οικολογία ή τον άκαμπτο φιλελευθερισμό τον ολιστικό που δεν αφήνει περιθώρια σχετικισμού. Ενώ αυτό που λέγεται αντιπροσωπευτική δημοκρατία, δημοκρατία του νεωτερισμού, είναι ο σχετικισμός. Είναι ο σχετικισμός του Κέλσεν, είναι ο σχετικισμός του Πόππερ, είναι όλα αυτά που κρατούν το σύστημα ανοιχτό, φιλελεύθερο  υπό την έννοια αυτή, εκτεθειμένο στον  κίνδυνο  των εχθρών του.

Διότι το σύστημα ακριβώς για να αποδεικνύει τον σχετικισμό και την ευρυχωρία του, αφήνει χώρο ύπαρξης στους εχθρούς του. Οι οποίοι μπορεί να εισέλθουν στους θεσμούς και κάποια στιγμή να αποκτήσουν και την πλειοψηφία. Αλλά ως νομιμοποίηση δεν επικαλούνται τον εκλογικό τίτλο. Τι να πει; Ότι πήρε στις εκλογές 35%; Περί αυτού πρόκειται. Έχει πάρει σε δύο εκλογές 35%. Να πει «πήρα 60% σε ένα δημοψήφισμα επί ενός ασαφούς ερωτήματος με ένα αποτέλεσμα που δεν ίσχυσε παρά για λίγες ώρες ως ψευδαίσθηση»; Δεν λέει αυτό.  Λέει ότι: η αντίληψή μου από μόνη της με φέρνει σε επαφή με τη μεγάλη, τη συντριπτική, την αυτονόητη, την φυσική πλειοψηφία. Ποια είναι η φυσική πλειοψηφία; Είναι «η φυσική πλειοψηφία του συμφέροντος του λαού όπως εγώ το αντιλαμβάνομαι αυθαίρετα». Δεν υπάγεται σε κανέναν θεσμικό έλεγχο. Προβάλει το δικό του αυτονόητο. Έχει μια σχέση με το λαό  η οποία θεωρεί πως είναι σχέση «φυσική».

Επειδή οι Mudde και Kaltwasser  μιλάνε  για τη θεωρία της volonté générale, ας θυμηθούμε ότι πριν τη θεωρία της volonté générale υπάρχει η θεωρία της φυσικής κατάστασης. Η θεωρία της φυσικής κατάστασης είναι η κατάσταση homo homini lupus, είναι ένας  bellum omnium contra omnes.  Υπάρχει μια προσέγγιση η οποία είναι χομπσιανή, πριν γίνει ρουσω-ική .

 

Ο λαϊκισμός ως πολιτική θεολογία

 

Άρα αυτό που πρέπει να προστατεύσουμε είναι το κεκτημένο της νεωτερικότητας. Η μετα- νεωτερική ή προ- νεωτερική προσέγγιση, διασταυρώνονται σε μια τερατογένεση που εμφανίζει διάφορα αρχαϊκά και ευέλικτα στοιχεία τα οποία σταδιακά  ανυψώνονται σε μια μεταφυσική. Σε μια εσχατολογική επαγγελία. Γιαυτό ο λαϊκισμός δεν είναι απλά και μόνο μια επιστημολογία,  ένα παράδειγμα σκέψης συνωμοσιολογικής, απλουστευτικής, ολιστικής, κλειστής, επικίνδυνης, αυταρχικής. Είναι μια πολιτική θεολογία. Και ως πολιτική θεολογία βεβαίως έχει αναγωγές οι οποίες είναι αυταπόδεικτες. Αυτοαναφορικές. Δεν μπορούν να τεθούν υπό κανέναν έλεγχο.

 

Λαϊκισμός και «κυριαρχισμός» στο επίπεδο του εθνικού κράτους

 

Για να καταστεί το μεγάλο κεκτημένο της νεωτερικότητας η δημοκρατία, τι προϋποθέτει;  Προϋποθέτει ένα προκαταβολικό κεκτημένο που είναι το κράτος. Το εθνικό κράτος. Ο  λαϊκισμός λοιπόν  αμφισβητεί πολύ συχνά  τη δημοκρατία στο όνομα της κυριαρχίας. Γιατί θέλει να υποδυθεί ότι σέβεται τον βαθύτερο πυρήνα της νεωτερικότητας. Εξ ου ο λαϊκισμός είναι κυριαρχισμός. Sovereignitism. Είναι ταυτοτικό κίνημα. Σου λέει: εγώ προβάλω την ταυτότητά μου. Αυτό είναι ο εθνικισμός. Γιαυτό, όπως είπε ο Παναγής Παναγιωτόπουλος προηγουμένως, ο  Pierre-André Taguieff μιλάει για εθνικολαϊκισμό. Η ταυτότητα είναι η εθνική ταυτότητα και το κράτος είναι το εθνικό κράτος. Είναι το βεστφαλικό κράτος .  

