Αθήνα, 16 Φεβρουαρίου 2014 

Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου, Προέδρου του ΠΑΣΟΚ, στην ημερίδα με θέμα:
«Τοπική Αυτοδιοίκηση, Υγεία και Κοινωνικό Κράτος»


Φίλες και φίλοι, αγαπητές και αγαπητοί συνάδελφοι, κυρίες και κύριοι, εκλεκτοί προσκεκλημένοι μας. Σας ευχαριστώ όλες και όλους για την παρουσία σας, για την ανταπόκρισή σας. Ευχαριστώ ιδιαίτερα τους οργανωτές της σημερινής εκδήλωσης, τον Τομέα Υγείας του ΠΑΣΟΚ, τους βουλευτές μας που ασχολούνται με θέματα υγείας, το ΙΣΤΑΜΕ, προσωπικά τον Λεωνίδα Γρηγοράκο που ως αναπληρωτής Υπουργός Εξωτερικών και Καθηγητής της Ιατρικής σχηματίζει τη γέφυρα ανάμεσα στην Τοπική Αυτοδιοίκηση και τα ζητήματα υγείας, τις δομές του εθνικού συστήματος υγείας και της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας.


Ευχαριστώ πάρα πολύ το προεδρείο, τον Καθηγητή τον κ. Τζουμάκα, που μας βοηθάει ενεργά στον τομέα, τους δημάρχους μας, τον Απόστολο Κοιμίση που εκπροσωπεί και την Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδος και τον Πάνο Σκοτεινιώτη, Δήμαρχο ενός μεγάλου ιστορικού δήμου, όπως είναι ο Βόλος.

Φίλες και φίλοι, συμπτωματικά και αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον, τα τέσσερα τελευταία χρόνια που είναι τα χρόνια της ανοιχτής οικονομικής και κοινωνικής κρίσης διεθνώς, η Ευρώπη αγωνίζεται να διαφυλάξει το ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος, υπό διάφορες εκδοχές και οι ΗΠΑ μέσα από τη μεγάλη, ιστορική, νομοθετική πρωτοβουλία του Προέδρου Ομπάμα, αγωνίζονται να αποκτήσουν ένα πρώτο σχήμα εθνικού συστήματος υγείας με έναν πολύ απλό τρόπο, μέσα από την υποχρεωτική ιδιωτική ασφάλιση του πληθυσμού για παροχή υπηρεσιών υγείας.

Άρα η κρίση πραγματικά αναδεικνύει το ζήτημα του κοινωνικού κράτους, ειδικά για μας εδώ στην Ευρώπη, στον ευρωπαϊκό νότο, γιατί χωρίς το ιστορικό κεκτημένο του ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους, δεν γίνεται αντιληπτό αυτό που ονομάζεται ευρωπαϊκός νομικός και πολιτικός πολιτισμός, αυτό που ονομάζουμε ευρωπαϊκές αξίες στη διαμόρφωση των οποίων έχουν παίξει σημαντικό ρόλο όλες οι ευρωπαϊκές ιδεολογικές και πολιτικές δυνάμεις, αλλά στην προκειμένη περίπτωση η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία είναι αυτή που μέσα από μεγάλες νομοθετικές πρωτοβουλίες, αλλά και μέσα από την καλλιέργεια μεγάλων ιδεών και διεκδικήσεων, επέβαλε αυτό το πολύ σημαντικό ιστορικό κεκτημένο.

Βέβαια, ειδικά στην Ελλάδα, τα 4 τελευταία χρόνια είναι χρόνια εξαιρετικής δυσκολίας μοναδικής. Ο χρόνος έχει πυκνώσει. Όλοι ξαναγνωριζόμαστε. Όλα επαναξιολογούνται. Τα προηγούμενα 40 χρόνια στην πραγματικότητα διυλίζονται μέσα από αυτά που συμβαίνουν μόλις 4 χρόνια. Κάθε μέρα ισοδυναμεί με εβδομάδα, με μήνα και κάθε μήνας ξεπερνάει το χρόνο σε κόπο, σε ένταση, σε αγωνία, σε φόβο. Και όλα αυτά πρέπει να τα μετατρέψουμε τώρα σε μια νέα εθνική προσδοκία.

Θέλω να σας θυμίσω, όσο μπορώ πιο σύντομα ότι βρεθήκαμε τα τελευταία 4 χρόνια ως έθνος -γιατί έχουμε ξεχάσει την έννοια αυτή και είναι πατριωτική υποχρέωσή μας να αναφερόμαστε στο έθνος των Ελλήνων και στην ενότητά του- αντιμετωπίσαμε δυσβάσταχτα διλήμματα, μοναδικά. Γιατί στην πραγματικότητα έπρεπε να αποφασίσουμε υπό πολύ μεγάλη πίεση, εάν την πτώχευση της χώρας, τη βαθιά δημοσιονομική και αναπτυξιακή κρίση, θα την αντιμετωπίσουμε συντεταγμένα και ευρωπαϊκά ή ασύντακτα και τριτοκοσμικά, με την Ελλάδα να γίνεται κάτι πολύ χειρότερο απ’ αυτό που βιώνει ως εμπειρία και ξαναβιώνει δυστυχώς, γιατί ανακυκλώνεται αυτό, η Αργεντινή.

Και δεν πήραμε ερήμην του ελληνικού λαού την απόφαση να ακολουθήσουμε το δύσκολο δρόμο, της συντεταγμένης διαχείρισης των συνεπειών της κρίσης, γιατί πολλοί νομίζουν ότι η κρίση άρχισε το 2010 και δεν μπορούν να καταλάβουν ότι η κρίση σοβούσε, έτρωγε τα σωθικά της χώρας. Και από το 2010 και μετά δεν βιώνουμε την κρίση, αλλά τις συνέπειες της μεγάλης προσπάθειας να ξεπεράσουμε την κρίση που έχει βεβαίως παρενέργειες. Παρενέργειες που οφείλονται και σε λάθη των Ευρωπαίων και διεθνών εταίρων μας, και σε δικά μας λάθη. Καθυστερήσεις, αδικίες. Όμως, υπάρχει και σχέδιο και αποτέλεσμα που οικοδομείται στην απόφαση του ελληνικού λαού, την ιστορική του απόφαση, να υποβληθεί σε θυσίες.

