Ιωάννινα, 5 Φεβρουαρίου 2017

 

Ομιλία Ευ. Βενιζέλου στην εκδήλωση του Κύκλου Ιδεών
«Η θέση της Ελλάδας σε μια Ευρώπη που αμφισβητείται»
που πραγματοποιήθηκε στα Γιάννενα στον Πολυχώρο Δημήτρης Χατζής, με ομιλητές τους Δ. Κούρκουλα, Σπ. Βλέτσα, Δ. Παπαγεωργίου
και συντονιστή τον Γ. Παπαχρήστο 

Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για την παρουσία σας. Ευχαριστώ τον Δήμαρχο, τους συναδέλφους μου στη Βουλή, νυν και πρώην, την καθεμιά και τον καθένα από εσάς. Ευχαριστώ τον Δημήτρη Παπαγεωργίου για τον πρόλογό του και όλη την ομάδα των φίλων μας των Ιωαννίνων για την προετοιμασία της εκδήλωσης, για την θερμή υποδοχή και για την διάθεση που έχει να αναλάβει να οργανώσει τον Κύκλο Ιδεών για την Εθνική Ανασυγκρότηση και στην Ήπειρο, με πρώτη πόλη αναφοράς τα Ιωάννινα αλλά  φυσικά και τους υπόλοιπους νομούς.

Σας ευχαριστώ πάρα πολύ γιατί πολλοί από εσάς κουράζεστε σωματικά μένοντας όρθιοι. Η αίθουσα πράγματι, όπως είπε ο Γιώργος Παπαχρήστος, αποδείχθηκε μικρή, αλλά μας γοήτευσε η ιδέα να κάνουμε αυτή την πρώτη εκδήλωση του Κύκλου Ιδεών στα Γιάννενα στην αίθουσα που φέρει το όνομα του Δημήτρη Χατζή. Θέλω να ευχαριστήσω θερμά και τον Δημήτρη Κούρκουλα και τον Σπύρο Βλέτσα γιατί έθεσαν τα ζητήματα με πολύ γλαφυρό και αντικειμενικό θα έλεγα τρόπο, περιγράφοντας τόσο το Ευρωπαϊκό πρόβλημα, αυτό το έκανε κυρίως ο Δημήτρης Κούρκουλας, όσο και το Ελληνικό πρόβλημα, αυτό το έκανε κυρίως ο Σπύρος Βλέτσας, εστιάζοντας εκεί που είχε εστιάσει ο Max Weber, όταν ανέλυε τους βαθύτερους λόγους για τους οποίους ανεδύθη ο Καπιταλισμός  στη Βόρεια Ευρώπη που ήταν  στην πραγματικότητα λόγοι νοοτροπιακοί, θεολογικοί. Γιατί η πολιτική θεολογία κυριαρχεί και στην ελληνική αντίληψη για την πολιτική και την ιστορία.

 

***

Το θέμα της συζήτησής μας είναι η θέση της Ελλάδας σε μια Ευρώπη που αμφισβητείται. Η συζήτηση για την ελληνική ταυτότητα παρουσιάζει μια συνεχή παλινδρόμηση όχι τώρα μετά την κρίση, μετά την συνειδητοποίηση της κρίσης, όχι τα τελευταία 43 χρόνια μετά την μεταπολίτευση, αλλά από συστάσεως του νέου ελληνικού κράτους. Ποτέ η Ελλάδα δεν αποσαφήνισε την ταυτότητά της, ποτέ δεν έλαβε η ελληνική κοινωνία μια οριστική απόφαση για το αν πράγματι είμαστε μια δυτική κοινωνία, για το αν η σχέση μας με τη Δύση είναι μια σχέση γενετική, αξιακή, οριστική, συμφιλιωμένη, ή αν φλερτάρουμε διαρκώς με την ιδέα μιας δική μας Ανατολής που δεν είναι η πραγματική Ανατολή,  είναι η καθ’ ημάς Ανατολή, είναι μια εξωραϊσμένη Ανατολή που δεν υπάρχει. Που δεν υπάρχει ούτε γεωπολιτικά, ούτε πολιτιστικά. Η Ελληνική υπεραξία διεθνώς βασίζεται στη συμβολή της Ελλάδας και του ελληνικού πολιτισμού στη συγκρότηση του δυτικού παραδείγματος, όχι στη συγκρότηση του ανατολικού παραδείγματος. Αν αποφασίζαμε πραγματικά να μετάσχουμε στον ανταγωνισμό για τη συγκρότηση της ανατολικής αντίληψης περί πολιτισμού, ιστορίας, οικονομίας, ανάπτυξης και πολιτικής, θα ήμασταν κάθιδροι στο τέλος μιας σειράς στην οποία μετέχουν πολλοί μεγάλοι πολιτισμοί, πολύ μεγάλα έθνη, θρησκεύματα, ενώ εμείς φυσικά ποτέ ιστορικά δεν διαπρέψαμε στην ανατολική εκδοχή της Ιστορίας.