Στο όνομα μιας αντίληψης περί κυριαρχίας, που είναι η λεγόμενη εξωτερική κυριαρχία του κράτους αναπτύσσεται η γνωστή αντίδραση  «μας καταπιέζουν οι ξένοι», «είμαστε εξαρτημένοι» κοκ.  Η θεωρία της ξενικής εξάρτησης είναι αυτή που κυριαρχεί στην ελληνική κοινωνία από συστάσεως ελληνικού κράτους. Ότι γεννηθήκαμε εξαρτημένοι, ότι οι ξένοι  πάντα μας έχουν εξαρτημένους, καταπιεσμένους και άρα πρέπει να δώσουμε μια απάντηση  στο όνομα της εθνικής  κυριαρχίας. Η απάντηση αυτή είναι απάντηση εξωτερικής κυριαρχίας, άρα ανεξαρτησία. Και εσωτερικής κυριαρχίας, άρα ολιστική δημοκρατία. «Όλη η εξουσία σε μένα που εκφράζω τον λαό».

Πρόκειται για μια σύλληψη η οποία είναι εφιαλτική. Είναι πανταχόθεν κλειστή. Και επικίνδυνη. Αυτό είναι το ζήτημα.

 

Ο ΣΥΡΙΖΑ μεταξύ κομμουνιστικής αριστεράς και αντιμνημονιακού λαϊκισμού

 

Αυτά δεν εμφανίζονται με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις στιγμές. Δεν θεωρώ- διαφωνώ στο σημείο αυτό με τον Πέτρο Παπασαραντόπουλο- ότι ξενιστής του σύγχρονου νεοελληνικού λαϊκισμού ήταν η ιδεολογία του μικρού ΣΥΡΙΖΑ. Δηλαδή μια  κομμουνιστογενής, μετακομμουνιστική, ριζοσπαστική αντίληψη. Από πού; Από το παλιό ΚΚΕ; Ή από το παλιό ΚΚΕ εσωτερικού;  Δεν ήταν αυτό ξενιστής ιδεολογικός. Ήταν ξενιστής ωμά εκλογικός, για αυτό αν δείτε τις δημοσκοπήσεις τις περιόδου Ιανουαρίου – Μαΐου 2012,  με την ίδια άνεση που οι δυνάμεις οι προερχόμενες απο την αποδιάρθρωση του ΠΑΣΟΚ ενίσχυσαν  τον ΣΥΡΙΖΑ ως πολιτικό όχημα, φλέρταραν αρχικά  με την ιδέα να ενισχύσουν  τη ΔΗΜΑΡ. Η οποία ΔΗΜΑΡ τί ήταν; Ποια ιδεολογία ξενιστή του λαϊκισμού είχε η ΔΗΜΑΡ; Απλώς δεν έπεισε από πλευράς αντιμνημονιακού οίστρου.

Διότι μια ιδεολογία υπήρχε. Η ιδεολογία του κεκτημένου της μεταπολίτευσης. Να μην χαλάσουμε αυτό που υπάρχει. Δηλαδή ποια ιδεολογία; Η ιδεολογία του απόλυτου συντηρητισμού. Του κοινωνικού συντηρητισμού και των εγκαταστημένων πελατειακών σχέσεων.  Η αποχώρηση μετά τον Ιούλιο του 2015 πενήντα βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ, η δημιουργία δύο άλλων κομμάτων, της ΛΑΕ και της Πλεύσης Ελευθερίας,  η πανσπερμία του αντισυστημικού φάσματος, το οποίο εκφράζει ούτε λίγο ούτε πολύ το 50% της κοινωνίας, επί ποίας βάσεως συγκροτείται;

 

Ο λαϊκισμός σε μια κοινωνία διχασμένη μεταξύ φόβου και απόγνωσης

 

Και αυτό είναι το πρόβλημα τώρα για το μέλλον. Γιατί τροφοδοτείται και από άλλα πράγματα. Τροφοδοτείται από το φόβο, αλλά τροφοδοτείται και από την απόγνωση ή μάλλον από την απεγνωσμένη παραίτηση. Από την αίσθηση ότι δεν έχω τίποτα να χάσω. Γιατί όπως είχαμε την ευκαιρία να πούμε και σε άλλες παρόμοιες συνάξεις, φόβο έχει το ευρωπαϊκό, εκσυγχρονιστικό τμήμα της κοινωνίας. Το άλλο, δεν έχει φόβο. Είναι μετά τον φόβο. Είναι σε απόγνωση. «Δεν έχω τι να χάσω, γαία πυρί μιχθήτω». Και πρέπει να πεισθεί ότι έχει να χάσει. Αλλά πως; Είναι πάρα πολύ δύσκολο να επικοινωνήσεις.

