Αθήνα, 12 Μαρτίου 2017

Ευάγγελος Βενιζέλος

Το Brexit ως σημείο εκκίνησης της συζήτησης για το μέλλον της Ευρώπης 60 χρόνια μετά τη Συνθήκη της Ρώμης *

Το Brexit μας έδειξε ότι τίποτα δεν είναι ευθύγραμμο και δεδομένο στην Ιστορία. Τίποτα δεν είναι οριστικό. Στην Ευρώπη κυριαρχεί μια καντιανή αντίληψη. Οι ίδιες οι ιστορικές συνθήκες που δημιούργησαν την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακος και Χάλυβος στην αρχή, την ΕΟΚ στη συνέχεια, ήταν βαθύτατα επηρεασμένες από μια ιστορική εμπειρία, την εμπειρία το Β’ ΠΠ, αλλά και την μνήμη του Α’ ΠΠ, του Μεγάλου Πολέμου. Όλοι είχαν την πεποίθηση ότι διαμορφώνονται συνθήκες «αιώνιας ειρήνης» στην ευρωπαϊκή ήπειρο, και πάντως αυτή η εντύπωση εμπεδώθηκε, δεκαετίες αργότερα,  το 1989-90,  με  την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού.

Η οικονομική κρίση που άρχισε να γίνεται προφανής το 2008 και το Brexit ως θεσμική εξέλιξη, μας έδειξαν ότι πρέπει πάντα να είμαστε πολύ επιφυλακτικοί ως προς το πώς διαμορφώνονται οι σχέσεις συγκυρίας και Ιστορίας στην Ευρώπη, αλλά και σε όλες τις ανθρώπινες εξελίξεις.

Η Δημοκρατία είναι συγκυριακή. Δεν υπάρχει Δημοκρατία του μακρού ιστορικού χρόνου. Η Δημοκρατία είναι πάντα ένα φαινόμενο που εξελίσσεται στον βραχύ ιστορικό χρόνο. Υπάρχει λοιπόν μια αντίφαση. Οι δημοκρατικές αποφάσεις και κυρίως οι δημοψηφισματικές λαμβάνονται συγκυριακά, και αξιολογούνται ιστορικά. Αυτή είναι μια αξεπέραστη αντίφαση.  

Νόμιζε η Ευρωπαϊκή Ένωση ότι έχει απαλλαγεί από αυτή την αντίφαση, αλλά όπως βλέπουμε όλοι είναι αιχμάλωτη της αντίφασης αυτής.

Το Brexit μας έδειξε ότι όλα είναι ανοιχτά: Η κλασσική αντιπαράθεση μεταξύ ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και άρα δοτών αρμοδιοτήτων της Ε.Ε., και εθνικής κυριαρχίας- το κλασσικό ζήτημα. Η αντιπαράθεση μεταξύ ευρωπαϊκής ταυτότητας, που ποτέ δεν έλεγε κάτι ειδικά για το Ηνωμένο Βασίλειο, και εθνικής ταυτότητας συμπεριλαμβανομένης και της εθνικής ταυτότητας η οποία έχει πολύ μεγάλη σημασία ειδικά για το Ηνωμένο Βασίλειο.