Μόνο που ακόμα και τώρα αν δει κανείς τις δημοσκοπήσεις, θα δει μια κοινωνία έντονα αντιδυτική, θα δει μια κοινωνία η οποία μετράει τις φιλίες της και αξιολογεί  χώρες και ηγέτες με βάση την αυθαίρετη φαντασιακή πρόσληψη μιας πραγματικότητας που δεν υπάρχει. Και αυτό είναι που δημιουργεί τώρα  τη μεγάλη προσμονή σε σχέση με την αλλαγή στην αμερικανική πολιτική σκηνή, σε σχέση με την ανάληψη των καθηκόντων του προέδρου των ΗΠΑ από τον Ντ. Τράμπ, ο οποίος βρίσκει στην Ελλάδα ανέλπιστους οπαδούς στο χώρο της ριζοσπαστικής αριστεράς και του εθνικολαϊκισμού. Να και μια άλλη διαφοροποίηση από το κεντρικό ρεύμα της ευρωπαϊκής πολιτικής σκέψης για την οποία θα μας δοθεί η ευκαιρία να πούμε δύο λόγια.

Η Ευρώπη λοιπόν πράγματι αμφισβητείται ανεξαρτήτως του τι συμβαίνει στην Ελλάδα, γιατί αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα είναι κάτι το ιδιαίτερο, το ιδιόμορφο. Η περιβόητη ελληνική ιδιοπροσωπεία, η ιδιοσυστασία του ελληνισμού είναι κάτι που επιβάλλει πολλές εξηγήσεις όταν ασχολούμαστε με   έννοιες που μας υπερβαίνουν, όπως είναι, για παράδειγμα, η έννοια της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Ανεξαρτήτως λοιπόν του τι συμβαίνει στην Ελλάδα και του τι νομίζουμε ότι συμβαίνει, η Ευρώπη πράγματι αμφισβητείται. Αμφισβητείται και έξωθεν και έσωθεν.

Αμφισβητείται καταρχάς έξωθεν από τον ίδιο τον Πρόεδρο Τράμπ πλέον, ο οποίος θέτει επί τάπητος βασικές και δεδομένες επί δεκαετίες παραδοχές. Για παράδειγμα την παραδοχή ότι υπάρχει ένας ευρωατλαντικός χώρος ο οποίος λειτουργεί ως ενιαίος χώρος ασφάλειας μέσω του ΝΑΤΟ. Αυτό συνδέεται με την παραδοχή πως το ζήτημα της ευρωπαϊκής ασφάλειας είναι ζήτημα ευρωαντλαντικού ενδιαφέροντος από το 1916 και μετά, από την εποχή του Προέδρου  Ουίλσον, στην τελευταία φάση του Α’ ΠΠ,  αυτή η στρατηγική επιλογή  έκλεισε πια έναν αιώνα γιατί μέχρι τις αρχές του 2017 κανείς δεν την είχε αμφισβητήσει σοβαρά , υπό συνθήκες Α’ ΠΠ, Β’ ΠΠ, Ψυχρού Πολέμου και ασύμμετρου πολέμου κατά της τρομοκρατίας μετά την 11η Σεπτεμβρίου. 

Υπάρχει η αμφισβήτηση έξωθεν φυσικά και από άλλους μεγάλους παίκτες της διεθνούς σκηνής, γιατί και η Ρωσία και η Κίνα αλλά και άλλες αναδυόμενες οικονομίες, ακόμα και πάρα πολύ «σεμνές» παρά τον όγκο τους τον τεράστιο, όπως είναι η Ινδία, αντιλαμβάνονται τα προβλήματα συγκρότησης και λειτουργίας που έχει η ΕΕ με τις αντιφάσεις της. Βλέπουν μια πολύ ισχυρή περιφερειακή οικονομία, η οποία παίζει ένα σχετικά μικρό διεθνοπολιτικό ρόλο. Μια μεγάλη αγορά, μια μεγάλη παραγωγική οντότητα η οποία όμως ως μηχανισμός στρατιωτικός και ως μηχανισμός διπλωματικός δεν μπορεί να πάρει πρωτοβουλίες οι οποίες είναι εφάμιλλες των πρωτοβουλιών που παίρνουν οι ΗΠΑ ή η Ρωσία.  

