Αθήνα, 14 Νοεμβρίου 2013

Ομιλία Αντιπροέδρου Κυβέρνησης και ΥΠΕΞ Ευ. Βενιζέλου στην κοινή συνεδρίαση των Επιτροπών ΕΞΑΜ και Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της Βουλής για τις Προτεραιότητες της Ελληνικής Προεδρίας του Συμβουλίου της Ε.Ε., κατά το πρώτο εξάμηνο του 2014 

Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι Βουλευτές,

Η Ελλάδα ετοιμάζεται να αναλάβει για πέμπτη φορά μετά την ένταξή της στην Ε.Ε., τις τότε Ευρωπαϊκές Κοινότητες, την Προεδρία του Συμβουλίου. Έχουμε, συνεπώς, μια μακρά εμπειρία στην διεξαγωγή Προεδριών.

Την πρώτη φορά ασκήσαμε την Προεδρία λίγο μετά την ένταξή μας. Ήταν η πρώτη Προεδρία του Ζαππείου. Στη συνέχεια, άφησε έντονες και θετικές εντυπώσεις η Προεδρία που κορυφώθηκε με τη Σύνοδο Κορυφής της Ρόδου. Στην συνέχεια η τρίτη Ελληνική Προεδρία ταυτίστηκε με ένα πολύ σημαντικό κύμα διεύρυνσης της Ε.Ε.. Το πιο κρίσιμο για εμάς είναι πως τότε στην πραγματικότητα άρχισε η διαδικασία ένταξης της Κύπρου στην Ε.Ε. με τη Σύνοδο Κορυφής της Κέρκυρας, στην οποία και διεξήχθη η πρώτη συνάντηση Κορυφής μεταξύ της Ε.Ε. και της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η τέταρτη Προεδρία ήταν η Προεδρία του 2003, που κορυφώθηκε με τη Σύνοδο Κορυφής της Θεσσαλονίκης - Χαλκιδικής και με την έγκριση του, τελικώς, θνησιγενούς, Ευρωπαϊκού Συντάγματος, που δεν κυρώθηκε και οδήγησε έτσι στη μεταβατική Συνθήκη της Λισσαβόνας.

Συνεπώς, η Προεδρία μας δεν έχει, ίσως τη γοητεία, που ασκεί στις νέες χώρες της Ε.Ε., αλλά από την άλλη μεριά, μας δίνει την ευκαιρία να αναδείξουμε και πάλι το θεσμικό πρόσωπο της Ελλάδας μέσα στην Ε.Ε., να προβάλλουμε και πάλι, ως προεδρεύουσα χώρα, τη φυσιογνωμία μιας Ελλάδας, που είναι θεσμικά ισότιμο κράτος - μέλος της Ε.Ε., πέρα από την κρίση, πέρα από τη συζήτηση για το Μνημόνιο, πέρα από τη συζήτηση για τις δημοσιονομικές μας και χρηματοοικονομικές μας ανάγκες, που αδικεί τους Έλληνες και την Ελλάδα και που περιορίζει τον ορίζοντα, μέσα στον οποίο διεξάγεται και εδώ η δημόσια συζήτηση για την Ευρώπη.

Μέσα στο νέο θεσμικό πλαίσιο της Συνθήκης της Λισσαβόνας, η περιοδική εξαμηνιαία Προεδρία του Συμβουλίου της Ε.Ε., έχει περιορισμένο αντικείμενο, σε σχέση με αυτό που συνέβαινε πριν. Έως τη Συνθήκη της Λισσαβόνας, η προεδρεύουσα χώρα, στην πραγματικότητα, είχε ένα ευρύ περιθώριο πρωτοβουλιών, πολιτικού χαρακτήρα, ιδίως στα μείζονα ζητήματα, που αφορούσαν την εξωτερική πολιτική και την πολιτική διεύρυνσης. Τώρα, αναμφίβολα, η περιοδική Προεδρία του Συμβουλίου, είναι περιορισμένη από την ύπαρξη των μονίμων Προεδριών. Ο Μόνιμος Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου παίζει πολύ έντονο ρόλο, καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την ημερήσια διάταξη. Ούτως ή άλλως, προεδρεύει ενός Συμβουλίου, που συνέρχεται στις Βρυξέλλες και όχι στην προεδρεύουσα χώρα.

Ο Ύπατος Εκπρόσωπος της Ε.Ε. και Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η κυρία Ashton την περίοδο αυτή, έχει τις δικές της, πάρα πολύ σημαντικές αρμοδιότητες, προεδρεύει του Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων. Αυτή, συντονίζει την εξωτερική δράση της Ε.Ε., προεδρεύει του Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων και με τη σύνθεση των Υπουργών Άμυνας, όχι μόνο με τη σύνθεση των Υπουργών Εξωτερικών, προεδρεύει και του Διοικητικού Συμβουλίου του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Άμυνας.

Επίσης, η μόνιμη Προεδρία του Eurogroup, της Eυρωομάδας, στην πραγματικότητα μεταβάλλει ριζικά τα θεσμικά δεδομένα, μέσα στα οποία εξελίσσεται αυτή η πιο προωθημένη μορφή διευρυμένης συνεργασίας της Ε.Ε., που είναι η ζώνη του ευρώ. Γιατί, ο μόνιμος Πρόεδρος του Eurogroup, ο δεύτερος τώρα, μετά τον Ζαν Κλώντ Γιούνκερ, αναμφίβολα, έχει τη δυνατότητα να επηρεάσει το κλίμα των συναντήσεων και των συζητήσεων, παρότι, βέβαια, ο συσχετισμός είναι αδυσώπητος. Ο συσχετισμός απορρέει μέσα από τα δημοσιονομικά δεδομένα και την οικονομική ισχύ των κρατών - μελών της Ευρωζώνης.