Και βέβαια όλα αυτά συνέπεσαν με την οικονομική κρίση, με το προσφυγικό και μεταναστευτικό ζήτημα, με τις ασύμμετρες απειλές της τρομοκρατίας, με την ανάμιξη των πεδίων της εσωτερικής και εξωτερικής ασφάλειας στην Ε.Ε. καθώς τα ζητήματα εξωτερικής ασφάλειας, δηλαδή ασφάλειας εκτός συνόρων, ή στα σύνορα, μεταφέρονται στο εσωτερικό των μεγάλων ευρωπαϊκών πόλεων μέσω της τρομοκρατίας. Το μεγάλο ζήτημα είναι πάντα ποιος προσφέρει τις εγγυήσεις που προσέφερε παλιά το εθνικό κράτος στον πολίτη. Τις προσφέρει το εθνικό κράτος ή τις προσφέρει η Ε.Ε.; Ποιός είναι το τελευταίο καταφύγιο; Ποιός είναι ο χειριστής των κρίσεων; Ποιός έχει το μονοπώλιο της νόμιμης βίας όταν απαιτείται αυτή να ασκηθεί για λόγους ασφάλειας;  Σε όλα αυτά,  στη συνείδηση των πολιτών, ηττάται η Ε.Ε. και η ευρωπαϊκή ιδέα, γιατί ταυτίζεται με όλα τα προβλήματα κι όλα τα αυστηρά μέτρα, την υπερβολική κανονιστικότητα, την υπερρύθμιση, την γραφειοκρατία, την λιτότητα, την αναποτελεσματικότητα, και το εθνικό κράτος τελικά διαφεύγει της κριτικής και είναι αυτό το οποίο  παρεμβαίνει ιδίως στα θέματα ασφάλειας με πιο αποτελεσματικό τρόπο.

Βεβαίως, το Brexit, - εννοώ το δημοψήφισμα, όχι το συντελεσμένο νομικά Brexit-, συνιστά τον χειρότερο δυνατό πρόλογο για ένα έτος, όπως είναι το 2017, που είναι έτος πολύ κρίσιμων εκλογικών αναμετρήσεων, αλλά και εξελίξεων που κρύβονται πίσω από τις εκλογικές αναμετρήσεις σε άλλες χώρες. Όλοι περιμένουμε κάτι σημαντικό στη Γαλλία, αλλά αυτό μπορεί να προκύψει πχ  στην Ολλανδία, σε σχέση ακόμη και με το ευρώ. Όλοι περιμένουμε κάτι πολύ σημαντικό στην Γερμανία,  αυτό μπορεί να προκύψει στην Φινλανδία, εκεί που δεν το περιμένει κανείς.

Μπορεί δύο μεσαίες χώρες όπως είναι η Ολλανδία και η Φινλανδία να θέσουν ζητήματα ενότητος, όχι της Ένωσης, ακόμη και της ευρωζώνης πριν ολοκληρωθούν οι εκλογικοί κύκλοι του 2017. Άρα είναι πάρα πολύ κακός οιωνός από την άποψη αυτή μια συζήτηση περί του μέλλοντος της Ευρώπης, που έχει ως σημείο εκκίνησης  το Brexit, χωρίς να έχουμε συνείδηση όλων των προβλημάτων και όλων των κινδύνων.

Προσωπικά δεν πιστεύω ότι είναι μοιραία η διαλυτική κατάληξη κι ότι απλώς περιμένουμε να συμπληρωθεί ο χρόνος μέσα στην οποίο θα καταρρεύσει το ευρωπαϊκό οικοδόμημα το οποίο έχει «αυτοκρατορικά» χαρακτηριστικά. Η  αυτοκρατορία είναι ιστορικά  μία οντότητα η οποία είναι  επιβλητική και μεγάλη, αλλά μοιραία. Έχει κάτι το θανατηφόρο μέσα της.  Αυτό συνέβη με όλες τις αυτοκρατορίες, από τη Ρωμαϊκή μέχρι τη Βρετανική και από την Οθωμανική μέχρι την «αυτοκρατορία της Ευρωπαϊκής Ένωσης»- αυτός είναι ένας όρος που όπως ξέρετε χρησιμοποιείται στη συζήτηση για το τι είναι η ΕΕ, υπάρχει μια ολόκληρη σχολή που υποστηρίζει πως θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «αυτοκρατορία» η ΕΕ, είναι μια έννοια που χρησιμοποίησε ο Μ. Μπαρόζο λίγο πριν αποχωρήσει από τη θέση του ως Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Τα πράγματα δεν θεωρώ ότι είναι ούτε οριστικά απαισιόδοξα και ηττοπαθή, αλλά ούτε επιτρέπεται να είναι κανείς επαναπαυμένος σε μια υπηρεσιακού χαρακτήρα αισιοδοξία, και να νομίζει ότι υπάρχουν πάντα business us usual και θα τα αντιμετωπίσουμε όλα αυτά με τον συνήθη τρόπο των διακυβερνητικών διευθετήσεων  στο επίπεδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, όπως λίγο ή πολύ γίνεται ώς τώρα. 