Αλλά η πιο σημαντική αμφισβήτηση που υφίσταται η ευρωπαϊκή ιδέα  είναι η εσωτερική. Υπάρχουν σε όλες σχεδόν τις χώρες -μέλη  νέα φαινόμενα ευρωσκεπτικισμού, τα οποία δεν είναι μόνο συντηρητικά ή υπερσυντηρητικά, ακροδεξιά, ρατσιστικά, ξενοφοβικά, αλλά είναι και  ριζοσπαστικά, συνδέονται με τα υπόλοιπα των κομμουνιστικών κομμάτων, με νέες μορφές κοινωνικού ακτιβισμού . Ο ευρωσκεπτικισμός όμως δεν παραμένει απλώς ευρωσκεπτικισμός, μετατρέπεται σε πάρα πολλές χώρες σε ανοιχτό αντιευρωπαϊσμό.

Αυτό το είδαμε βεβαίως έκδηλα στην περίπτωση του Brexit, σε ένα οριακό δημοψήφισμα για την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ. Θυμόμαστε  πόσο αγωνίστηκε να μπει και να υπερκεράσει τις αντιρρήσεις του στρατηγού Ντε Γκωλ για την ένταξη του ΗΒ στις τότε ευρωπαϊκές κοινότητες. Αλλά εν πάση περιπτώσει το  Ηνωμένο Βασίλειο  έχει ένα κρίσιμο μέγεθος, είναι μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας, είναι ένα παγκόσμιο χρηματοοικονομικό και χρηματοπιστωτικό κέντρο και έχει πάντα την αίσθηση ότι είναι το κέντρο και η μητρόπολη σε σχέση με την αμερικανική «αποικία», είναι πάντα η «σκεπτομένη κεφαλή»  της αμερικανικής μεγάλης  πολιτικής.  Και έχει έναν ηγεμονικό ρόλο στην σκέψη της αμερικανικής κοινωνίας, κάτι που της επιτρέπει να βλέπει με άλλον τρόπο και την αμερικανοβρετανική σχέση, ως μια σχέση που υποκαθιστά την ευρωατλαντική σχέση, στην οποία  συμπεριλαμβάνεται  βεβαίως η ηπειρωτική  Ευρώπη. 

Αυτά τα βλέπουμε όμως και σε άλλες χώρες. Είδαμε να διεξάγεται μια οριακή προεδρική εκλογή δύο φορές στην Αυστρία. Παρ´ ολίγον ένας υποψήφιος πρόεδρος ακροδεξιός, οπαδός της εξόδου από την Ευρωπαϊκή Ένωση θα κέρδιζε τις εκλογές και η νίκη του οικολόγου  υποψηφίου ήταν οριακή. Βλέπουμε η κυρία Λεπέν να προηγείται αναμφισβήτητα σε όλες τις δημοσκοπήσεις για τη συμμετοχή της στο δεύτερο γύρο των γαλλικών προεδρικών εκλογών  και η κρίση να μεταφέρεται στο γαλλικό σοσιαλιστικό κόμμα και στη γαλλική δεξιά. Άρα το ζητούμενο δεν είναι αν θα είναι πρώτη η κυρία Λεπέν, αλλά ποιος θα είναι ο δεύτερος, κάτι που το είχαμε ζήσει με τον πατέρα της και τον μετέπειτα πρόεδρο Σιράκ και τον Λιονέλ Ζοσπέν  πριν από αρκετά χρόνια, όταν στο όνομα της ρεπουμπλικανικής ιδέας  συσπειρώθηκαν όλοι για να αποτρέψουν το ενδεχόμενο εκλογής του Λεπέν ως Προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας.