Άρα, η εικόνα, πάρα πολύ απλά, στο Eurogroup είναι η εικόνα μιας Γερμανίας που καθοδηγεί και αποφασίζει και των 16 άλλων χωρών, που καλούνται, λίγο-πολύ, να ακολουθήσουν το ρυθμό αυτό, χωρίς να τηρούνται, ούτε καν, τα θεσμικά προσχήματα του Συμβουλίου της Ε.Ε., δηλαδή του ECOFIN, με τη σύνθεση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών.

Βεβαίως, η περιοδική εξαμηνιαία Προεδρία, προεδρεύει του Συμβουλίου Γενικών Υποθέσεων, άρα έχει τη γενική αρμοδιότητα για όλα τα θέματα, που δεν εισάγονται στις επιμέρους ειδικότερες συνθέσεις του συμβουλίου. Προεδρεύει και σημαντικών συνθέσεων. Όλες είναι σημαντικές, κάποιες είναι, προφανώς, πάρα πολύ σημαντικές, όπως είναι το ECOFIN και, βέβαια, όπως είναι το Συμβούλιο Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων, που ασχολείται με ένα αντικείμενο πρώτης προτεραιότητας για όλες τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, υπό τις παρούσες συνθήκες.

Η πέμπτη Ελληνική Προεδρία, έχει και μια άλλη ιδιομορφία, στην οποία αναφέρθηκε, προηγουμένως, ο κ. Αντιπρόεδρος της Βουλής. Είναι μιας περιορισμένης, στην πραγματικότητα, διάρκειας εξαμηνιαία Προεδρία, από πλευράς κοινοβουλευτικής, γιατί, καθώς το εξάμηνο αυτό είναι το προεκλογικό εξάμηνο, καθ’ οδόν προς τις ευρωπαϊκές εκλογές του Μαΐου, οι εργασίες της παρούσας περιόδου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ολοκληρώνονται τον Απρίλιο και άρα ο κοινοβουλευτικά ωφέλιμος χρόνος της Προεδρίας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είναι περιορισμένος.

Περιορισμένος, αλλά εξαιρετικά πυκνός, ακριβώς, επειδή θα διεξάγεται ταυτόχρονα η μεγάλη δημόσια συζήτηση, σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, για την κατάσταση και για το μέλλον της Ευρώπης.
Ήδη, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει διαμορφώσει θεσμικά το πλαίσιο, μέσα στο οποίο θα διεξαχθεί αυτή η προεκλογική αντιπαράθεση, έχει αναδείξει το ρόλο των ευρωπαϊκών πολιτικών κομμάτων, καλεί όλα τα κράτη - μέλη να σεβαστούν και να αναδείξουν το ρόλο των ευρωπαϊκών πολιτικών κομμάτων και βεβαίως είναι πάρα πολύ σημαντικό να αντιληφθούμε, μέσα από αυτή τη διαδικασία, ως χώρα, που έχει και την Προεδρία επιπλέον, πώς διασταυρώνονται οι συσχετισμοί μεταξύ πάγιων εθνικών στρατηγικών και συσχετισμοί ιδεολογικού, πολιτικού και αξιακού χαρακτήρα, που εκφράζονται μέσα από τα ευρωπαϊκά ή τα εθνικά πολιτικά κόμματα.

Στην πραγματικότητα, το εξάμηνο αυτό είναι μια πρόκληση και για μας, διότι πρέπει να διασφαλίσουμε τις προϋποθέσεις, θεσμικές και πολιτικές, ενός ουσιαστικού διαλόγου στο εσωτερικό κάθε κράτους - μέλους, αλλά και σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, όσον αφορά την ευρωπαϊκή κοινωνία των πολιτών για το μέλλον της Ευρώπης.

Η Προεδρία μας διαδέχεται τη Λιθουανική Προεδρία, η οποία έδωσε πολύ μεγάλη έμφαση στην ανατολική εταιρική σχέση, για προφανείς γεωγραφικούς και ιστορικούς λόγους και θα ακολουθηθεί από την Ιταλική Προεδρία, με την οποία έχουμε συντονιστεί σε όλα τα επίπεδα. Στο επίπεδο του Πρωθυπουργού και στο επίπεδο της Υπουργού Εξωτερικών και του Υπουργού Ευρωπαϊκών Υποθέσεων και στο επίπεδο των Προέδρων των Κοινοβουλίων, προκειμένου να διαμορφώσουμε ένα ευρωπαϊκό έτος, μέσω των διαδοχικών Προεδριών της Ελλάδας και της Ιταλίας, ένα μεσογειακό έτος, που θα δώσει έμφαση σε ορισμένες προτεραιότητες, οι οποίες στην πραγματικότητα αναδεικνύουν, όχι έναν χώρο, αλλά μια έννοια.