Από την άλλη μεριά δεν πρέπει να υποτιμάμε και την ιδιομορφία του Ηνωμένου Βασιλείου. Προσέξτε ποια χώρα είναι αυτή η οποία αποφάσισε να αποχωρήσει χρησιμοποιώντας το άρθρο 50 της Συνθήκης για την ΕΕ. Μία χώρα όπως είναι το Ηνωμένο Βασίλειο το οποίο είναι καθαρός πληρωτής στις οικονομικές δοσοληψίες με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό είναι ένα πολύ μεγάλο ζήτημα πάντα στην βρετανική πολιτική συζήτηση, και άλλων χωρών βεβαίως αλλά καταλαβαίνετε πόσο σημαντικό είναι για τους βρετανούς το ζήτημα αυτό. Έχει αυτοκρατορικές αναμνήσεις,  από μια αυτοκρατορία που έχασε αλλά και  από μια επιρροή που διατηρεί στην Κοινοπολιτεία. Θεωρεί ότι λειτουργεί στο πλαίσιο μια προνομιακής βρετανοαμερικανικής σχέσης υπό συνθήκες που θέτουν σε αμφισβήτηση την ευρωαμερικανική σχέση που είχε εδραιωθεί από το 1916, από τότε που ο Πρόεδρος Ουίλσον αποφάσισε να βάλει τις Ηνωμένες Πολιτείες στο Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, γιατί από τότε το πρόβλημα της ευρωπαϊκής ασφάλειας είναι και αμερικανικό πρόβλημα.

Έναν αιώνα αργότερα, το πρόβλημα της ευρωπαϊκής ασφάλειας δεν είναι αυτονοήτως και αμερικανικό για τη νέα αμερικανική διοίκηση. Αλλά, η Βρετανία είναι πάντα η Μητρόπολη σε σχέση με την αποικία και είναι η «σκεπτομένη κεφαλή» της αμερικανικής πολιτικής σε όλα τα μεγάλα θέματα. Και στην ευρωπαϊκή πολιτική και στη μεσανατολική και αραβική πολιτική και στο Κυπριακό, σε όλα τα θέματα κάθε κλίμακας. Το ΗΒ  είναι μια χώρα που δεν μετέχει στην Ευρωζώνη, δεν έχει προβλήματα νομισματικής αλλαγής. Είναι μια χώρα που είχε κατακτήσει στη Συνθήκη της Λισαβόνα την βρετανική εξαίρεση. Θα μου πείτε και η Δανία είχε ρήτρα εξαίρεσης, αλλά η Βρετανία την είχε και την ένιωθε  και την διεκδικεί και την ολοκληρώνει.

Το Ηνωμένο Βασίλειο δεν μετέχει στη Συνθήκη του Σέγκεν. Παρ΄ όλα αυτά αντιδρά στο μεταναστευτικό και στο προσφυγικό ωσάν να μετείχε στη Συνθήκη του Σέγκεν. Έχει, βεβαίως, διασυνοριακές συμφωνίες με την Γαλλία και την Ιρλανδία. Υπάρχουν, όμως, και άλλες ιδιορρυθμίες οι οποίες είναι πολύ σημαντικές. Είναι μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας.  Είναι πυρηνική δύναμη  που συνεισφέρει στην πυρηνική δύναμη του ΝΑΤΟ. Το λέω αυτό, διότι, η Γαλλία, παρ΄ό,τι επανήλθε στο στρατιωτικό σκέλος μετά την ντεγκολική αποχώρηση δεν επανήλθε ποτέ στον πυρηνικό σχεδιασμό του ΝΑΤΟ .