Η αμφισβήτηση όμως εκτείνεται και σε άλλες χώρες, σε χώρες όπως είναι η Ιταλία, όπου ο Πέπε Γκρίλο αναπτύσσει έναν ανοικτά  αντιευρωπαϊκό λόγο και όπου ο Μ. Ρέντσι ηττήθηκε στο δημοψήφισμα για την αναθεώρηση του Συντάγματος, ανεξαρτήτως αν συσπειρώθηκε μια μεγάλη μειοψηφία η οποία φτάνει να είναι πρώτη δύναμη με σχετική πλειοψηφία στις βουλευτικές εκλογές, αλλά τα μεγάλα θέματα δεν κρίνονται με σχετικές πλειοψηφίες στις βουλευτικές εκλογές. Και υπάρχουν και χώρες που δεν τις πιάνει το ραντάρ της ελληνικής κοινής γνώμης και των ελληνικών μέσων ενημέρωσης. Αναφέρομαι στο τι συμβαίνει στην Ολλανδία,  στη Φιλανδία η οποία έχει επιπλέον και μία εμπειρία σε σχέση με το ΔΝΤ  πάρα πολύ σκληρή στη δεκαετία του ‘90 και αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους η Φιλανδία είναι πάρα πολύ σκληρή σε σχέση με την Ελλάδα και την υποχρέωση που με προτεσταντική επιμονή  θεωρεί ότι έχει η Ελλάδα να τηρεί να συμπεφωνημένα, γιατί και αυτή τα τήρησε με πολύ σκληρό τρόπο σε σχέση με το ΔΝΤ. Αλλά εμπειρία του ΔΝΤ είχε και  η ορθόδοξη Ρωσία με πολύ σκληρούς όρους. Εμπειρία ΔΝΤ είχε και η σκανδιναβική και ευημερούσα σοσιαλδημοκρατική Σουηδία, η οποία παρέμεινε εκτός ευρώ αλλά έπρεπε να ξεπεράσει  μια τεράστια χρηματοπιστωτική κρίση στη δεκαετία του 90, η οποία της επέβαλε να επανεξετάσει πάρα πολλά αυτονόητα του λεγόμενου σουηδικού μοντέλου.

Στην πραγματικότητα, η αμφισβήτηση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, όπως είπε και ο Δημήτρης Κούρκουλας προηγουμένως, φέρνει στην επιφάνεια την κλασική αντιπαράθεση, ανάμεσα στην κυριαρχία του κράτους -μέλους και τις αρμοδιότητες της Ε.Ε. που είναι αρμοδιότητες δοτές, δηλαδή είναι αυτές που έχουν τα κράτη αναγνωρίσει στην Ε.Ε. κρατώντας για τον εαυτό τους πάντοτε τις πιο κρίσιμες αρμοδιότητες και τις πιο κρίσιμες φάσεις της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης  γιατί όλες οι μεγάλες αποφάσεις λαμβάνονται τελικά διακυβερνητικά. Η κοινοτική μέθοδος λήψης αποφάσεων είναι πάρα πολύ κρίσιμη για τα συνήθως συμβαίνοντα, όταν τα πράγματα αποκτούν οριακό χαρακτήρα και δεν εννοώ μόνο το Brexit, τη σχέση με τις ΗΠΑ, αλλά και ζητήματα όπως η οικονομική κρίση, ζητήματα δανειοδότησης κρατών – μελών, οι αποφάσεις είναι βεβαίως διακυβερνητικές, γιατί οι μεγάλοι συσχετισμοί στην Ε.Ε. δεν είναι συσχετισμοί μεταξύ κομμάτων. Έχουμε μία σοσιαλδημοκρατική αντίληψη, μια χριστιανοδημοκρατική αντίληψη, μια κομμουνιστική αντίληψη. Όχι. Είναι συσχετισμοί μεταξύ χωρών και παγίων εθνικών συμφερόντων και οι κυβερνήσεις είναι οι κυβερνήσεις των χωρών τους, αλλάζοντας πολύ μικρά πράγματα ανάλογα με την ταυτότητα την ιδεολογική και την κομματική κάθε κυβέρνησης. Η γερμανική κυβέρνηση θα είναι πάντα η γερμανική κυβέρνηση ανεξαρτήτως του αν έχουμε μεγάλο συνασπισμό ή αν έχουμε το CDU με τους φιλελευθέρους, όπως το είχαμε, ή αν έχουμε το CDU με τους σοσιαλδημοκράτες, όπως τους έχουμε, ή  εάν μεθαύριο υπάρξει μια κυβέρνησή η οποία φέρνει να συνεργάζονται τους σοσιαλδημοκράτες, τους παλιούς κομμουνιστές  του Die Linke και τους οικολόγους. Γιατί το ζήτημα θα είναι πάντα τα πλεονάσματα, η κατανομή τους μεταξύ της Γερμανίας και των άλλων κρατών- μελών, ο τρόπος άσκησης της νομισματικής πολιτικής, η αντίληψη περί ευρώ, σε σχέση με την παλιά αντίληψη περί μάρκου, η σχέση μεταξύ της Bundesbank και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στην Φρανκφούρτη.

Αυτή η σύγκρουση είναι μια σύγκρουση νομιμοποίησης και είναι αλήθεια ότι πάντα αναζητάς στο κράτος, και όταν αυτό δεν επιτυγχάνεται στο επίπεδο του κράτους,  αναζητάς σε ένα υψηλότερο επίπεδο περιφερειακό, ένα μηχανισμό που σου παρέχει ασφάλεια οικονομική, αλλά και ασφάλεια με την απλή έννοια του όρου, ασφάλεια αστυνομική και ασφάλεια στρατιωτική.