Γιατί, ο ευρωπαϊκός νότος δεν είναι μια γεωγραφική έννοια, είναι στην πραγματικότητα μια πολιτική έννοια. Μπορεί, κατ' εξοχήν, να μετέχουν οι νότιες χώρες της Ε.Ε. και ιδίως οι μεσογειακές παράκτιες χώρες, αλλά σ' αυτή την αντίληψη, που μπορεί να είναι μια αντίληψη διαφορετική, εναλλακτική, για το μέλλον της Ευρώπης, σ' αυτό που λέγεται Ευρωπαϊκός Νότος, μετέχουν και χώρες γεωγραφικά εκτός νότου, που έχουν υποστεί τη δύσκολη εμπειρία της κρίσης, πολιτικές δυνάμεις, οι οποίες θέλουν να στρατευθούν με την προσέγγιση αυτή και διανοητικές δυνάμεις, που παίζουν πάντα πολύ σημαντικό ρόλο - θα έπρεπε να παίζουν πάντα - στη συζήτηση για το μέλλον της Ευρώπης.

Η Ελληνική Προεδρία εγκαθιστά στην Προεδρία τη χώρα, που είναι ταυτισμένη με την κρίση, το εργαστήριο της κρίσης, τη χώρα, που έχει υποστεί τις πιο δραματικές συνέπειες. Άρα, στην πραγματικότητα η ελληνική εμπειρία είναι αυτή, που αναδεικνύει το πεπερασμένο πλαίσιο, μέσα στο οποίο κινείται η Ε.Ε. και η Ευρωζώνη, που έχουν κατασκευαστεί θεσμικά, ως αποτέλεσμα ενός διαδοχικού πολιτικού βολονταρισμού, γιατί όλα τα μεγάλα βήματα προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, στην πραγματικότητα, ήταν μεγάλες πολιτικές αποφάσεις, χωρίς πάντα να υπάρχει η αναγκαία οικονομική προετοιμασία και η αναγκαία κοινωνική αφομοίωση. Αλλά φάνηκε ότι όλη αυτή η προετοιμασία αφορούσε φυσιολογικές συνθήκες θερμοκρασίας και πιέσεως. Δεν υπήρχε πρόβλεψη για μια Ευρώπη της κρίσης, δεν υπήρχαν μηχανισμοί πραγματικής προειδοποίησης και έγκαιρης παρέμβασης και αυτό, βέβαια, είχε ως αποτέλεσμα να προκληθεί μια βαθιά θεσμική κρίση, κυρίως στο επίπεδο της ζώνης του ευρώ, με την υποδοχή και την εγκατάσταση στην καρδιά της Ευρώπης, που είναι η Ευρωζώνη, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, με τη συμμετοχή του οποίου συγκροτήθηκε αυτή η μη προβλεπόμενη στις συνθήκες έννοια της Τρόικας, δεν εγκαταστάθηκε στην καρδιά της Ευρωζώνης επειδή το θέλησε η Ελλάδα ή για την Ελλάδα. Εγκαταστάθηκε επειδή κυβερνήσεις μεγάλων και ισχυρών χωρών της Ευρωζώνης, και ιδίως η γερμανική κυβέρνηση, ήθελε να εκδηλώσει, και πολιτικά και θεσμικά, τη βαθιά της απαρέσκεια και δυσπιστία προς το ρόλο και τις ικανότητες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Στην πραγματικότητα η διαμόρφωση αυτού του σχήματος μας φέρνει αντιμέτωπους με πολύ μεγαλύτερα προβλήματα στρατηγικού χαρακτήρα ευρείας κλίμακας, μας φέρνει αντιμέτωπους με το ζήτημα του ευρω-ατλαντικού οικονομικού χώρου, με τον τρόπο με τον οποίο ρυθμίζονται οι σχέσεις Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Γιατί, αν θέλαμε να κάνουμε μια σύγκριση θεσμική και ιστορική ταυτόχρονα, έναν παραλληλισμό, θα έπρεπε να σκεφτούμε πως όπως το ΝΑΤΟ υπάρχει στην Ευρώπη, μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ως βασικός πυλώνας της ευρωπαϊκής πολιτικής ασφάλειας και άμυνας, έτσι, με έναν παράδοξο τρόπο, εκ του πλαγίου, λόγω της κρίσης, το ΔΝΤ καλείται τα τελευταία χρόνια να διασφαλίσει τη νομισματική και οικονομική ασφάλεια της Ε.Ε., με ό,τι αυτό σημαίνει για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούμε μέσα στην Ευρωζώνη και για τον τρόπο με τον οποίο η Ευρωζώνη και η Ε.Ε. πρέπει να σκεφθούν το μέλλον τους.

Το μέλλον μιας ηπείρου, η οποία δεν έχει συγκροτηθεί, ούτε πολιτικά ούτε οικονομικά, με πλήρη και ολοκληρωμένο τρόπο. Γιατί η Ευρώπη εξακολουθεί να είναι πολύ μεγαλύτερη ως ήπειρος από την Ε.Ε.. Ο βαθμός της νομισματικής ολοκλήρωσης είναι πολύ πιο υψηλός από το βαθμό της νομισματικής και πολιτικής ολοκλήρωσης. Η Ευρώπη γηράσκει. Η Ευρώπη ως οικονομική δύναμη διατηρεί συγκριτικά πλεονεκτήματα και είναι πάντα η γηραιά ήπειρος και έχει μια αυτοσυνειδησία πως είναι το κέντρο των εξελίξεων σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά δεν είναι έτσι. Υπάρχουν νέοι παίκτες, νέοι συσχετισμοί, νέες αγορές. Υπάρχουν φαινόμενα τα οποία δεν μπορεί να τα αφομοιώσει η Ε.Ε., η οποία σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό διακατέχεται από μια εσωτερική αντίφαση, που την βλέπουμε αλλά δεν την ομολογούμε.