Το Ηνωμένο Βασίλειο είναι το διεθνές χρηματοπιστωτικό κέντρο, δεν φοβάται αν απολέσει την κοινοτική του ιδιότητα, διότι, ήταν , είναι και θα είναι, ανεξαρτήτως των πειραματισμών που έκαναν οι ηπειρωτικές χώρες, ο πιο  χαρακτηριστικός , στον οποίο έχουμε συμπράξαμε και εμείς, είναι ο financial transaction tax, όπου πιστεύαμε ότι μπορεί να λύσουμε προβλήματα αναδιανομής, και βρέθηκαν να δηλώνουν προθυμία συμμετοχής μόνο ένδεκα από τις είκοσι οκτώ χώρες. Ούτε το αγγλικό δίκαιο θα πάψει να διέπει τα άπειρα ομόλογα τα οποία είναι όλα αγγλικού δικαίου, γιατί  το αγγλικό δίκαιο και το δίκαιο της Νέας Υόρκης διέπουν  το μεγάλο  όγκο  ομολόγων, ούτε θα χάσει την αίγλη του το  common law και ο Άγγλος δικαστής ή οι αγγλικές διαιτησίες. Προσέξτε, είναι το λίκνο της αγγλικής γλώσσας επίσης το Ηνωμένο Βασίλειο, που είναι η  lingua franca. Δεν  ανήκε στον ιδρυτικό  πυρήνα των κρατών μελών της Ένωσης, άρα, δεν έχει τέτοιου είδους ευαισθησίες και έχει να αντιμετωπίσει οξύ εσωτερικό πρόβλημα ευρωσκεπτικισμού και εθνικολαϊκισμού βρετανικής υφής, δηλαδή με μια arrogance και μια φινέτσα που διαπερνά και τα δύο κόμματα. Για αυτό και δεν υπήρχε σοβαρή υποστήριξη για το Remain. Δεν υπήρχε σοβαρή πολιτική υποστήριξη. Σοβαρή  υποστήριξη υπήρξε  από την κοινωνία των πολιτών. Από μαχόμενους δημοσιογράφους ή παλαιούς πολιτικούς, όπως ο πρώην Πρωθυπουργός Γκόρντον Μπράουν ο οποίος ήταν το βαρύ πυροβολικό της υποστήριξης και βέβαια υπάρχει  η σκωτσέζικη παράμετρος η οποία είναι και αυτή στο τραπέζι και πρέπει να μας απασχολήσει.

Τι συνέβη; Στην πραγματικότητα δεν έγινε καμία σοβαρή συζήτηση για την συμφωνία που επιτεύχθηκε στις 19 Φεβρουαρίου του 2016 στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 19 Φεβρουαρίου 2016 προσέφερε στον Νταίηβιντ Κάμερον μια λύση, μια πλατφόρμα. Πολύ γενναιόδωρη. Μια κολοσσιαία βρετανική εξαίρεση. Παραιτήθηκε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο από τη δυναμική της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Παραιτήθηκε από την έννοια της ever closer union. Δέχθηκε να υποτάξει την δυναμική της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης στο βρετανικό βέτο. Του έλυσε προβλήματα τα οποία αφορούσαν την ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων, γιατί αυτό τον απασχολούσε. Τα κοινωνικά επιδόματα, τα οποία στην πράξη δεν είχαν καμία  ιδιαίτερη σημασία ,αλλά ο συμβολισμός ήταν τεράστιος στη βρετανική κοινή γνώμη. Και, βέβαια, του έκανε και πολύ μεγάλη έκπτωση στις οικονομικές δοσοληψίες ως καθαρό πληρωτή. Παρ΄όλα αυτά δεν έγινε δεκτή η πρόταση. Δεν έγινε δεκτή διότι παίχτηκε κι ένα πολύ μεγάλο παιχνίδι εσωτερικής πολιτικής στο Brexit. Εκκαθαρίστηκαν λογαριασμοί στο κυβερνών κόμμα, εκκαθαρίστηκαν λογαριασμοί στην αξιωματική αντιπολίτευση και βέβαια ανεφάνησαν οι αντιφάσεις μιας χώρας πολύπλοκης. Άλλο το Λονδίνο, άλλο η υπόλοιπη Αγγλία. Άλλο η Αγγλία, άλλο η Σκωτία και η Ιρλανδία. Ανεφάνησαν όλες οι αντιφάσεις αυτές. Σχεδόν όπως φάνηκαν στη σύγκρουση μεταξύ Χίλαρι Κλίντον και Ντόναλντ Τράμπ, όπου η Κλίντον κερδίζει τις εκλογές σε εθνικό επίπεδο, στο εκλογικό σώμα και ο Τράμπ κερδίζει πολιτειακά. Κερδίζει τις πολιτείες, τους εκλέκτορες.