Τώρα η μεγάλη αμφισβήτηση της Ε.Ε. συνδέεται με το γεγονός ότι και στην τρομοκρατία  και  στον ασύμμετρο πόλεμο που διεξάγεται  εκτός Ευρώπης κυρίως στη Μέση Ανατολή και  τη βόρεια Αφρική αλλά πλέον και εντός Ευρώπης,  με τη μορφή μιας διάχυτης τρομοκρατικής απειλής, αλλά και στην περίπτωση της προσφυγικής και μεταναστευτικής κρίσης, δεν είναι εμφανής η προστιθέμενη αξία της Ε.Ε. Μπορεί να είναι εμφανής η προστιθέμενη αξία του ΝΑΤΟ. Μπορεί να είναι εμφανής η προστιθέμενη αξία της συνεργασίας  αστυνομικού χαρακτήρα μέσω  της Interpol, αλλά είναι  μικρότερη η εισφορά των μηχανισμών των αμιγώς ευρωπαϊκών  ακόμα και όταν οι μηχανισμοί αυτοί είναι συγκροτημένοι, όπως η Frontex . Αλλά ακόμη περισσότερο όταν υπάρχει ένα συμβάν κρίσιμο που θέλει άμεση απάντηση, το κράτος το εθνικό είναι αυτό που δίνει απάντηση και η αλληλεγγύη και η βοήθεια της Ε.Ε. είναι δευτερεύουσα και πρόσθετη, γιατί η ταχύτητα της αντίδρασης και η εγγύτητα της αντίδρασης φέρνει ξανά στην επιφάνεια το εθνικό κράτος.

Και εμείς επικαλούμαστε τη συμφωνία Ε.Ε. – Τουρκίας για το προσφυγικό, αλλά εμείς έχουμε το βάρος της διαχείρισης των εγκλωβισμένων στην Ελλάδα προσφύγων που είναι όμηροι μαζί με την Ελλάδα μιας ευρωτουρκικής συμφωνίας η οποία μπορεί να καταγγελθεί πριν καν εφαρμοστεί για λόγους που είναι άσχετοι και που συνδέονται με αυτά που συμβαίνουν ευρύτερα στην περιοχή, τον αναδασμό, τον περιφερειακό ρόλο που διεκδικεί η Τουρκία και βέβαια αυτό το εισπράττουμε εμείς ως ένταση που εξάγεται στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο που παροξύνει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις στο μαλακό τους υπογάστριο.  Την ώρα που υποτίθεται ότι διαπραγματευόμαστε  και ψάχνουμε μία λύση στην Κύπρο και την ώρα που στην Τουρκία συντελείται μία συγκλονιστική μεταβολή που καταλαμβάνει τα πάντα, από το Σύνταγμα, την Αναθεώρηση και το προεδρικό πολίτευμα μέχρι  την οικονομία που καταρρέει ως «θαύμα» ανάπτυξης και αυτό δημιουργεί τεράστια προβλήματα συνοχής σε μια πολύπλοκη και διαιρεμένη κοινωνία.

Στην πραγματικότητα αμφισβητείται ένα ολόκληρο μοντέλο, το ευρωπαϊκό μοντέλο ανάπτυξης και ζωής. Γιατί η Ευρώπη είναι μία ήπειρος που γερνάει επικίνδυνα. Έχει κολοσσιαίο δημογραφικό πρόβλημα. Μικραίνει. Και στον παγκόσμιο καταμερισμό, στον παγκόσμιο ανταγωνισμό χάνει τα πλεονεκτήματα της. Γιατί το πλεονέκτημα της ποιότητας σε σχέση με το κόστος παραγωγής και ιδίως με το κόστος εργασίας, αρχίζει και αμφισβητείται έντονα. Η δε κρίση του ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους είναι  κρίση δημοσιονομική, αλλά πρωτίστως είναι κρίση δημογραφική, διότι ακόμη και αν όλα πήγαιναν καλά, ακόμη και αν δεν είχαμε την οικονομική κρίση και τα μεγάλα ποσοστά ανεργία  θα είχαμε κρίση των ασφαλιστικών συστημάτων, γιατί ο πληθυσμός γερνάει, γιατί το προσδόκιμο επιβίωσης αυξάνεται αλλά και γιατί η αναλογία μεταξύ ενεργών ασφαλισμένων και συνταξιούχων γίνεται συγκλονιστικά ετεροβαρής εις βάρος των ενεργών ασφαλισμένων.