Φίλες και φίλοι, κάποιοι είτε από επιπόλαιη και επιδερμική προσέγγιση, είτε από κουτοπόνηρη πολιτική σκοπιμότητα, δημιουργούν την αίσθηση ότι το διάστημα από τα τέλη του 2009 μέχρι τώρα που φτάνουμε το Μάιο στις ευρωεκλογές -Μάιος του 2014- υπάρχει ένα ενιαίο πολιτικό διάστημα χρονικό, που βασίζεται στην παραδοχή πως άλλη προεκλογική εικόνα σχημάτισε ο ελληνικός λαός το 2009 και άλλη είναι η πραγματικότητα που αντιλήφθηκε πλήρως από τα μέσα του 2010 και μετά. Ξεχνάμε έτσι ότι μεσολάβησαν οι εκλογές του 2012, όταν ο ελληνικός λαός εν γνώσει όλων των συνεπειών και των δεδομένων, αποφάσισε να επικυρώσει μια εθνική στρατηγική δύσκολη, αλλά συγκεκριμένη και ασφαλή και να απορρίψει μια αόριστη, δήθεν αντιπρόταση για ένα άλλο εναλλακτικό σχέδιο που δεν υπήρχε, δεν υπάρχει και όταν ψελλίζεται από κάποιους φαίνεται αντιφατικό, ανώριμο, επικίνδυνο.

Είχαμε να αντιμετωπίσουμε και έχουμε να αντιμετωπίσουμε μια δύσκολη διεθνή διαπραγμάτευση, γιατί υπάρχει κάτι παράδοξο. Η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη εκδηλώνεται προς την Ελλάδα. Ποτέ άλλοτε μια χώρα δεν έχει στηριχθεί με τέτοια ποσά και με τέτοια κινητοποίηση διεθνών δυνάμεων. Η Ελλάδα έχει λάβει ένα τεράστιο δάνειο, μοναδικό στην παγκόσμια ιστορία, 240 δισεκατομμύρια ευρώ, όταν η Αργεντινή τώρα αγωνίζεται να διαγράψει χρέος 4 δισεκατομμυρίων δολαρίων, έχει η Ελλάδα διαγράψει χρέος περίπου 130 δισεκατομμυρίων ευρώ.

Μάλιστα σε όρους καθαρά παρούσης αξίας, όπως λέμε, αυτό είναι πολύ μεγαλύτερο. Και βεβαίως η Ελλάδα έχει και τη στήριξη του τραπεζικού της συστήματος από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα που πρέπει να την υπολογίζουμε σε τουλάχιστον άλλα 100 δισεκατομμύρια ευρώ κατά μέσο όρο.

Μόνο που αυτή η βοήθεια χορηγείται όλο αυτό τον καιρό με σκληρούς πολιτικούς και ιδεολογικούς όρους και με μια διάθεση τιμωρητική, πειθαρχική, με συνέπειες οι οποίες είναι τραγικές για την κοινωνία μας, με ένα κόστος δυσβάστακτο. Και το πολιτικό κόστος που επωμίστηκε το ΠΑΣΟΚ πρωτίστως είναι το λιγότερο, το μεγάλο κόστος είναι η ανεργία, η ανεργία των νέων, η ύφεση, η απογοήτευση που έρχεται και φωλιάζει μέσα στην καρδιά της κοινωνίας και εδώ είναι που πρέπει να κάνουμε τις μεγάλες αλλαγές, εδώ είναι που πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας, τώρα που πραγματικά μπορούμε να αλλάξουμε τα πράγματα.

Έχουμε βέβαια κάνει ένα τεράστιο πολιτικό λάθος. Αφήσαμε, δυστυχώς, φίλες και φίλοι, περιθώρια, μεγάλα περιθώρια, για εύκολη «αντιμνημονιακή» όπως λέγεται –εντός εισαγωγικών- δημαγωγία και ανευθυνότητα. Σίγουρα έπρεπε να έχουμε χειριστεί το θέμα εξ αρχής έτσι ώστε να μην έχει κανείς το περιθώριο να δημαγωγεί, να ασχημονεί, να παραπλανεί, να συνωμοσιολογεί και τελικά να φθείρει τη συνείδηση ενός μεγάλου τμήματος του ελληνικού λαού και της παράταξής μας. Γιατί πολλοί είναι οι σύντροφοι και φίλοι και συναγωνιστές, που έδωσαν προσοχή σε έναν πολιτικό λόγο που λέει πάρα πολύ απλά ότι καταγγέλλουμε τη μεταπολίτευση και τα κόμματα της μεταπολίτευσης, αλλά σου υποσχόμαστε ελληνικέ λαέ ότι θα συνεχίσουμε με το χειρότερο τρόπο αυτά που έγιναν στη μεταπολίτευση από τα κόμματα της μεταπολίτευσης.

Σκεφτείτε σε ποια βάση κάποιοι θέλουν να συσπειρώσουν τον ελληνικό λαό και να σχηματίσουν πρόταση εξουσίας. Τώρα όμως μιλάμε 4 χρόνια μετά. Τώρα δεν μιλάμε μόνο για θυσίες, μιλάμε και για επιτεύγματα και δημοσιονομικά και διαρθρωτικά. Η Ελλάδα έχει κάνει τεράστια βήματα. Εμφανίζει μια άλλη εικόνα και στις δημόσιες δαπάνες της η Ελλάδα είναι από τα μικρότερα πια ευρωπαϊκά κράτη, ως ποσοστό δημοσίων δαπανών επί του ΑΕΠ.

Έχουμε ένα άλλο κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα, έχουμε μια αγορά εργασίας πολύ πιο δύσκολη, πολύ πιο ευέλικτη όπως λέγεται, άρα οι εργαζόμενοι έχουν συνεισφέρει εντυπωσιακά πολύ. Οι άνεργοι ακόμη περισσότερο. Έχουν συνεισφέρει την ελπίδα τους, τη ζωή τους.

Άρα οι άλλοι κοινωνικοί εταίροι, ο συντελεστής κεφάλαιο, η επιχειρηματικότητα, πρέπει να πάρουν μεγάλες πρωτοβουλίες επενδυτικές, αναπτυξιακές για να ανταποδώσουν την εισφορά των εργαζομένων και των ανέργων και να δώσουμε νέες ευκαιρίες και ένα αίσθημα ασφάλειας, ανάπτυξης και ανάτασης.

Και έχουμε βέβαια και επιτεύγματα δημοσιονομικά. Έχουμε κάνει μια πρωτοφανή δημοσιονομική προσαρμογή. Έχουμε αυτό το πρωτογενές πλεόνασμα πλέον, έχουμε πια τη μετάβαση από το έλλειμμα στο πλεόνασμα με εντυπωσιακό τρόπο, γιατί έχουμε πρωτογενές πλεόνασμα και ονομαστικά, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη την ύφεση.