Το θέμα είναι να πείσεις το άλλο μισό. Για την ακρίβεια το 40%. Γιατί το 10% είναι «κυμαινόμενο». Το άλλο 50% είναι σταθερά αντισυστημικό.

 

Λαϊκισμός και αντιευρωπαϊσμός

 

Κάναμε μια εκδήλωση πριν μερικές μέρες στη Θεσσαλονίκη για το ευρωπαϊκό φαινόμενο, και ο Γιάννης Στεφανίδης, παλιός μου φοιτητής, τώρα καθηγητής της  Ιστορίας έφερε μια σειρά από δημοσκοπήσεις πανευρωπαϊκές των τελευταίων 2-3 ετών, και απέδειξε ότι στην Ευρώπη - για να αρχίσουμε πια να συγκεντρωνόμαστε γεωγραφικά -  όπου έχουμε αμφισβήτηση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης έχουμε και αμφισβήτηση της εθνικής κυβέρνησης. Έχουμε έλλειψη ικανοποίησης από την ΕΕ, έχουμε έλλειψη ικανοποίησης από το εθνικό πολιτικό σύστημα.  Όπου έχουμε ικανοποίηση από το εθνικό πολιτικό σύστημα έχουμε και υψηλό ποσοστό φιλοευρωπαϊσμού. Άρα στην πραγματικότητα έχουμε συστημική και αντισυστημική προσέγγιση. Αλλά  η αντισυστημική προσέγγιση μπορεί να μην είναι καθόλου μα καθόλου νεο-λαϊκιστική. Μπορεί να είναι παλαιο-κομμουνιστική, μπορεί να είναι ωμά και σκληρά εθνικιστική, μπορεί να είναι ακροδεξιά, μπορεί να είναι φασιστική ή εθνικοσοσιαλιστική  με τα τυπικά χαρακτηριστικά όλων αυτών.

Και αυτό δεν το διαχειρίζεσαι εύκολα. Διότι δεν μπορείς να το αντιμετωπίσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Δεν έχεις διαδικασίες και θεσμούς. Δεν υπάρχει πολιτική κοινωνία και πολιτικό σύστημα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Όλα αυτά κρίνονται στο επίπεδο του εθνικού πολιτικού συστήματος.

 

Λαϊκισμός και κρίση της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης

 

Και προσέξτε ποιο είναι το παράδοξο. Συνδέονται αυτά με την οικονομική κρίση; Κανονικά θα έπρεπε να συνδέονται. Μα πώς συνδέονται; Τα μεγάλα φαινόμενα του λαϊκισμού, που είναι εθνικολαϊκισμός, που είναι αμφισβήτηση των φαινομένων της νεωτερικότητας, εμφανίζονται  σε χώρες που δεν έχουν υποστεί πολιτική λιτότητας.

Περάσαμε μια αγωνία με την Αυστρία , μια αγωνία στην Ολλανδία και μια αγωνία στη Γαλλία η οποία φαντασιώνεται ότι έχει πολιτική λιτότητας διότι φοβάται μην αποκτήσει πολιτική λιτότητας και κάνει proxy war στο όνομα της Ελλάδος, όπως εμείς πολεμούσαμε στο όνομα στης Σερβίας το 1990!   

Θα δούμε τώρα τι θα γίνει στην Ισπανία και  στην Ιταλία. Αλλά πάντως την αγωνία τη δημιουργούν χώρες ο οποίες δεν έχουν πολιτικές λιτότητας. Ή  μήπως είχαν πολιτικές λιτότητας οι ΗΠΑ; Υπάρχουν εσωτερικές διαπολιτειακές ανισότητες. Γιαυτό η ομοσπονδιακή αρχή κατίσχυσε της δημοκρατικής αρχής. Η Κλίντον κέρδισε σε εθνικό επίπεδο με βάση τη δημοκρατική αρχή αλλά έχασε σε πολιτειακό επίπεδο με βάση την ομοσπονδιακή αρχή που λειτουργεί περιοριστικά για τη δημοκρατική αρχή στο όνομα των αναπτυξιακών και κοινωνικών ανισοτήτων μεταξύ των πολιτειών.

Εάν αυτά τα φαινόμενα δεν τα αντιμετωπίσουν τα  ευρωπαϊκά  πολιτικά  συστήματα  με διάθεση να τα υπερβούν, θα αναπαράγονται με εντυπωσιακό ρυθμό γιατί είναι ένα φαινόμενο Λερναίας Ύδρας.