Ότι τα εσωτερικά σύνορα πέφτουν, διαμορφώνεται μια ενιαία αγορά, αλλά αυτή η αγορά υψώνει πάρα πολλά τείχη σε σχέση με άλλες οικονομικές οντότητες σε παγκόσμιο επίπεδο. Άρα, έννοιες, οι οποίες είναι εξαιρετικά εχθρικές προς το εγχείρημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης στο εσωτερικό της Ε.Ε., λειτουργούν στις εξωτερικές σχέσεις της Ε.Ε. σε οικονομικό και εμπορικό επίπεδο. Αλλά, παρόλα αυτά, η Ε.Ε., παρότι διαθέτει μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας, δεν απέκτησε το διεθνή ρόλο που δικαιούται ή που ιστορικά οφείλει να διαδραματίσει σε περιοχές οι οποίες είναι ευρωπαϊκές ή πάρα πολύ κοντά στην Ευρώπη, όπως είχαμε την ευκαιρία τα τελευταία είκοσι χρόνια να ζήσουμε στην περιοχή μας, στα Βαλκάνια, στη Μεσόγειο, στη Μέση Ανατολή, στον αραβικό κόσμο.

Άρα, έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία να μιλήσουμε, αυτό το εξάμηνο της Ελληνικής Προεδρίας, σε όλα τα όργανα, σε όλα τα fora, με ευθύ τρόπο, θέτοντας το πολιτικό ζήτημα της Ε.Ε.. Άρα, το μεγάλο στοίχημα και της Ελληνικής Προεδρίας, στο βαθμό που μας πέφτει λόγος, είναι να διασφαλίσουμε τους όρους επαναπολιτικοποίησης αυτής της συζήτησης, η οποία διεξάγεται με δήθεν τεχνοκρατικό τρόπο χρόνια τώρα στην Ε.Ε. και αυτό «στεγνώνει» τη σκέψη, η οποία γίνεται μονοδιάστατη.

Θα μου επιτρέψετε να πω, υπό την ιδιότητά μου του Προέδρου του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και του Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης και όχι του Υπουργού των Εξωτερικών, ότι αυτό που λέω - το είπα και στην Ολομέλεια προχθές - ότι αυτά τα δύσκολα χρόνια της κρίσης και της διαπραγμάτευσης έχουμε απέναντί μας μια συντηρητική πολιτικά Ευρώπη, στην οποία κυριαρχεί ένα πολύ συγκεκριμένο στερεότυπο οικονομικής σκέψης, αληθεύει απολύτως.

Και αυτό το υφίστανται όλες οι χώρες, ακόμα και χώρες που έχουν κυβερνήσεις και κοινοβούλια που πιστεύουν σε εθνικό επίπεδο σε αυτές τις αντιλήψεις. Έχει, λοιπόν, πολύ μεγάλη σημασία να αξιοποιήσουμε αυτή την ευκαιρία, για να προβάλλουμε ξανά την ανάγκη της θεσμικής ισοτιμίας, μιας πραγματικής αλληλεγγύης, που σημαίνει αναδιανομή. Άρα, την ανάγκη να συζητήσουμε με διαφορετικούς όρους για τον κοινοτικό προϋπολογισμό, στην πραγματικότητα και για μηχανισμούς αναδιανομής που ξεπερνούν τα συνήθη όρια των διαρθρωτικών ταμείων της Ε.Ε..

Και φυσικά, είναι μια ευκαιρία να διαγνώσουμε τους νέους συσχετισμούς. Νέοι συσχετισμοί δεν είναι εύκολο να διαμορφωθούν στην Ε.Ε. για δύο λόγους. Ο ένας λόγος είναι γιατί υπάρχουν εθνικές στρατηγικές, που υπηρετούνται από τις κυβερνήσεις κάθε χώρας – μέλους ανεξαρτήτως της πολιτικής ταυτότητας της κυβέρνησης. Ο δεύτερος λόγος είναι επειδή, τελικά, οι εκλογικοί κύκλοι στην Ε.Ε. είναι έτσι διαμορφωμένοι, ώστε πάντα να υπάρχουν εκλογικές εκκρεμότητες, εναλλαγές και πάντα να υπάρχει ένας μεγάλος κυλιόμενος συνασπισμός. Δεν υπάρχουν καθαρές τοποθετήσεις και καθαρά μέτωπα, ούτε καν μέσα στο παραδοσιακό πολιτικό φάσμα μεταξύ των δύο μεγάλων πολιτικών οικογενειών, του Λαϊκού Κόμματος και του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος, των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών και Δημοκρατών.

Αυτό, λοιπόν, είναι το πλαίσιο το οποίο θα μας επιτρέψει να δώσουμε και μια απάντηση, όταν η χώρα μας αδικείται επικοινωνιακά, όπως συμβαίνει τις τελευταίες μέρες. Γιατί πάλι έχει ανοίξει μια άδικη συζήτηση, μια συζήτηση που υποτιμά τις θυσίες του ελληνικού λαού, μια συζήτηση που κάνει πως αγνοεί τα δημοσιονομικά επιτεύγματα και, όπως είχα την ευκαιρία να πω και προχθές, μιλώντας στο Ελληνογερμανικό Επιμελητήριο, εμείς δεν ζητάμε μια πολιτική διαπραγμάτευση.