Υπάρχει ένα βαθύ πρόβλημα βρετανικό. Το είπε ο Σπύρος Φλογαΐτης στην παρέμβασή του προηγουμένως, η αντίληψη περί κράτους είναι διαφορετική σε εμάς τους ηπειρωτικούς από την αντίληψη περί στέμματος. Αλλά όλα αυτά συμβιβάζονται αν δει κανείς την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου για το Brexit. Η ερμηνεία που γίνεται για το βασιλικό προνόμιο, για το royal prerogative, στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής είναι απολύτως ίδια με αυτήν που λέμε εμείς σε σχέση με το τι νομική φύση έχουν οι λεγόμενες κυβερνητικές πράξεις και ποια είναι τα όρια της αρμοδιότητας του αρχηγού του κράτους να εκπροσωπεί διεθνώς τη χώρα και να συνάπτει συμβάσεις και ποιές συμβάσεις κυρώνονται. Δηλαδή, αυτό που είπε το Ανώτατο Βρετανικό Δικαστήριο μεταφράζεται απολύτως με όρους ενός ηπειρωτικού συντάγματος, όπως το ελληνικό, με το άρθρο 36 και το άρθρο28. Τα ίδια πράγματα είπε. Επιπλέον, δε, συνέδεσε το δημοψήφισμα με το αντιπροσωπευτικό σύστημα, με το κοινοβουλευτικό σύστημα.

Βεβαίως σε εμάς, δεν γίνεται αντιληπτή η έννοια της κυριαρχίας του Κοινοβουλίου γιατί εμείς έχουμε μεγάλη πίστη στην έννοια της λαϊκής κυριαρχίας, αλλά από την άλλη μεριά είμαστε ένα κοινοβουλευτικό αντιπροσωπευτικό σύστημα. Όταν το Κοινοβούλιο πρέπει να ψηφίσει με αυξημένη πλειοψηφία για την μεταβίβαση αρμοδιοτήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση (28 παρ. 2), είναι δυνατόν το δημοψήφισμα να αποφασίσει κάτι διαφορετικό με απλή πλειοψηφία;  Ή πρέπει, ούτως ή άλλως, αυτό να περάσει και από τη Βουλή, που είναι και η σωστή ερμηνεία. Τουλάχιστον αυτό είχα υποστηρίξει όταν τέθηκε θέμα για το δημοψήφισμα στη Συνθήκη της Λισαβόνα. Και το ίδιο είπε το Supreme Court. Δεν είπε κάτι διαφορετικό, σε  μια απόφαση που είναι η επιτομή του αγγλικού συνταγματικού δικαίου.