Έχουμε ακόμη μεγαλύτερο, συντριπτικά μεγαλύτερο αν υπολογίσουμε την πρόσθετη ύφεση, αν δηλαδή υπολογίσουμε ότι κυκλικά διορθωμένο, προσαρμοσμένο πλεόνασμα και κάποια μέτρα τα οποία λαμβάνονται εφάπαξ και δεν πρέπει να υπολογίζονται τις επόμενες χρονιές. Το λεγόμενο διαρθρωτικό πλεόνασμα.

Πρέπει να το ξέρετε αυτό, εάν έχουμε πετύχει μια δημοσιονομική προσαρμογή περίπου 25 δισεκατομμυρίων, δηλαδή πήγαμε από ένα έλλειμμα 23,5 δισεκατομμυρίων πρωτογενές, πήγαμε σε ένα πλεόνασμα, ας πούμε 1,5 δισεκατομμυρίων για να κάνουμε μια ρεαλιστική εκτίμηση, έχουμε καλύψει μια διαδρομή περίπου 25,5 δισεκατομμυρίων τα χρόνια αυτά, φανταστείτε με τι κόπο και με τις επιπτώσεις.

Από αυτά τα 23 δισεκατομμύρια είναι έργο των κυβερνήσεων πριν τις εκλογές του Ιουνίου του 2012. Αυτό πρέπει να το τονίσουμε και να το υπογραμμίσουμε για να έχουμε μια αίσθηση της συνεισφοράς μας στην προσπάθεια αυτή.

Μπαίνουμε, ήδη έχουμε μπει, σε αυτό το πρώτο εξάμηνο του 2014, που είναι το εξάμηνο της μεγάλης στροφής. Είναι και η Ελληνική Προεδρία του Συμβουλίου ένας σημαντικός παράγοντας, όχι ο σημαντικότερος, αλλά όχι αμελητέος. Είναι σημαντικό να έχεις την Προεδρία του Συμβουλίου, τώρα που ανοίγει η μεγάλη προεκλογική συζήτηση για το μέλλον της Ευρώπης, για τη νέα προοδευτική πρόταση για την Ευρώπη, για το ρόλο των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών και Δημοκρατών, για το Ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος, για το ευρωπαϊκό παραγωγικό μοντέλο. Αλλά το εξάμηνο είναι κρίσιμο κυρίως για λόγους εθνικούς, γιατί είναι το εξάμηνο της στροφής προς την οριστική έξοδο από την κρίση και το μνημόνιο.

Γι’ αυτό είναι πραγματικά άδικο και αβάσιμο να συνεχίζεται και να τροφοδοτείται σκόπιμα από διάφορους κύκλους αυτή η διεθνής συζήτηση για το εάν η Ελλάδα πράγματι πέτυχε το πρωτογενές πλεόνασμα ή όχι, για το εάν το χρέος είναι βιώσιμο ή όχι, για το εάν η Ελλάδα θα χρειαστεί ένα νέο πρόγραμμα ή όχι, για το εάν η Ελλάδα θα βγει από το στενό ασφυκτικό πλαίσιο του μνημονίου και της τρόικας και θα πάει στην κανονική κατάσταση όλων των κρατών μελών της ευρωζώνης, που υπόκεινται σε πειθαρχία, αλλά όλες μαζί με γενικούς κανόνες ή όχι.

Δεν δικαιολογείται αυτή η ανακύκλωση, ούτε η παράταση της εκκρεμότητας. Τα στοιχεία είναι καθαρά, είναι ισχυρά, είναι αποστομωτικά, προσφέρουν τη βάση για να ολοκληρώσουμε την εφαρμογή του προγράμματος που τρέχει και για να πετύχουμε αυτό που ήδη έχει αποφασίσει το Eurogroup. Την επιβεβαίωση της βιωσιμότητας του ελληνικού δημοσίου χρέους, που σας διαβεβαιώ δεν έχει καμία σχέση με κανένα άλλο δημόσιο χρέος στην Ευρώπη, για τον απλό λόγο ότι το 80% το κατέχουν οι θεσμικοί μας εταίροι, οι χώρες της ευρωζώνης, ο ευρωπαϊκός μηχανισμός σταθερότητας, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ένα μικρό μέρος το ΔΝΤ.

Είμαστε μια χώρα που μόνο το 20% του χρέους της μετέχει στην διεθνή αγορά και επηρεάζεται από την διεθνή αγορά. Αυτό σημαίνει ότι η χώρα μπορεί πολύ εύκολα να αναπνεύσει. Το τραπεζικό σύστημα να κινηθεί με άλλο τρόπο. Να στηρίξει τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, όλη την επιχειρηματικότητα. Να αλλάξει τα επίπεδα ρευστότητας, να στηρίξει επενδυτικές πρωτοβουλίες. Να δημιουργηθούν δουλειές.

Μόνο το μεγάλο σχέδιο για το αεροδρόμιο του Ελληνικού, σύμφωνα με τις προτάσεις που έχουν υποβληθεί, οδηγεί στη δημιουργία 50.000 θέσεων εργασίας, για να έχουμε μια αίσθηση μεγέθους. Και όταν λέμε πως η Ελλάδα δεν χρειάζεται και δεν πρόκειται να πάρει πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα, τώρα πια όλοι καταλαβαίνουν ότι το εννοούμε, γιατί αυτό που χρειάζεται είναι η στροφή στην πραγματική οικονομία. Οι διαρθρωτικές αλλαγές, το άνοιγμα των αγορών, η διευκόλυνση των επενδύσεων, η ενίσχυση της εθνικής παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας, η αλλαγή στο κράτος.

Δεν υπάρχει Έλληνας που να μην θέλει ένα κανονικό κράτος στην υπηρεσία του πολίτη και της ανάπτυξης. Έτσι χτυπάς την ανεργία. Τα προγράμματα του ΟΑΕΔ είναι πάρα πολύ σημαντικά και το ΠΑΣΟΚ είναι αυτό που κινητοποίησε την κυβέρνηση με συγκεκριμένες και επίμονες προτάσεις για δημιουργία θέσεων εργασίας σε συνεργασία με την Αυτοδιοίκηση, σε συνεργασία με τις επιχειρήσεις.

Έχουμε επιμείνει στην ανάγκη να στηριχθούν οι υφιστάμενες θέσεις εργασίας, με διευκόλυνση των επιχειρήσεων, αλλά αυτά είναι μέτρα ανάσχεσης. Όταν έχεις αυτά τα ποσοστά ανεργίας, μόνο με μεγάλες επενδυτικές πρωτοβουλίες διάχυτες. Όταν λέω μεγάλες δεν εννοώ των μεγάλων επιχειρήσεων, εννοώ και των πολλών μικρών και μεσαίων που σωρεύονται.
Κι αυτό το νόημα είχε η πρότασή μας για τη συγκρότηση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Απασχόλησης, γιατί θέλουμε να είναι προτεραιότητα και να φαίνεται ως προτεραιότητα της κυβέρνησης το ζήτημα της απασχόλησης.