Αυτά είναι ζητήματα τα οποία δεν τα θέτει κανείς με την επιτακτικότητα που απαιτείται  στην Ελλάδα. Μας τα θέτουν έξωθεν. Θεωρούμε ότι μας τα επιβάλλουν. Ενώ όλες οι άλλες χώρες έκαναν ριζικές αναθεωρήσεις των ασφαλιστικών τους  συστημάτων στη δεκαετία του ‘90 και του 2000, χωρίς να υπάρχει λόγος αντίστοιχος με αυτόν που είχαμε εμείς της μεγάλης δημοσιονομικής κρίσης και της απειλής  της χρεωκοπίας.

Το κακό όμως είναι ότι αυτά συμβαίνουν ενώ έχει κλειδωθεί η ευρωπαϊκή οικονομική πολιτική. Με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ το 1992 και τη θεσμοθέτηση  της οικονομικής και νομισματικής ένωσης, πριν καν συγκροτηθεί η ζώνη του ευρώ το 2000, κλειδώθηκε πράγματι η ευρωπαϊκή πολιτική,  δηλαδή επικράτησε μία νομικά συμφωνημένη οικονομική ορθοδοξία, μια ολόκληρη γραμμή, που σημαίνει περιορισμένα δημοσιονομικά ελλείμματα και περιορισμένο δημόσιο χρέος. Η δημοσιονομική εξυγίανση και η δημοσιονομική πειθαρχία αναγνωρίζεται ως ο  βασικός παράγοντας για την ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα. 

Αυτό  προκαλεί  και την κρίση της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, γιατί δεν είχε να πει και δεν έχει να πει κάτι ολοκληρωμένα διαφορετικό. Αυτή τη στιγμή από τις 28 χώρες της Ε.Ε. στις 19 χώρες στις κυβερνήσεις μετέχουν τα σοσιαλιστικά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα και 8 κυβερνήσεις, 9 κυβερνήσεις αν βάλεις και τη Ρουμανία μέσα η οποία εκπροσωπείται από τον πρόεδρο της, οι πρωθυπουργοί και ο πρόεδρος της Γαλλίας  είναι σοσιαλιστές, έχουν δηλαδή μία ισχυρή μειοψηφία στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και πολύ μεγαλύτερη στο Συμβούλιο, γιατί στο Συμβούλιο μπορεί να τύχει να είναι 19 υπουργοί σοσιαλιστές. Αυτό εισπράττεται ως διπλή κρίση γιατί η σοσιαλδημοκρατία εισπράττει την κρίση της Ευρώπης και την κρίση της αδυναμίας της να διατυπώσει μια εναλλακτική  πολιτική, την οποία δεν μπορεί να τη διατυπώσει ως σοσιαλδημοκρατία. Γιατί πρέπει να διατυπωθεί  μέσα από κρατικές πολιτικές, πρέπει να γίνει πολιτική κρατών. Ο νότος είναι μια πολιτική έννοια, ο ευρωπαϊκός νότος, δεν είναι απλώς γεωγραφική έννοια,  αλλά βασίζεται σε χώρες πρωτίστως και δευτερευόντως σε κόμματα. Δηλαδή, δεν είναι λιγότερο  νότιος ο Κύπριος Πρόεδρος ή ο Ισπανός Πρωθυπουργός που ανήκουν στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, κ.ο.κ. Η θέση της Μάλτας ίδια θα ήταν είτε ο πρωθυπουργός είναι σοσιαλδημοκράτης είτε είναι χριστιανοδημοκράτης, τώρα συμβαίνει να είναι σοσιαλδημοκράτης .

Υπάρχει ταυτόχρονα αμφισβήτηση των ευρωπαϊκών αξιών. Τίποτα δεν είναι αυτονόητο. Η Ευρώπης της πολυφωνίας, της ανεκτικότητας, της δημοκρατίας είναι μια Ευρώπη στην οποία τώρα έχουμε σε χώρες όπως η Ουγγαρία και η Πολωνία, αμφισβητήσεις σε σχέση με τα μέσα ενημέρωσης και την ελευθερία του τύπου, αμφισβητήσεις σε σχέση με την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, σε σχέση με  τα συνταγματικά δικαστήρια. Το ίδιο είναι και το πρόβλημα της Ελλάδας. Είναι πολύ ευγενική η ελληνική αντιπολίτευση που δεν έχει διεθνοποιήσει τα προβλήματα των μέσων ενημέρωσης και της δικαιοσύνης στην Ελλάδα, τα οποία είναι σε μεγάλο βαθμό συγκρίσιμα με τα προβλήματα που υπάρχουν στην Ουγγαρία και στην Πολωνία για τα ίδια ακριβώς ζητήματα.