Αλλά, οι Βρετανοί, όπως και οι Αμερικάνοι, σε αντίθεση με εμάς που είμαστε θαυμαστές του Κέλσεν, είναι οπαδοί του δυισμού. Δεν αντιλαμβάνονται τον μονισμό. Θέλουν για τα πάντα εθνικό νόμο. Δεν αντιλαμβάνονται την άμεση εφαρμογή του ενωσιακού και του διεθνούς δικαίου, δεν την αποδέχονται. Αυτό δεν αφορά όμως μόνον το ενωσιακό δίκαιο. Αφορά και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Μεγαλύτερο πρόβλημα έχουν στο ΗΒ με το Στρασβούργο, παρά με το Λουξεμβούργο. Το 1972 ψήφισαν το νόμο περί ευρωπαϊκών κοινοτήτων, που θέλουν να καταργήσουν τώρα, δυνάμει του οποίου όλα εισάγονται δια αυτού στην βρετανική έννομη τάξη και το ίδιο έκαναν με το Human Rights Act  για την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Δεν αποδέχονται ούτε την άμεση εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου ούτε την άμεση εφαρμογή του διεθνούς δικαίου. Όλα είναι εθνικός νόμος ψηφισμένος από το βρετανικό κοινοβούλιο.

Ως εκ τούτου έπρεπε να αποδεχθούν και αυτό που τους είπε το δικαστήριο. Δηλαδή, έπρεπε να υπάρξει νόμος για την ενεργοποίηση του άρθρου 50. Και αυτό που τους λέει η Βουλή των Λόρδων η οποία έχει πλειοψηφία παλαιών εργατικών δεν έχει πλειοψηφία νέων εργατικών Κόρμπιν.  Έχει στελέχη τα οποία έχουν διαπρέψει στις κυβερνήσεις Τόνι Μπλέρ και Γκόρντον Μπράουν και είπε με τις δύο τροπολογίες αυτό που ακούσατε:  τι θα γίνει με τους Ευρωπαίους πολίτες που είναι στο Ηνωμένο Βασίλειο; Και όταν κάνετε την συμφωνία αποχώρησης περάστε την από τη Βουλή. Διότι όπως περάσατε από τη Βουλή το European Communities Act έτσι πρέπει να περάσετε τώρα και την αποχώρηση. Σε αυτό αντιδρά η κυβέρνηση, άνευ λόγου πιστεύω γιατί πρέπει να το περάσει.

Βέβαια, αυτού του είδους η ενεργοποίηση του άρθρου 50 θέτει τεράστια προβλήματα και στις άλλες χώρες, γιατί σύμφωνα με την «υπηρεσιακή» ερμηνεία της διάταξης δεν απαιτείται κύρωση από τις άλλες χώρες μέλη. Είναι συμφωνία η οποία συνάπτεται κατά το άρθρο 218 της Συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ.  Μα είναι δυνατόν όμως να μην επέλθουν τροποποιήσεις στο Σώμα της Συνθήκης; Άρα θα χρειαστεί να γίνει κύρωση.

Η διαδικασία αυτή δεν τελειώνει εύκολα γιατί αν τροποποιηθούν εμμέσως οι Συνθήκες πρέπει να κυρωθεί αυτή η τροποποίηση από τις χώρες- μέλη δυνάμει των συνταγματικών τους διαδικασιών. Είναι δηλαδή πολύ πιθανό να μην φτάσουν τα δύο χρόνια για μια διαπραγμάτευση που πρέπει να γίνει με τον Μισέλ Μπαρνιέ.

Το κοινοβούλιο θα κάνει τον δικό του ακτιβισμό. Ήδη τον έχει αρχίσει. Άρα ο Γκι Φερχόφστατ θα πρέπει να παίξει κι αυτός έναν ρόλο, ο οποίος θα είναι και αυτός ένας ρόλος δύσκολος στη διαπραγμάτευση.