Αλλά ο μεγάλος στόχος είναι η χώρα να επανέλθει στην κανονικότητα. Να επανέλθει στις αγορές, γιατί κανονικότητα και κυριαρχία σημαίνει να μπορείς να δανείζεσαι με κανονικούς όρους. Και βέβαια να απαλλαγούμε από το συμβολισμό του μνημονίου και της τρόικας, γιατί θα λέγαμε ψέματα εάν λέγαμε ότι υπάρχει μια χώρα στην Ευρώπη που δεν υπόκειται σε έλεγχο και σε πειθαρχία. Συμπεριλαμβανομένων και χωρών με απολύτως υγιή και υποδειγματικά δημοσιονομικά, όπως η ίδια η Γερμανία. Οι μεσαίες χώρες που είχαν ζήσει την εμπειρία της κρίσης, όπως η Φινλανδία για παράδειγμα, που πάλι πρέπει να πάρουν μέτρα, ή όπως η Ολλανδία που αναγκάζεται να πάρει ουσιαστικά μέτρα για να αντιμετωπίσει τα προβλήματά της.

Αυτή η προσπάθεια είναι μια μεγάλη εθνική, πολιτική διαπραγμάτευση. Χρειάζεται συσπείρωση, ενότητα, συνεννόηση, καθαρούς εθνικούς προγραμματικούς στόχους. Δυστυχώς η χώρα μας ενώ διέρχεται μια κρίση που απαιτεί πολεμικού χαρακτήρα κινητοποίηση των εθνικών δυνάμεων, βιώνει έναν επιπόλαιο πολιτικό διχασμό. Μια τυφλή πόλωση. Έχουμε αφήσει δυστυχώς να αναπτυχθεί το αμάλγαμα μιας αντιφατικής, αντιμνημονιακής αντιπολίτευσης από το ΣΥΡΙΖΑ έως τη Χρυσή Αυγή, δήθεν φιλοευρωπαϊκής, σίγουρα αντιευρωπαϊκής, δημοκρατικής αναμφίβολα σε ένα μεγάλο βαθμό για τα κόμματα που είναι δημοκρατικά και συνταγματικά, αλλά είναι και μια αντιπολίτευση εκτός συνταγματικού τόξου, αυτή είναι η περίεργη αντίφαση, αυτό είναι το εκπληκτικό μείγμα αντιφατικών δυνάμεων που συνωθούνται στην αμφισβήτηση της προσπάθειας.

Και έχουμε φτάσει σε σημεία πρωτοφανή, τραγικά θα έλεγα, να αναπτύσσεται μπροστά στα μάτια μας την ώρα που δίνουμε τη μάχη της διαπραγμάτευσης και τη μάχη της εξόδου μια στρατηγική υπονόμευση της χώρας, η οποία τη βλέπετε πώς οργανώνεται.

Πρώτον, τους λες ότι έχουμε πρωτογενές πλεόνασμα ως επίτευγμα του ελληνικού λαού, χάρη στις θυσίες του ελληνικού λαού και τώρα θα μοιράσουμε το μεγάλο του μέρος για να αποκαταστήσουμε αδικίες για ανάπηρους, για χαμηλοσυνταξιούχους, για ευπαθείς κοινωνικές ομάδες και με το επιχείρημα του πρωτογενούς πλεονάσματος, ζητάμε την επιβεβαίωση της βιωσιμότητας του χρέους και επάνοδο στις αγορές χωρίς μνημόνιο και χωρίς τρόικα και γίνονται έξαλλοι. Έξαλλοι.

Υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις οι οποίες γίνονται έξαλλες, επειδή ισχυρίζεται η χώρα ότι έχει πρωτογενές πλεόνασμα και ζητάει τις θετικές επιπτώσεις του πρωτογενούς πλεονάσματος. Το αμφισβητούν λοιπόν. Λένε ότι είναι στατιστική απάτη το πρωτογενές πλεόνασμα. Δηλαδή οι θυσίες του ελληνικού λαού.

Λένε ότι το πρόγραμμα οδηγείται σε αδιέξοδο. Ότι δεν μπορούμε να βγούμε από το μνημόνιο, γιατί χωρίς μνημόνιο δεν υπάρχει αντιμνημονιακή δημαγωγία. Ότι δεν μπορούμε να απαλλαγούμε από την τρόικα, γιατί ποιος θα είναι ο μπαμπούλας εναντίον του οποίου πρέπει να συσπειρωθεί ένα αντιμνημονιακό ρεύμα;

Άρα τι προσφέρουν στον ελληνικό λαό; Απογοήτευση, εξανέμιση των θυσιών του, αποθάρρυνση της πραγματικής οικονομίας, των επενδύσεων, της δημιουργίας θέσεων εργασίας.

Δείτε ποιος είναι ο πυλώνας της πολιτικής τους τώρα ο πρώτος. Η αμφισβήτηση του πρωτογενούς πλεονάσματος. Προσέξτε και το δεύτερο πυλώνα. Ζητάνε κούρεμα του χρέους που κατέχουν τα ευρωπαϊκά κράτη, οι θεσμοί που λειτουργούν με την εγγύηση του προϋπολογισμού των ευρωπαϊκών κρατών. Γιατί είτε έχουμε δάνειο διακρατικό, είτε έχουμε δάνειο από τον ευρωπαϊκό μηχανισμό σταθερότητας και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, που κατέχει ομόλογα, όπου τα κράτη είναι μέτοχοι και εγγυητές.

Άρα από πού ζητάνε κούρεμα; Από τις κυβερνήσεις, από τα κοινοβούλια, από τα πολιτικά κόμματα, από τους λαούς που οδεύουν προς τις ευρωπαϊκές εκλογές, σε πολλές χώρες και προς τις εθνικές εκλογές. Μα, φίλες και φίλοι, εάν μας προσφερθεί ένα κούρεμα πρόσθετο αυτού του χρέους που κατέχουν οι δημόσιοι θεσμοί της Ευρώπης δεν θα το δεχτούμε; Θα το δεχτούμε ευχαρίστως.

Εάν ξέραμε ότι αυτό έχει πιθανότητες επιτυχίας χωρίς να δημιουργήσει τη μεγάλη πολιτική εμπλοκή με τους εταίρους μας δεν θα το λέγαμε; Θα το λέγαμε. Ούτως ή άλλως εκτός αγοράς είμαστε. Δεν επηρεάζεται ο ιδιωτικός τομέας.