Ζητάμε έγκυρους πολιτικούς συνομιλητές για να κάνουμε μια οικονομική διαπραγμάτευση. Αλλά μια οικονομική διαπραγμάτευση, δηλαδή μια διαπραγμάτευση που καταλαβαίνει τα πραγματικά δεδομένα, τη δυναμική των αριθμών και αυτό δίνει απάντηση στην αλληλουχία των εννοιών, που είναι η βιωσιμότητα του χρέους, το δημοσιονομικό κενό και το χρηματοδοτικό κενό, προκειμένου να δώσουμε νόημα σε μια συζήτηση, που τώρα απλώς υπονομεύει τις προσπάθειές μας για ανάκαμψη της πραγματικής οικονομίας. Επειδή, όμως, αυτή η συζήτηση δεν έχει πραγματικό βάθος, αισιοδοξώ ότι θα τελειώσει γρήγορα, γιατί όλοι θα καταλάβουν αυτό που λέμε, το οποίο είναι τόσο προφανές.

Τεχνικά, επειδή έχουμε την εμπειρία τεσσάρων προηγουμένων προεδριών και επειδή η Ελλάδα δεν πρέπει να δώσει σε κανέναν την ευκαιρία να κατηγορηθεί ότι δεν έχει αντιληφθεί τι έχει αλλάξει μετά την κρίση, θα είναι μια προεδρία λιτή, λειτουργική και όσο γίνεται περισσότερο αποτελεσματική. Οι δράσεις θα είναι εστιασμένες, φυσικά, στις θεσμικές έδρες των οργάνων της Ε.Ε., δηλαδή στις Βρυξέλλες, στο Στρασβούργο, στο Λουξεμβούργο και στην Αθήνα, με πολύ λίγα πράγματα να διεξάγονται εκτός Αθηνών, κυρίως στο Ζάππειο, που θα είναι το κέντρο αναφοράς της προεδρίας.

Προσπαθούμε να ελαχιστοποιήσουμε το κόστος, τηρώντας όλους τους κανόνες διαφάνειας, χωρίς πρόσθετο προσωπικό, παρά ελάχιστο. Θα αξιοποιήσουμε το υπάρχον δυναμικό και τους νέους ακολούθους του Υπουργείου Εξωτερικών και συνδέσμους με άλλα Υπουργεία. Θα αξιοποιήσουμε εθελοντές. Θα αξιοποιήσουμε χορηγίες θεσμικών χορηγών, που είναι λογικό να καλύψουν ορισμένες ανάγκες της Ελληνικής Προεδρίας.

Η πολιτιστική διάσταση της προεδρίας έχει πάντα μια σημασία και στη χώρα υποδοχής, αλλά και στις Βρυξέλλες και στο Στρασβούργο και στη Ρώμη, που θα είναι η διάδοχη προεδρία, με τρόπο όμως πολύ αυστηρά επιλεγμένο. Και βεβαίως, η επικοινωνιακή διαχείριση θα γίνει έτσι ώστε να προβάλλεται η πολιτική διάσταση της προεδρίας με τη συνεργασία του Υπουργείου Εξωτερικών και της Γενικής Γραμματείας Επικοινωνίας, η οποία συμπράττει μαζί μας από την άποψη αυτή.

Έρχομαι τώρα στο ουσιώδες, που είναι οι γενικές πολιτικές προτεραιότητες της Προεδρίας, όπως αποφάσισε το Υπουργικό Συμβούλιο και όπως τις παρουσιάζουμε στους θεσμικούς συνομιλητές μας στην Ε.Ε. Οι προτεραιότητες, σε πάρα πολύ μεγάλο ποσοστό είναι βεβαίως προτεραιότητες αναγκαστικές. Διότι, υπάρχει μια ροή στην ημερήσια διάταξη των οργάνων της Ε.Ε. και ιδίως του Συμβουλίου. Αλλά, πάντα υπάρχει το περιθώριο της Προεδρίας, να χρωματίζει την ημερήσια διάταξη και τις προτεραιότητες της Ε.Ε.

Ο πρώτος άξονας λοιπόν είναι ο προφανής, είναι η ανάγκη η Ευρώπη να υπερβεί την κρίση, να ξανασκεφτεί γύρω από την ανταγωνιστικότητα της και το μοντέλο ανάπτυξής της. Πρέπει να ξαναμιλήσουμε όμως, και για το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Κράτος, πρέπει να ξαναμιλήσουμε για μια Ευρώπη που να μπορεί να αντισταθεί στις  πιέσεις, του διεθνούς ανταγωνισμού μέσα από την καινοτομία και το πάρα πολύ ισχυρό διανοητικό κεφάλαιο, που διαθέτει.

Άρα, ο πρώτος άξονας είναι ανάπτυξη-απασχόληση και κοινωνική συνοχή. Αυτό σημαίνει ότι, θα επιδιώξουμε να προωθήσουμε εκείνα τα κοινοτικά κείμενα και εκείνες τις κοινοτικές πρωτοβουλίες, που συνδέονται και με τις δικές μας, εθνικές ανάγκες. Το μεγάλο πρόβλημα είναι η ρευστότητα, πιστώσεις προς τις επιχειρήσεις, επενδύσεις διάχυτες, κυρίως από το μεγάλο όγκο των μικρών και μεσαίων ελληνικών επιχειρήσεων. Αυτό είχαμε την ευκαιρία, να το συζητήσουμε σήμερα το πρωί με τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, τον κύριο Hoyer και το επιτελείο του, με τους οποίους συναντηθήκαμε στο Υπουργείο Εξωτερικών.