Στο μεταξύ, έφυγε ο βρετανός επίτροπος, ήρθε νέος επίτροπος, πήρε μικρότερο χαρτοφυλάκιο, υπάρχουν προβλήματα συμμετοχής στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, συμμετοχής στα συμβούλια, υπάρχει προεδρεία Ηνωμένου Βασιλείου το δεύτερο εξάμηνο του 2017, και για να γίνει τί μετά; Ποιό θα είναι το σχήμα;

Λένε, ενιαία αγορά που προτείνει η βρετανική κυβέρνηση; Η απάντηση της Επιτροπής είναι ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση ως  ενιαία αγορά χωρίς τέσσερις ευρωπαϊκές ελευθερίες δεν υπάρχει. Μα οι τέσσερις ευρωπαϊκές ελευθερίες εθίγησαν με τη συμφωνία της 19ης Φεβρουαρίου του 2016, και δεν του φτάσανε του βρετανικού λαού οι εξαιρέσεις που πήρε. Τώρα πώς θα γίνει η ενιαία αγορά με  αλώβητες τις τέσσερις ελευθερίες;  Θα είναι πίσω το Ηνωμένο Βασίλειο  από τη Νορβηγία; Θα είναι πίσω από τα mini states τα ευρωπαϊκά; Θα είναι στο επίπεδο της Ελβετίας; Κινδυνεύει να είναι στο επίπεδο της τελωνειακής ένωσης και αν είναι.  Μετά θα κάνουν τι; Συμφωνία τύπου Καναδά; Διότι ή θα έχεις το μοντέλο το Νορβηγικό, ας το πούμε απλά, ή θα έχεις το μοντέλο το Ελβετικό, ή μετά πας σε λύσεις με βάση τα υπάρχοντα πρότυπα ,είτε Ουκρανίας είτε Καναδά. Το φοβάται η ΕΕ; Φοβάται κυρίως ζητήματα πολύ σοβαρά φορολογικού dumbing τα οποία θα τα αντιμετωπίσει πολύ σκληρά, διότι αλλιώς δεν μπορεί να δώσει προοπτική στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Δεν φοβάται όμως τα ζητήματα ασφάλειας. Διότι η Βρετανία από το ΝΑΤΟ δεν φεύγει βεβαίως. Αυτά που λέμε για τον προϋπολογισμό του ΝΑΤΟ, αφορούν τον προϋπολογισμό του ΝΑΤΟ, όχι το άθροισμα των εθνικών προϋπολογισμών άμυνας. Και η Ελλάδα καλύπτει το 2% του ΑΕΠ επειδή έχει υψηλά λειτουργικά κόστη, όχι επειδή οι δαπάνες αυτές είναι κατά κυριολεξία αμυντικές.  Δεν είναι ούτε εξοπλισμοί, ούτε δαπάνες αποστολών στο εξωτερικό, ούτε δαπάνες επεμβάσεων. Είναι σε μεγάλο βαθμό  δαπάνες μισθοδοσίας, οδοιπορικών και κοινωνικής πρόνοιας του προσωπικού. Άρα αντιλαμβάνεστε ότι όλα αυτά τα οποία ειπώθηκαν για τα σενάρια κι όλη αυτή η συζήτηση για το «συνεχίζουμε», το «τίποτα άλλο παρά μόνο αγορά», «ομόκεντροι κύκλοι ή πολλαπλές ταχύτητες», αυτά πρέπει να τα δούμε υπό το φως μιας διαπραγμάτευσης με το Ηνωμένο Βασίλειο που θα τα θέτει όλα αυτά υπό πραγματική δοκιμασία.  Όχι ως λόγια.

Τι σημαίνει όμως «ομόκεντροι κύκλοι» όταν έχεις την Ευρωζώνη; Η Ευρωζώνη θα υπάρχει; Με τις κλειδωμένες τις ανισότητές της τις αναπτυξιακές; Εάν υπάρχει η ευρωζώνη ο ένας κύκλος είναι αυτός και είναι πολύ βαρύς. Ο άλλος είναι πολύ μικρός γιατί είναι οκτώ χώρες μόνο.