Το θέτουν όμως αυτό για να προκαλείται μια αντίδραση εναντίον της Ελλάδας. Ότι η Ελλάδα λέει ο κάθε Ευρωπαίος πολίτης, εύχεται να μας φορτώσει το δικό της χρέος και να το μετατρέψει σε δικό μας έλλειμμα και δικό μας χρέος. Άρα ποιος Ευρωπαίος πολίτης θα αποδεχόταν μια τέτοια Ελλάδα και μια τέτοια εικόνα του ελληνικού λαού;

Κι όταν πάμε και τους λέμε, «προσέξτε δεν έχετε ξοδέψει ούτε ένα ευρώ για την Ελλάδα, διότι έχετε δώσει εγγυήσεις. Το δάνειο εξυπηρετείται κανονικά εφόσον η Ελλάδα πετυχαίνει και βγαίνει από την κρίση, κερδίζει και η Ελλάδα και εσείς, δεν έχει καταγραφεί τίποτα στο έλλειμμά σας και στο χρέος σας», δεν το πιστεύουν.

Δεν το πιστεύουν γιατί υπάρχει αυτή η ενεργός δήθεν απειλή. Προσέξτε, διεκδικούν ένα κούρεμα αγνοώντας παντελώς ότι έχουμε πετύχει το μεγαλύτερο ιστορικά, το μοναδικό κούρεμα που έχει γίνει 130 δισεκατομμυρίων. Ένα ποσό από αυτά το διαθέσιμα για να στηρίξουμε τις τράπεζες. Ναι.

Δηλαδή τι στηρίξαμε; Τις καταθέσεις. Γιατί στηρίζοντας τις καταθέσεις στηρίζουμε τις χρηματοδοτήσεις, άρα τις επενδύσεις, άρα τις θέσεις εργασίας. Η άλλη λύση είναι η κυπριακή λύση. Δεν στηρίζεις με το δάνειο τις τράπεζες, τις στηρίζουν οι καταθέτες τις τράπεζες.

Και είδαμε πως εξελίχθηκε το πρώτο πρόγραμμα και μετά το δεύτερο, δήθεν, πρόγραμμα, και τι σημαίνει σχέδιο βήτα στην περίπτωση αυτή. Το γεγονός ότι τώρα στις μέρες μας υπάρχει απουσία στοιχειώδους συναίνεσης στο εσωτερικό της χώρας, λειτουργεί βλαπτικά, σε βάθος για μια εθνική υπόθεση, για την οικονομία, για τον άνεργο, για τον επαγγελματία, για τον εργαζόμενο.

Υπό αυτές τις προϋποθέσεις βαδίζει η χώρα στις δημοτικές, περιφερειακές και ευρωπαϊκές εκλογές του Μαΐου. Οι εκλογές αυτές δεν είναι εθνικές, δεν κρίνεται η κυβέρνηση, αλλά κρίνεται το κλίμα. Κρίνεται η εθνική ατμόσφαιρα. Κρίνεται σε πολύ μεγάλο βαθμό η νομιμοποίηση των πολιτικών παραγόντων, γιατί ο καθένας θα κάνει μετά την ερμηνεία του αποτελέσματος. Και εάν πρόκειται να κάνει κάποιος την ερμηνεία, εκ των υστέρων, καλύτερα είναι να ξέρει ο ελληνικός λαός εκ των προτέρων ποιο είναι το ζήτημα.

Θα σας έλεγα ότι κρίνονται πάρα πολλά. Διαλέγω όμως να σας πω ένα, ότι αυτό που κυρίως κρίνεται είναι η αντοχή μιας εθνικής στρατηγικής, που την εγγυάται το ΠΑΣΟΚ, η δημοκρατική προοδευτική παράταξη, η κεντροαριστερά της ευθύνης.

Σε εμάς στο χώρο μας, στην παράταξή μας, στο ρεύμα μας είναι η υπόθεση αυτή. Η αντοχή αυτού του χώρου έχει πολύ μεγαλύτερη αξία από οτιδήποτε άλλο, αλλά ο χώρος αυτός είναι παντού, έχει κάποια χαρακτηριστικά τα οποία είναι μοναδικά στη δυναμική τους και την ευελιξία τους. Δεν είναι μόνο στην κάλπη των βουλευτικών εκλογών. Δεν είναι μόνο στις δημοσκοπήσεις. Είναι στην Τοπική Αυτοδιοίκηση Α’ και Β’ βαθμού. Είναι στα συνδικάτα, στις ομοσπονδίες, στη ΓΣΕΕ και την ΑΔΕΔΥ, στο Τεχνικό Επιμελητήριο, στο Οικονομικό Επιμελητήριο, στη ΓΣΕΒΕΕ, είναι στην Κοινωνία των Πολιτών.

Υπάρχουν πολίτες διχασμένοι που ανήκουν στην παράταξη, θέλουν την παράταξη, πιστεύουν στην παράταξη, έχουν επιφυλάξεις εκλογικές, γιατί δεν έχουν πειστεί ακόμη και τώρα ότι δεν μπορούσε να δοθεί άλλη απάντηση στα διλήμματα, τα ιστορικά διλήμματα και ότι κανείς οικειοθελώς δεν γίνεται αντιδημοφιλής, δεν γίνεται εχθρικός απέναντι σε μεγάλες κοινωνικές ομάδες και κατηγορίες.

Οδεύουμε σε αυτές τις εκλογές, τις δημοτικές, περιφερειακές και ευρωπαϊκές, έχοντας πολύ καθαρή γραμμή. Στις δημοτικές εκλογές το κριτήριό μας είναι ένα και μόνο, ο σεβασμός των τοπικών κοινωνιών, των ανθρώπων της Αυτοδιοίκησης που έχουν δουλέψει, ή που θέλουν να δουλέψουν οι νεώτεροι, στο Δήμο, στην Δημοτική Κοινότητα, στην Τοπική Αυτοδιοίκηση.
Τα πρόσωπα είναι αυτά που κάνουν μια σχέση ανθρώπινη. Και στην Τοπική Αυτοδιοίκηση υπάρχουν τα μεγέθη, το πρόσωπο να είναι ή να μην είναι σπαθί και εκεί οι επιλογές μας είναι εύκολες. Γιατί ο χώρος, η παράταξη, έχει πλειάδα στελεχών παλαιών, καταξιωμένων. Έχουμε εδώ παραδείγματα και νεώτερων που έρχονται να βοηθήσουν.