Πρέπει στην πραγματικότητα, να αποφύγουμε ένα νέο κίνδυνο ο οποίος έχει αναφανεί στην Ε.Ε. και τη διεθνή συζήτηση, που είναι αυτή η περιβόητη έκφραση creditless and jobless growth δηλαδή μια παρθενογένεση, όπου μπορεί να έχουμε ανάπτυξη χωρίς πιστώσεις και χωρίς θέσεις εργασίας. Δεν γίνεται αυτό αλλά, το πρόβλημα των πιστώσεων είναι πρόβλημα κόστους του χρήματος, είναι πρόβλημα επιτοκίων, είναι πρόβλημα στην πραγματικότητα, που συνδέεται με τον δεύτερο άξονα για τον οποίο θα μιλήσουμε, της οικονομικής διακυβέρνησης της Ευρωζώνης και της Ε.Ε.

Είναι πρόβλημα το οποίο συνδέεται στην πραγματικότητα, με νέους θεσμούς, μη τραπεζικούς, οι οποίοι θα ρίξουν το μέσο κόστος του χρήματος, και θα προσθέσουν διαθέσιμα κονδύλια για να γίνει αυτό. Αλλά, μέσω της ανάπτυξης μόνο, δεν πρόκειται να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της ανεργίας. Σε καμία χώρα της Ευρώπης. Iδίως στην Ελλάδα όπου απαιτούνται πρόσθετες παρεμβάσεις. Παρεμβάσεις δηλαδή, πέραν της φυσιολογικής λειτουργίας της οικονομίας, ακόμη και αν αυτή σταθεροποιηθεί σε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, από ένα σημείο και μετά. Πέραν του 2,5%, σύμφωνα με την μελέτη που διέπει το ελληνικό πρόγραμμα.

Άρα, τα προγράμματα ανάσχεσης της ανεργίας, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, ο τρόπος με τον οποίο θα χρησιμοποιήσουμε τα κοινοτικά κονδύλια, το ΕΣΠΑ της νέας περιόδου, έχουν πολύ μεγάλη σημασία. Όλα αυτά, προσκρούουν πολύ συχνά σε γραφειοκρατικά εμπόδια. Και έχει σημασία να μπορείς ως Προεδρία, μέσω των διαφόρων συνθέσεων του Συμβουλίου και των επαφών με την Επιτροπή, να υπερβαίνεις τα εμπόδια αυτά.

Και βέβαια, το κορυφαίο θέμα είναι η ανεργία των νέων και οι πρωτοβουλίες, γύρω από τις οποίες κινήθηκε η χθεσινή Συνάντηση Κορυφής στο Παρίσι. Μόνο που τα κονδύλια, είναι πάρα πολύ λίγα και στην πραγματικότητα και τα έχουμε ανάγκη εδώ στην Ελλάδα. Άρα, η διαπραγμάτευση είναι ανοικτή γιατί, χρειάζεται παρέμβαση μεγάλων διαστάσεων. Και εμείς, επιμένουμε στο ζήτημα αυτό και θέλουμε εμπροσθοβαρώς, να αξιοποιήσουμε τους πόρους του ΕΣΠΑ, για να παραχθεί το αποτέλεσμα αυτό.

Ο δεύτερος άξονας, ο οποίος είναι και αυτός αναγκαστικός γιατί τρέχουνε οι διαδικασίες, είναι η ολοκλήρωση και εμβάθυνση της οικονομικής διακυβέρνησης στην Ευρωζώνη και την Ε.Ε.. Το λέω αυτό γιατί, η αρμοδιότητα σε πολύ μεγάλο βαθμό για τα θέματα αυτά, είναι του ECOFIN ή ενδεχομένως και διακυβερνητικού χαρακτήρα όταν λειτουργούν οι χώρες μέλη της Ευρωζώνης από μόνες τους. Το μεγάλο θέμα είναι η Τραπεζική Ένωση. Ήδη έχει γίνει ένα πολύ σημαντικό βήμα σε σχέση με τον ενιαίο μηχανισμό εποπτείας σε σχέση με τις 125 μεγάλες συστημικές τράπεζες, της Ε.Ε. μεταξύ των οποίων και οι 4 ελληνικές συστημικές τράπεζες.

Αλλά, αυτό δεν είναι αρκεί. Ο μηχανισμός εποπτείας από μόνος του δεν σημαίνει τίποτα. Χρειάζεται και μηχανισμός στην πραγματικότητα, αντιμετώπισης των προβλημάτων λειτουργίας των τραπεζών για το resolution, την εκκαθάριση, όπου χρειάζεται και την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, αλλά και αυτό δεν αρκεί. Και δεν αρκεί να έχει τη μορφή Οδηγίας, δηλαδή το κάθε κράτος με ενιαίο τρόπο να εφαρμόζει τους ίδιους κανόνες, αλλά όχι με κοινοτική χρηματοδότηση ή μέσω κοινοτικού μηχανισμού.

Και φυσικά αυτό, κατ’ εξοχήν αφορά τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Προστασίας των Εγγυήσεων που είναι κάτι διαφορετικό από την Οδηγία για την Προστασία των Εγγυήσεων. Η Οδηγία για την εγγύηση των καταθέσεων είναι μια Οδηγία, η οποία τελικά επιβάλει σε κάθε κράτος μέλος να εφαρμόσει τους δικούς τους μηχανισμούς και να τους χρηματοδοτήσει. Εμείς, θέλουμε κάτι τελείως διαφορετικό.