Σας μίλησα για την αμφισβήτηση του μοντέλου της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Η συζήτηση για τον ευρωπαϊκό στρατό είναι πολύ εύκολη, αλλά  το μεγάλο θέμα είναι πως θα κρατήσουμε το ΝΑΤΟ ζωντανό. ΝATO όμως σημαίνει συμμετοχή των ΗΠΑ κατά 75% στον προϋπολογισμό. Όλες οι άλλες χώρες, οι ευρωπαϊκές και ο Καναδάς, καλύπτουν το 25 % και δεν είναι μόνο οικονομικό το ζήτημα, είναι και ζήτημα ρίσκου συμμετοχής σε πολεμικές επιχειρήσεις. Ποιες χώρες στέλνουν το στρατό τους και τα παιδιά τους σε πολεμικές επιχειρήσεις; Τα στέλνει η Γαλλία εκεί που είχε παλιά συμφέροντα, γαλλικής κοινοπολιτείας, της Communauté française, δηλαδή στο Μάλι, στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία. Ποιοί θα πάνε να πολεμήσουν;  Διότι όταν θες να παίξεις ρόλο και είσαι παράγοντας διεθνής, πρέπει να έχεις και ετοιμότητα ανάληψης κινδύνου. Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες είναι κοινωνίες καντιανές, όπως σωστά είπε ο Δημήτρης Κούρκουλας, της αιώνιας ειρήνης, δεν είναι συγκρουσιακές. Δεν ανήκουν στην ιδεολογία του Hobbes, του πολέμου πάντων κατά πάντων – bellum omnium contra omnes – ή της αντιληψης ότι ο άνθρωπος είναι λύκος απέναντι στον άλλο άνθρωπο   και συγκρούεται μαζί του  και πολεμικά.

Αυτή την αντίληψη τώρα ο πρόεδρος Τράμπ την απλοποιεί πάρα πολύ. Τι κάνει; Μια σύνθετη ιστορικά γεωπολιτική αντίληψη της Δύσης και άρα και των ευρωαμερικανικών σχέσεων, την βλέπει ως εμπορικό πόλεμο μόνο, δηλαδή πόσα αυτοκίνητα ευρωπαϊκά θα πωλούνται σε σχέση με τα αμερικανικά, πόσες Μερσεντές και πόσες Κράισλερ. Αυτό το κάνει και  σε σχέση με την Αυστραλία που είναι επίσης δυτική χώρα.  Μπορεί να είναι στην Αυστραλοασία αλλά ανήκει στο  δυτικό  πολιτισμό και αυτό αλλάζει τα δεδομένα της Δύσης, της δυτικής αντίληψης του παγκόσμιου χάρτη. Γιατί αλίμονο αν τα βλέπαμε αυτά όλα ως ένα ζήτημα εμπορικού πολέμου. Και βλέπετε ότι ενώ ένα μέρος της προοδευτικής Ευρωπαϊκής διανόησης είχε ξεσηκωθεί εναντίον της πιθανότητας να συναφθεί εμπορική συμφωνία Ευρώπης – ΗΠΑ, η περιβόητη TTIP, ο κ. Τράμπ ήρθε και κατάργησε την προηγούμενη συμφωνία του Ειρηνικού την TTP  και την NAFTA, TTP. Ο απομονωτισμός μας φέρνει πίσω στο 1915. Όταν η Ευρώπη μαστιζόταν από τον μεγάλο πόλεμο και την ισπανική γρίπη, γιατί αλλιώς δεν θα είχαμε τόσους νεκρούς. Και αυτό τώρα δεν πρέπει να το βλέπουμε μόνο ως Ελλάδα, αλλά πρέπει να το βλέπουμε  και όπως χώρες οι οποίες έχουν πρόβλημα ιστορικό με τη Ρωσία, οι  χώρες της Βαλτικής κ.ο.κ.  

Πάντως γεγονός είναι ότι η Ευρώπη, όπως και να το κάνεις, είναι πολιτικά μικρότερη από το άθροισμα των μελών της. Ακόμη και στο Συμβούλιο Ασφαλείας μετέχει η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά δεν μετέχει η ίδια. Είναι πάντα πίσω από τις χώρες αυτές σε όλες τις διεθνείς διοργανώσεις.