Στις περιφερειακές εκλογές προφανώς υπάρχει πολιτικός και αναπτυξιακός χαρακτήρας. Τα κόμματα οφείλουν να έχουν προτάσεις, αλλά για σκεφτείτε πόσες περιφέρειες διαχειρίζεται το ΠΑΣΟΚ σήμερα και ποιος είναι ο περιφερειακός συσχετισμός δυνάμεων και δείτε αυτή η αίσθηση της εφόδου σε εθνικό επίπεδο που νομίζουν ότι θα ευνοήσει κάποια κόμματα, ή ένα κόμμα, μετουσιώνεται σε κάτι συγκεκριμένο σε περιφερειακό επίπεδο; Και σε ποια περιφέρεια;

Δείτε τις ευκαιρίες και τις δυνατότητες που έχει η παράταξη της ευθύνης, η κεντροαριστερά της ευθύνης, η δημοκρατική προοδευτική παράταξη. Και αυτό κυρίως συμβαίνει στο επίπεδο των ευρωεκλογών, γιατί ευρωεκλογές σημαίνει συμμετοχή σε ένα ρεύμα, το ευρωπαϊκό Σοσιαλδημοκρατικό ρεύμα, σε ένα κόμμα, το Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα, που καλείται να προτείνει το προοδευτικό σχέδιο για την Ευρώπη. Δεν υπάρχει άλλος που μπορεί να το προτείνει.

Και για να μιλάμε και καθαρά ούτε μόνο του το Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα μπορεί. Είναι υποχρεωμένο να συνεργαστεί και με το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα και με τις άλλες πολιτικές δυνάμεις. Κατ’ αρχάς γιατί αυτό συμβαίνει στις κυβερνήσεις τις εθνικές, γιατί αυτό συμβαίνει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, γιατί αυτό συμβαίνει μεταξύ των κρατών μελών στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στην Επιτροπή. Δεν υπάρχουν καθαρές πλειοψηφίες. Αλλά έχει πολύ μεγάλη σημασία το ρεύμα να είναι προοδευτικό. Το πρόσημο να είναι προοδευτικό.

Γι’ αυτό συσπειρώνουμε την προοδευτική δημοκρατική παράταξη στις ευρωεκλογές. Και γι’ αυτό έχουμε ανταπόκριση, γιατί οι άνθρωποι καταλαβαίνουν. Το μεγάλο δίλημμα ποιο ήταν; Μπορείς να είσαι κεντροαριστερός και ταυτόχρονα να μετέχεις στην ευθύνη της διακυβέρνησης χωρίς να θέλεις να φανείς αειπάρθενος, χωρίς ευθύνη, χωρίς συμμετοχή, χωρίς φθορά;

Υπάρχουν «αειπάρθενοι» που αγωνίζονται να σώσουν μια χώρα από την κρίση; Αλλά εάν κάποιοι θέλουν να είναι αειπάρθενοι, πρέπει να ξέρουν ότι ο ελληνικός λαός δεν αποτελείται από μωρές παρθένες. Όλοι καταλαβαίνουν τώρα.

Και γι’ αυτό πήραμε και τη μεγάλη πρωτοβουλία του διπλασιασμού των υποψηφίων στις ευρωεκλογές και του σταυρού προτίμησης, για να σπάσει κάθε παρασκηνιακή, αρχηγική και πελατειακή συζήτηση παρασκηνίου.

Επιλέχθηκαν δηλαδή, διορίστηκαν και πάρα πολύ ικανοί άνθρωποι ως ευρωβουλευτές και τίμησαν τη χώρα και την τιμούν. Έγιναν και λιγότερο καλές επιλογές. Διακομματικά και διαχρονικά. Ας δοκιμάσουμε και ένα άλλο σχήμα.

Ξέρετε τι σημαίνει να μπορείς να εκπροσωπήσεις το ψηφοδέλτιο όλες τις περιφερειακές δυνάμεις της χώρας; Όλες τις γενεές; Όλες τις κοινωνικές και κλαδικές ομάδες; Όλους τους ανθρώπους με άποψη για την Ευρώπη; Ξέρεις τι σημαίνει να μπορείς να στρέψεις την προσοχή σου στον προγραμματικό λόγο για την Ελλάδα και την Ευρώπη;

Στη μεγάλη διάσκεψη που ετοιμάζουμε όλοι μαζί, ισότιμα όσοι μετέχουμε στο ρεύμα της δημοκρατικής, προοδευτικής παράταξης και του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος; Θα φτάσουμε σε ένα ψηφοδέλτιο συναινετικό, ενωτικό, ανανεωτικό, αξιοκρατικό, περιφερειακό, με ταυτότητα κοινωνική, με ταυτότητα αξιακή.

Και θα δώσουμε σε ανθρώπους, κατά προτίμηση νέους, τη δυνατότητα να δείξουν τα προσόντα τους, να δοκιμαστούν, να κριθούν, να μπουν στην κονίστρα της πολιτικής από την πόρτα κανονικά, με τον ευθύ δρόμο.

Και βεβαίως όλα αυτά επηρεάζουν το θέμα μας και κλείνω με δυο σκέψεις μόνο. Τη σχέση της αυτοδιοίκησης με τον τομέα της υγείας, της πρόνοιας, με το κοινωνικό κράτος. Το μεγάλο πρόβλημα της Ευρώπης ήταν και είναι η διπλή κρίση του ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους, δημοσιονομική και δημογραφική.

Η δημογραφική κρίση συνεχίζεται, εξελίσσεται με τρόπο πιεστικό. Η Ευρώπη μικραίνει πληθυσμιακά, γηράσκει πληθυσμιακά. Αυτό σημαίνει ότι η δαπάνη πάντα θα πιέζεται προς τα πάνω, γιατί το τελευταίο χρόνο της ζωής κάθε ανθρώπου δαπανάς όσα δεν έχεις δαπανήσει όλο τα προηγούμενα χρόνια και ως δημόσια δαπάνη και ως εθνική δαπάνη, ως ιδιωτική συμμετοχή, γιατί η έρευνα προχωρά, γιατί οι λύσεις οι διαγνωστικές, οι θεραπευτικές, οι φαρμακευτικές πολλαπλασιάζονται και ακριβαίνουν.

Γιατί δεν μπορείς να στερήσεις από κάποιον το δικαίωμα πρόσβασης σε αυτές τις δυνατότητες εφόσον τις προσφέρει η επιστήμη και η αγορά διεθνώς. Και υπάρχει μια γνώση, κοινό κτήμα των πάντων μέσω του διαδικτύου.

Βλέπετε πόσο δύσκολο είναι να μετατρέψεις τις συμπεριφορές στην Ελλάδα σε συμπεριφορές συγκρίσιμες με το Βέλγιο ή τη Σουηδία; Δεν ζητάμε τίποτα το φοβερό, ζητάμε να υπάρχει λίγο πολύ η ίδια αντίληψη, η ίδια πρακτική. Αλλά για να πάρω ένα ελπιδοφόρο παράδειγμα, εάν όλοι οι τοκετοί γίνονται σε ιδιωτικές κλινικές με καισαρική τομή στην Ελλάδα και στη Μεγάλη Βρετανία γίνονται φυσιολογικά στο σπίτι με μαίες, υπάρχει μια διαφορά στην αντίληψη, στην πρακτική, στη δημόσια δαπάνη, στην ιδιωτική δαπάνη.