Ο Mario Mondi, είχε θέσει το ζήτημα του Ενιαίου Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Εγγύησης Καταθέσεων ως προϋπόθεση για την Τραπεζική Ένωση, χωρίς να λειτουργεί ένα αντίστροφο dumping στην Ευρωζώνη, εις βάρος των χωρών σε κρίση, οι οποίες προσφέρουν μεγάλα επιτόκια, αλλά όχι την ασφάλεια που προσφέρουν άλλα τραπεζικά συστήματα. Και μετά την εμπειρία της Κύπρου, ο καθένας δίνει πάρα πολύ μεγάλη σημασία, στην παράμετρο της εγγύησης των καταθέσεων.

Έχει λοιπόν, πάρα πολύ μεγάλη σημασία εμείς να προωθήσουμε αυτές τις αντιλήψεις. Δηλαδή, τον Eνιαίο Mηχανισμό και για την Eκκαθάριση και Aνακεφαλαιοποίηση. Πάντως, εμείς θέλουμε το ESM να λάβει το βάρος ή δυνατόν και αναδρομικά, της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών. Κανείς δεν είναι πρόθυμος, να το δεχτεί αυτό εύκολα διότι, αυτό θα ελάφρυνε και το δημόσιο χρέος πάρα πολύ. Και βεβαίως, ο μηχανισμός εγγυήσεων σε μια ενιαία αγορά πρέπει να λειτουργεί πανευρωπαϊκά.

Αυτό λοιπόν, είναι μια πολύ μεγάλη συζήτηση, η οποία δεν μπορεί να αρκείται μόνο, στην προώθηση των δύο Οδηγιών. Ο τρίτος άξονας, είναι αυτός που συνδέεται με το πολύ οξύ πρόβλημα της προστασίας των θαλασσίων συνόρων και των χερσαίων. Mε την κινητικότητα, την διαχείριση των μεταναστευτικών ροών, με τις πρωτοβουλίες που αναλαμβάνουν οι Μεσογειακές Χώρες, με την τελευταία κοινή πρωτοβουλία Ελλάδας-Μάλτας-Ιταλίας, που την προσυπέγραψαν τελικά 9 χώρες στο τελευταίο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και που είναι ένα πολύ μεγάλο ανοικτό ζήτημα για μας.

Πρέπει να διατεθούν κονδύλια, πρέπει να προλαμβάνονται οι ανθρωπιστικές κρίσεις τραγικού χαρακτήρα, όπως αυτή στη Lampedusa ή στη Σικελία. Άρα, χρειάζεται πολύ μεγάλη επεξεργασία και συνεργασία με τις χώρες προέλευσης. Bεβαίως όλα αυτά πρέπει να γίνονται στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου. Πρέπει να γίνονται με σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα.

Και είναι μια πολύ μεγάλη και απαιτητική ιστορία καθημερινά, να έχεις αποτέλεσμα στην προστασία των συνόρων σου και σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του διεθνούς δικαίου.
Η τέταρτη προτεραιότητα είναι η οριζόντια προτεραιότητα της ολοκληρωμένης θαλάσσιας πολιτικής. Για μια χώρα όπως η Ελλάδα αυτό είναι σχεδόν αυτονόητο, αλλά είχε προηγηθεί η Κυπριακή Προεδρία, η οποία είχε καταλήξει στη λεγόμενη Διακήρυξη της Λεμεσού για τη θαλάσσια πολιτική. Υπάρχει και άλλη συμπληρωματική Kυπριακή πρωτοβουλία μαζί με την Ισπανία να ανασυγκροτηθεί το Olive Group, η Ομάδα της Ελιάς των μεσογειακών χωρών της Ε.Ε. Η οριζόντια θαλάσσια πολιτική ενώνει τα πάντα, την ασφάλεια των θαλασσίων συνόρων, τη γαλάζια ανάπτυξη, την ενέργεια, την αλιεία, τον τουρισμό, την προστασία του εναλίου αρχαιολογικού πλούτου και τις θαλάσσιες ζώνες.

Φυσικά είμαστε σε συνεργασία με την αρμόδια Επίτροπο την κυρία Δαμανάκη και ήταν πολύ σημαντικό βήμα η παρουσίαση μελέτης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τα οικονομικά οφέλη που θα έχουν οι χώρες μέλη της Ε.Ε. εάν εφαρμόσουν τη Σύμβαση του ΟΗΕ για το δίκαιο της θάλασσας στη Μεσόγειο. Κάτι που ιστορικά έχει πολύ μεγάλη σημασία διότι όταν προετοιμαζόταν η Σύμβαση, αυτή του Montego Bay, στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και αρχές της δεκαετίας του ’80, υπήρχαν πολλές συζητήσεις για το ρόλο της Μεσογείου και έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία να γίνει κοινή πεποίθηση ότι η διακήρυξη και οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών στη Μεσόγειο προσφέρει μια προστιθέμενη αξία οικονομική πέρα από την πολιτική. Αυτό είναι συνδεδεμένο και με άλλες πρωτοβουλίες που έχουμε όπως να ανακηρυχθεί ως μεγάλη περιφέρεια της Ε.Ε. η περιοχή Αδριατικής – Ιονίου. Αυτό συνδέεται και με τη διακλάδωση που θέλουμε να προστεθεί στον αγωγό ΤΑΡ, ώστε να καλυφθούν και οι χώρες που είναι στην πλευρά της Αδριατικής.