Ο λαϊκισμός του Orbán στην Ουγγαρία, είναι μια αυταρχική δημοκρατία συγκροτημένη,  στο όνομα όχι μιας οικονομικής πολιτικής γιατί περάσανε από την οικονομική  κρίση   πριν. Είναι και εκτός ευρωζώνης. Ενεργεί  στο όνομα πρωτίστως της ταυτότητας, της ασφάλειας και των κλειστών συνόρων.

Όταν έχεις τέτοια αμφισβήτηση των αξιών της ΕΕ, όπως συμβαίνει και στην Πολωνία, τότε πρέπει να δεις πώς αυτό το αντιμετωπίζεις με μια άλλη αφήγηση η οποία είναι πειστική. Δεν είναι εύκολο να βρεθεί. Διότι εδώ ο λαϊκισμός ταυτίζεται στην Ευρώπη με την κρίση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Που δεν είναι η απόρροια της οικονομικής κρίσης από το 2008 και μετά. Είναι απόρροια της βαθιάς κρίσης του ευρωπαϊκού μοντέλου ανάπτυξης και  ανταγωνιστικότητας και του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου. Αυτή η κρίση είναι κρίση δημογραφική, κολοσσιαία, μη αντιμετωπίσιμη. Μειώνεται και γηράσκει ο πληθυσμός.  Και κρίση παγκόσμιου καταμερισμού. Δηλαδή ποσοστού που κατέχει η ΕΕ στην πίτα του παγκοσμίου ΑΕΠ, το οποίο θα βαίνει μειούμενο. Γιατί είναι τέτοιο το potential που έχει η Κίνα και η Ινδία που αυτό δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί εύκολα . Άρα μιλάμε για φαινόμενα τα οποία έχουν τεράστιο βάθος.

Δεν ανασυστήνεται το ευρωπαϊκό μοντέλο κι αυτή είναι η κρίση της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας που τροφοδοτεί τον ευρωπαϊκό λαϊκισμό. Διότι δεν υπάρχει εναλλακτική πρόταση. Τι μπορεί να πει  η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, όταν τα αντικειμενικά δεδομένα, δηλαδή ο πληθυσμός και η κατανομή του παγκοσμίου ΑΕΠ, σου αμφισβητούν το μοντέλο πάνω στο οποίο έχεις συγκροτηθεί διότι είχες απολαύσει τα πλεονάσματα μιας μετα- αποικιοκρατικής εποχής και της υπανάπτυξης κολοσσιαίων οντοτήτων πληθυσμιακά, όπως είναι η Κίνα και η Ινδία; Η απάντηση είναι δύσκολη .

Μιλάμε τώρα για άλλα πράγματα για τα οποία δεν γίνεται καμία συζήτηση.  Αν όμως αυτά δεν τα αντιμετωπίσουμε με νεωτερικούς όρους, ορθολογικά, θα αντιμετωπίζονται μέσα από τις θεωρίες της συνωμοσίας, της θεωρίες του φόβου, θα αντιμετωπίζονται δηλαδή λαϊκιστικά. Και βέβαια συντηρητικά. Θα υπάρχει ένα μεγάλο ταυτοτικό κίνημα, ένα μεγάλο κίνημα κυριαρχισμού, το οποίο θα εμφανίζεται ως κίνημα πατριωτικό ενώ είναι κίνημα απελπισμένου εθνικισμού.  Και θα υπάρχει μια συνεχής ανατροφοδότηση του λαϊκισμού με την έννοια αυτή.

Άρα νομίζω ότι πρέπει να χρησιμοποιήσουμε τη συζήτηση για τον λαϊκισμό ως μια αφετηρία, προκειμένου να κάνουμε μια συζήτηση η οποία τίθεται με άλλους όρους και η οποία αφορά την ιστορική μοίρα της Ευρωπαϊκής  ηπείρου ή ,τουλάχιστον, της Ευρωπαϊκής Ένωσης.


* Ομιλία με αφορμή την  παρουσίαση της ελληνικής έκδοσης του  βιβλίου των Cas Mudde και Cristόbal Rovira Kaltwasser, Λαϊκισμός. Μια συνοπτική εισαγωγή(εκδόσεις Επίκεντρο). Στην παρουσίαση που έγινε στην Αθήνα στις 26.5.2017  συμμετείχαν επίσης  ο συγγραφέας Cas Mudde, ο Παναγιώτης Ιωακειμίδης, ο Παναγής Παναγιωτόπουλος και ο Πέτρος Παπασαραντόπουλος. 

ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ ΤΟ

.