Άρα πρέπει να συζητήσουμε πολύ και με την κοινωνία μας. Η δημοσιονομική κρίση επίσης εξελίσσεται, διότι όταν έχεις ανεργία, όταν έχεις αδυναμία συμβολής στο ασφαλιστικό σύστημα τόσων νέων ανθρώπων που είναι εκτός αγοράς εργασίας, δεν μπορείς να διαχωρίσεις το δημοσιονομικό στοιχείο από το κοινωνικοασφαλιστικό. Φόροι και εισφορές είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό δυο συγκοινωνούντα δοχεία.

Έχεις να αντιμετωπίσεις νέες μορφές φτώχειας, πράγματα που νομίζαμε ότι έχουν οριστικά ξεπεραστεί, είναι παρόντα. Όχι μόνο ζητήματα τροφής και στέγης, αλλά και ζητήματα ασθενειών. Ζητήματα δημόσιας υγείας με την αυστηρή έννοια του όρου δημόσια υγεία. Την επιστημονική έννοια του όρου.

Αυτό δεν αντιμετωπίζεται, φίλες και φίλοι, με νέες μορφές φιλανθρωπίας, ούτε με νέες μορφές εθελοντισμού. Είναι πολύτιμο το έργο των κοινωνικών οργανώσεων, πολύτιμο το έργο της εκκλησίας, το κοινωνικό κράτος όμως είναι η απάντηση απέναντι στη φιλανθρωπία. Το κοινωνικό κράτος ήταν αυτό που είπε ότι όχι η φτώχεια δεν είναι ατομική ατυχία, ή αμαρτία. Είναι κοινωνικό πρόβλημα. Άρα θα δώσω μια πολιτική λύση με θεσμούς δημόσιους, είτε κεντρικούς, είτε αυτοδιοικητικούς.

Και πράγματι η Τοπική Αυτοδιοίκηση είναι αυτή η οποία μπορεί να δώσει ξανά απάντηση στο ερώτημα αυτό. Αυτή έχει τα δίκτυα. Αυτή μπορεί να συνδυάσει επίσης και τη δράση της εκκλησίας και τη δράση του κοινωνικού εθελοντισμού με δομές οι οποίες είναι επίσημες, θεσμικές, δημοκρατικές.

Και όσο κι αν φαίνεται περίεργο, τώρα πρέπει να εφαρμόσουμε το εγγυημένο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης επί του πεδίου, γιατί μόνο ο δήμος ξέρει ποιος πράγματι έχει ανάγκη και πώς αντιμετωπίζεται η ανάγκη αυτή.

Και όχι μόνο με χρήμα, με θεσμούς, με δίκτυα, με παροχές, με υπηρεσίες, με ένα πλέγμα προσφοράς που είναι τελικά δημόσιο, αλλά έχει μέσα του και τη συνεισφορά της κοινωνίας των πολιτών.

Εδώ πρέπει να στραφεί και το πρωτογενές πλεόνασμα. Η διανομή του πρωτογενούς πλεονάσματος πρέπει να χρησιμοποιηθεί για να οργανώσουμε αυτό το εγγυημένο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης, αρχίζοντας από τις ευπαθείς ομάδες. Πρέπει αυτό να διασφαλίσουμε. Είναι οι ανάπηροι; Είναι οι μοναχικές γυναίκες που έχουν παιδί; Οι μονογονεϊκές οικογένειες; Είναι η παιδική φτώχια; Είναι ο εγκαταλειμμένος υπερήλικας ανασφάλιστος; Είναι ο χρονίως πάσχον που δεν αυτοεξυπηρετείται; Αυτό μπορεί να το εξατομικεύσει και να το οργανώσει ως δίκτυο η Τοπική Αυτοδιοίκηση και εκεί πρέπει να πάει πρωτίστως το πρωτογενές πλεόνασμα.

Και εκεί έρχεται και η ιστορία της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και του ΕΟΠΥΥ. Όπως σωστά είπε ο Δημήτρης Κρεμαστινός, πριν το ’81 δεν υπήρχε τίποτα. Δεν υπήρχαν οι έννοιες αυτές. Μεταξύ ’81 και ’84, ίσως ούτε καν όλο το ’84, δυο άνθρωποι ο Γιώργος Γεννηματάς και ο Παρασκευάς Αυγερινός που είναι εδώ, πήραν τις μεγάλες πρωτοβουλίες υπό την πολιτική εγγύηση του Ανδρέα Παπανδρέου και οργανώθηκε στην Ελλάδα το ΕΣΥ.

Ναι πράγματι ποτέ δεν φτάσαμε στην πρωτοβάθμια φροντίδα γιατί δεν μπορέσαμε να ενοποιήσουμε τα ασφαλιστικά ταμεία, γιατί υπήρξε αντίδραση στην ενοποίηση των ασφαλιστικών ταμείων, των κλάδων υγείας. Και φτάσαμε με πολύ μεγάλη καθυστέρηση, ιστορική καθυστέρηση στη συγκρότηση του ΕΟΠΥΥ και έπρεπε να περάσει και μια πρώτη εμπειρία του ΕΟΠΥΥ για να καταλάβουμε ότι ο ΕΟΠΥΥ δεν μπορεί να είναι πάροχος υπηρεσιών υγείας, αλλά θα είναι αγοραστής υπηρεσιών υγείας. Άρα πρέπει να είναι άλλη η δομή που προσφέρει και άλλη η δομή που αγοράζει.

Πώς είναι δυνατόν τα δημόσια ασφαλιστικά ταμεία να χρηματοδοτούν όλο τον ιδιωτικό τομέα υγείας; Και ο ιδιωτικός τομέας ασφάλισης να μη μπορεί να χρηματοδοτήσει καθόλου το δημόσιο σύστημα υγείας; Είναι αδιανόητο αυτό. Άρα τουλάχιστον αυτό πρέπει να σπάσει.

Και φυσικά όταν έχεις ως βάση τον καλλικρατικό δήμο, όταν έχεις ως βάση την πρωτοβάθμια Τοπική Αυτοδιοίκηση, μπορείς να οργανώσεις πολύ καλύτερα ένα πρωτοβάθμιο σύστημα υγείας το οποίο στην εκτός Αθηνών και Θεσσαλονίκης Ελλάδα, έχει τεράστιες υποδομές στην διάθεσή του. Έχει τα κέντρα υγείας της δεκαετίας του ’80, έχει τα πολυιατρεία του ΙΚΑ και έχει και τα εξωτερικά ιατρεία του ΕΣΥ, των νοσοκομείων του ΕΣΥ.