Η διεύρυνση και τα Δυτικά Βαλκάνια, που ήταν η ατζέντα της Θεσσαλονίκης, δεν είναι άξονας της Προεδρίας, υπό την έννοια ότι έχουν δρομολογηθεί οι εξελίξεις. Η έναρξη της Ελληνικής Προεδρίας θέλουμε να συμπέσει με την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Ε.Ε. και της Σερβίας. Είναι πολύ σημαντικό να αναδεικνύεται ο ελληνικός ρόλος σε σχέση με την ευρω-ατλαντική προοπτική όλων των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων. Αυτό, σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό, συνδέεται με τις ελληνοαλβανικές σχέσεις και τις επαφές που είχαμε, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας προχθές και εγώ πριν από λίγες ημέρες στα Τίρανα. Και θα συναντηθώ και την Παρασκευή εδώ, με τον Αντιπρόεδρο της Αλβανικής Κυβέρνησης που έρχεται να συζητήσουμε σε συνέχεια των όσων συζητήσαμε στα Τίρανα.

Βεβαίως, συνδέεται και με το Μαυροβούνιο που έχει μια πολύ καλή θέση σε αυτή τη διαδικασία και με τα «ανοικτά» προβλήματα, τα οποία υπάρχουν σε σχέση με την πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας και σε σχέση βεβαίως με το Κόσσοβο, αλλά εκεί η προτεραιότητά μας είναι να ολοκληρωθεί η διαδικασία του διαλόγου μεταξύ Βελιγραδίου και Πρίστινας. Να δούμε πώς θα πάνε, και ευχόμαστε να πάνε όσο γίνεται καλύτερα, οι τοπικές εκλογές στο δεύτερο γύρο παρά τις δυσκολίες, να διαφυλαχθεί ο διάλογος για να διαφυλαχθεί συνολικά η ευρω-ατλαντική προοπτική της γειτονιάς μας.

Βέβαια είναι προφανές ότι, από πλευράς εξωτερικών σχέσεων της Ε.Ε., σε σχέση με την Ανατολική γειτονία - που ήταν η προτεραιότητα της Λιθουανικής Προεδρίας και θα είναι και η προτεραιότητα της Λετονικής Προεδρίας που έρχεται μετά την Ιταλική - γι’ αυτό συζητήσαμε με τον Υπουργό Εξωτερικών της Λετονίας που είχε έρθει την προηγούμενη εβδομάδα - δική μας προτεραιότητα είναι η νότια γειτονία η οποία είναι αποδέκτης και του μεγάλου όγκου των σχετικών κονδυλίων. Τα 2/3 προσανατολίζονται προς τη νότια γειτονία και το 1/3 προς την ανατολική γειτονία, ιστορικά. Βεβαίως, εκεί, εμείς έχουμε τις δικές μας προτεραιότητες, αλλά και έναν όγκο προβλημάτων, για τα οποία συζητήσαμε στην τελευταία συνεδρίαση της Επιτροπής Εξωτερικών και Άμυνας. Διότι εκεί πρέπει να μιλήσουμε ξανά για Αίγυπτο, για Συρία, για Λιβύη, για Λίβανο, για Αλγερία, για Τυνησία κλπ. Βεβαίως, εκεί έχουμε τις θέσεις και τις πρωτοβουλίες που γνωρίζετε ιδίως σε σχέση με την Αίγυπτο, στην οποία έχουμε επενδύσει πάρα πολλή δουλειά και μόλις χθες ολοκληρώθηκαν οι πολιτικές διαβουλεύσεις σε επίπεδο πολιτικών διευθυντών και διμερώς, Ελλάδας – Αιγύπτου και, τριμερώς, Ελλάδας – Αιγύπτου – Κύπρου, στο Κάιρο.

Αυτές οι προτεραιότητες είναι οι γενικές προτεραιότητες της Προεδρίας. Είναι προφανές ότι υπάρχουν επιμέρους προτεραιότητες σε κάθε σύνθεση του Συμβουλίου. Μερικές από αυτές είναι πάρα πολύ σημαντικές, όμως φαντάζομαι ότι θα έχουμε την ευκαιρία, ίσως όχι στο επίπεδο της Επιτροπής Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, αλλά στο επίπεδο των επιμέρους Διαρκών Επιτροπών και μέσω των αρμοδίων Υπουργών, να συζητήσουμε για αυτές τις προτεραιότητες.

Εμείς δεν θέλουμε να κάνουμε μια διεκπεραιωτική Προεδρία, η οποία χαίρεται επειδή προώθησε την Ημερήσια Διάταξη της Επιτροπής ή τις προτεραιότητες της Γραμματείας του Συμβουλίου. Βεβαίως, θα επιλύουμε και προβλήματα λειτουργικά και διοικητικά και θα κάνουμε τη δουλειά μας όπως προβλέπουν οι Συνθήκες, αλλά έχουμε σαφείς πολιτικές προτεραιότητες, ευρωπαϊκές όχι εθνικές.

Αλλά το μεγάλο στοίχημα της Ε.Ε. είναι κάποια στιγμή να μπορέσει να ταυτίσει το εθνικό συμφέρον κάθε κράτους μέλους με ένα ενιαίο ευρωπαϊκό συμφέρον, το οποίο δεν είναι εύκολο να συγκροτηθεί και κυρίως δεν είναι εύκολο να προβληθεί προς τις κοινωνίες και τους λαούς της Ε.Ε..

ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ ΤΟ

.