Στην πραγματικότητα τα μεγάλα ερωτήματα είναι ερωτήματα υπαρξιακά για τη Γερμανία διότι πρέπει η Γερμανία να αποφασίσει αν είναι διατεθειμένη να απολαμβάνει μικρότερα πλεονάσματα.  Από κάθε άποψη πλεονάσματα. Από τα πλεονάσματα των διατραπεζικών συναλλαγών όπου έχει ταμειακό πλεόνασμα στις διατραπεζικές συναλλαγές 700 δις η Γερμανία κι όλες οι άλλες χώρες έχουν έλλειμμα. Αλλά και πλεονάσματα με τη στενή έννοια του όρου. Εμπορικά πλεονάσματα. Δεν είναι εύκολη η απάντηση. Και δεν είναι εύκολη η απάντηση για καμιά μελλοντική γερμανική κυβέρνηση. Αλλά τέτοιου είδους απαντήσεις καλούνται να δώσουν και μικρότερες κυβερνήσεις χωρών που είναι στον σκληρό πυρήνα με τρία Α, πιστοληπτική ικανότητα. Που προσφέρουν στον ESM πιστοληπτική ικανότητα τα τρία Α για να δανείζει φτηνά την Ελλάδα.

Αυτά είναι τα μεγάλα θέματα τα οποία πρέπει να συζητηθούν. Αν θα γίνει αναδιανομή πλεονασμάτων, αν θα μειωθούν οι κλειδωμένες ανισότητες, και πώς  θα αντιμετωπίσει η Ευρωπαϊκή Ένωση την αναθεώρηση της έννοια της Δύσης που εισάγει ο Πρόεδρος Τραμπ, μετατρέποντας τη Δύση από ιστορικό και γεωπολιτικό φαινόμενο σε γήπεδο εμπορικού πολέμου. Αυτό είναι μια θεώρηση η οποία είναι ανιστόρητη.

Αντιλαμβάνεστε ότι αυτό που λέγεται Brexit, με όλα τα χαρακτηριστικά που σας είπα, ως οικειοθελής επιλογή του βρετανικού λαού, δεν έχει καμία σχέση με αυτό που λέγεται Grexit. Δεν έχει καμία σχέση με την έξοδο μιας μεσαίας χώρας που είναι μέλος της ευρωζώνης από την ευρωζώνη με τη φενάκη ότι αυτό θα ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα μιας χώρας χωρίς παραγωγή. Μιας χώρας που έχει υψηλή δανειακή εξάρτηση και έχει χρέος εκφρασμένο σε ευρώ και που θα παραμείνει σε ευρώ ανεξαρτήτως του ποιά νομισματική ζώνη εσύ ακολουθείς. Το λέω αυτό γιατί μερικοί χαίρονται ή βαυκαλίζονται να συγκρίνουν το Grexit με το Brexit. Εδώ ταιριάζει το «κι η μυλωνού τον άντρα της με τους πραματευτάδες». Πρόκειται για κλασσική εφαρμογή του «δόγματος» αυτού.

Άρα αντιλαμβάνεστε ότι έχουμε να αντιμετωπίσουμε ένα πολυσύνθετο φαινόμενο το οποίο λειτουργεί ως πρόλογος για την επαναδιαπραγμάτευση του μέλλοντος της ΕΕ, για το οποίο απαιτούνται πολιτικές προϋποθέσεις που δεν υπάρχουν και οικονομικοί αναδιακανονισμοί οι οποίοι έχουν κόστος δυσβάσταχτο και για τις κοινωνίες και κυρίως για τα πολιτικά συστήματα που καλούνται να διαχειριστούν τόσο σημαντικά θέματα.

Σας ευχαριστώ 


 

*Ομιλία στην ημερίδα που διοργάνωσε ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Δημοσίου Δικαίου (EPLO) σε συνεργασία με το Κέντρο Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Οικονομικού Δικαίου ( ΚΔΕΟΔ ) με θέμα  «Η Ευρώπη μπροστά στο Brexit : Κίνδυνος ή πρόσκληση;» , αίθουσα ΕΒΕΑ , 9.3.2017

ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ ΤΟ

.