Φανταστείτε τώρα στις μεγάλες πόλεις, στα μεγάλα αστικά κέντρα τι πρόσθετες δομές μπορεί να υπάρξουν. Σε σοβαρή βάση με καθαρές εργασιακές σχέσεις, όπου ξέρει ο καθένας τι κάνει και δεν παίζει τριπλούς και διπλούς ρόλους. Και βέβαια «lege artis», όπως λέτε, οι γιατροί με τις θεραπευτικές ομάδες, με τα πρωτόκολλα, με τις οδηγίες των διεθνών επιστημονικών εταιρειών, όχι μόνο σε σχέση με τη φαρμακευτική δαπάνη, αλλά σε σχέση και με την ίδια την επιστημονική ακρίβεια που απαιτείται η μεταχείριση του ασθενούς συνολικά. Και διαγνωστικά και θεραπευτικά.
Άρα από την άποψη αυτή το ζήτημα του ρόλου της Τοπικής Αυτοδιοίκησης θα λυθεί αυτομάτως, γιατί ο ρόλος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης είναι επικουρικός. Καλύπτει όλα τα κενά. Ισχύει η αρχή της επικουρικότητας. Θα καλύψει και τώρα η Τοπική Αυτοδιοίκηση όλα τα κενά και θα είναι πρωτοπόρος και στις νέες δομές πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας. Και τους μεγάλους συμβολισμούς θα διατηρήσουμε. Δεν ήταν όλοι σύμφωνοι με τον αγώνα που κάναμε να μην περάσουν τα 25 ευρώ για την επίσκεψη στα νοσοκομεία. Συμβόλιζε όμως την ανάγκη σεβασμού και προστασίας του Εθνικού Συστήματος Υγείας και αυτό το μήνυμα έπρεπε να περάσει και πέρασε χάρη στο ΠΑΣΟΚ. Όπως όλες οι βελτιώσεις στον πρόσφατο νόμο για την πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας είναι επίτευγμα των βουλευτών μας, της Κοινοβουλευτικής μας Ομάδας.

Και είναι κρίμα η δουλειά που κάνουν οι βουλευτές μας σε όλα τα νομοσχέδια δεν γίνεται στην πραγματικότητα ευρέως γνωστή. Γιατί η καθημερινότητα κυριαρχείται επικοινωνιακά από άλλα ζητήματα. Άρα φίλες και φίλοι, το γεγονός ότι πάλι το ΠΑΣΟΚ συσπειρώνεται γύρω από τα θέματα της υγείας του κοινωνικού κράτους, της Αυτοδιοίκησης, σημαίνει πολλά.

Πάλι συζητάμε για τα θέματα αυτά με τον Τάσο Φιλαλήθη είχαμε δουλέψει τα θέματα αυτά το 2005, το 2006. Άλλοι είχαν συνεισφέρει από το 1980, πολύ πριν τις εκλογές του 1981. Έχουμε εδώ ανθρώπους που δούλεψαν ως υπουργοί υγείας, υφυπουργοί, που δούλεψαν στις κοινωνικές ασφαλίσεις, στους μεγάλους ασφαλιστικούς οργανισμούς. Είναι τώρα παρόντες, παρούσες.

Το ΠΑΣΟΚ έχει μια τεράστια εμπειρία, συμπεριλαμβανομένων και λαθών και καθυστερήσεων, βεβαίως. Αλλά έχει εμπειρία, βούληση και κυρίως έχει την αγωνία για το μέλλον της χώρας, για την έξοδο από την κρίση και για την απάντηση στις προτεραιότητες του πολίτη. Δεν είναι ευχαριστημένος ο πολίτης τώρα γιατί ακόμη είμαστε σε μια ταραχώδη φάση. Δεν βρίσκει τις υπηρεσίες που θέλει πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας.

Ακόμη συζητάμε για εργασιακές σχέσεις, για οργάνωση, ακόμη έχουμε να λύσουμε προβλήματα. Αυτό πρέπει να γίνει τάχιστα, γιατί ο πολίτης δεν ενδιαφέρεται γι’ αυτό. ενδιαφέρεται να μπορεί με αξιοπρέπεια και ταχύτητα να βρίσκει καλές υπηρεσίες υγείας κοντά στο σπίτι του και την ώρα που πρέπει. Δεν αντέχει να περιμένει, όσο περιμένει ο Άγγλος, ή όσο περιμένει ο Σουηδός.

Κι εμείς δεν θέλουμε να περιμένει τόσο. Θέλουμε να περιμένει πολύ λιγότερο. Σχεδόν καθόλου. Και εδώ θα παίξει καθοριστικό ρόλο και ο θεσμός του οικογενειακού γιατρού με ευελιξία, γιατί ο οικογενειακός γιατρός πρέπει να είναι αυτός που αρμόζει στην περίπτωση του καθενός, άρα από παιδίατρος μέχρι γεροντολόγος και βεβαίως δεν μπορεί να είναι ηθμός για την πρόσβαση στη νοσοκομειακή περίθαλψη δευτεροβάθμια, ακόμη και τριτοβάθμια, γιατί δεν χρειάζεται να λειτουργεί ως ηθμός ο οικογενειακός γιατρός, όταν υπάρχει η ανάγκη πρόσβασης στο νοσοκομείο, εφόσον εκεί υπάρχουν οι διαδικασίες οι οποίες διασφαλίζουν τη σοβαρότητα της διαχείρισης του προβλήματος υγείας.

Φίλες και φίλοι, η παράταξη έχει ανάγκη από μια τόνωση της αυτοπεποίθησής της, την οποία εμείς θα την προσφέρουμε στον εαυτό μας. Όλοι θα καταλάβουν ότι δεν υπάρχει περιθώριο ούτε αποστασιοποίησης, ούτε προσωπικών προταγμάτων. Όλοι είμαστε υποχρεωμένοι να συσπειρωθούμε και όλοι είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε θυσίες χάρη της συλλογικότητας.

Και χαίρομαι γιατί βλέπω να υπάρχει ανταπόκριση και θα υπάρξει και αποτέλεσμα. Θα εκπλαγούν όσοι βιάστηκαν να ξεγράψουν αυτή τη μεγάλη ιστορική παράταξη από το χάρτη των πολιτικών εξελίξεων. Εμείς θα τις καθορίσουμε.

Σας ευχαριστώ.

ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ ΤΟ

.