Έτσι φτάνουμε και στην αμφισβήτηση του ευρώ, με την σκέψη ότι το ευρώ είναι μια ατελής νομισματική ένωση. Δεν είναι δημοσιονομική ένωση, δεν είναι οικονομική  ένωση. Είναι ένα ευρώ που παράγει και αναπαράγει ανισότητες, ακόμη και με την απλή ταμειακή έννοια. Υπάρχει τεράστιο γερμανικό πλεόνασμα στη διακίνηση  του διατραπεζικού δανεισμού σε σχέση με χώρες, όχι όπως η Ελλάδα, αλλά όπως η Ιταλία, όπως η Γαλλία. Αλλά  είναι λύση να ανοίξει μια συζήτηση στην Ελλάδα για το Grexit και την επιστροφή στη δραχμή με δική μας πρωτοβουλία; Έχει καταλάβει κανείς τι σημαίνει μετά την υποτίμηση την εσωτερική λόγω προσαρμογής δημοσιονομικής με την οποία να έχεις χάσει το 30% του ΑΕΠ για να κρατήσεις το 70%,  έχεις χάσει το 35% του εισοδήματος για να κρατήσεις το 65% ,  να πας στο εθνικό νόμισμα και σε αλλεπάλληλες ονομαστικές  υποτιμήσεις ώστε τελικά να κρατήσεις το 10% του ΑΕΠ σου και το 10% του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος σου με περιδίνηση νομισματική;

Έχω πει πολλές φορές σε παρόμοιες εκδηλώσεις ότι όταν ο Π. Μαρκεζίνης έκανε τη μεγάλη νομισματική μεταρρύθμιση στα μέσα της δεκαετίας του ‘50,  μετέβαλε την ισοτιμία  δολαρίου δραχμής, από το 1 δολάριο - 15 δραχμές σε 1 δολάριο -30.000 δραχμές, 15.000, 30.000 και κόπηκαν τα μηδενικά. 1 δολάριο - 30 δραχμές. Αυτό κρατήθηκε περίπου μέχρι το 1973, όταν ξεκίνησε η πετρελαϊκή κρίση. Όταν έγινε η μεταπολίτευση η ισοτιμία ήταν ένα δολάριο 43 δραχμές. Όταν μπήκαμε στο ευρώ και κλειδώσαμε την ισοτιμία δραχμής - ευρώ, ήταν ένα ευρώ περίπου 340,75 δραχμές, άρα το δολάριο 350 περίπου δραχμές. Φανταστείτε ποια ήταν η εξέλιξη. Το 1974 ήταν 1 προς 43 και το 2000 ήταν 1 προς 350, δηλαδή είχαμε υποτίμηση ή διολίσθηση, γιατί έγιναν επίσημες υποτιμήσεις, αλλά κυρίως έγινε μία συνεχής διολίσθηση η οποία ήταν περίπου 8,5 φορές. Δηλαδή 850 % , για να έχουμε μία αίσθηση. Και είχαμε την αίσθηση ότι αναπτυσσόμαστε, ότι είμαστε μέσα στο θαύμα της μεταπολίτευσης, στη χρυσή εποχή – επίχρυση αν θέλετε. Αλλά πάντως η αίσθηση ήταν ότι γινόταν κάτι πολύ σημαντικό, αναδιανομή ευκαιριών και εισοδήματος, αποκατάσταση ανισοτήτων, ενώ νομισματικά υφιστάμεθα μία διολίσθηση. Σκεφθείτε τώρα τι θα γίνει υπό συνθήκες κρίσης, χωρίς να έχεις τον θώρακα του ευρωπαϊκού νομισματικού συστήματος που είχαμε εμείς επί πολλά χρόνια πριν μπούμε στο ευρώ, με το ECU, και μετά του ευρώ. Για να έχουμε μία αίσθηση του τι σημαίνει δυνατότητα εισαγωγής φαρμάκων, δυνατότητα εισαγωγής βόειου και χοιρινού κρέατος, τι σημαίνει δυνατότητα εισαγωγής καυσίμων, τι σημαίνει δυνατότητα να πουλάς το τουριστικό σου προϊόν, το οποίο είναι υψηλής ποιότητας και έχει μεγάλη ζήτηση όχι σε ευτελείς τιμές, περίπου το 1/5 των σημερινών, το ίδιο και για την παραγωγή σου την πρωτογενή στην οποία μπορείς να οικοδομήσεις  το νέο μοντέλο ανάπτυξης μαζί με τη βιομηχανία τροφίμων. Μια ζούγκλα δηλαδή. Και αυτό είναι το μοντέλο το οποίο προτείνουν κάποιοι για να επιστρέψουμε στη δραχμή ενώ θα χρωστάμε  στους εταίρους της το χρέος σε ευρώ, αν και οι εταίροι είναι πάρα πολύ φιλικοί απέναντί μας γιατί εμείς χρωστάμε όλο μας το χρέος στο ESM. Είμαστε η μόνη χώρα η οποία δεν έχει δοσοληψίες με την παγκόσμια αγορά. Δεν είναι έρμαιο των αγορών. Χρωστάμε στις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ούτε καν. Τα μεγάλα ποσά τα χρωστάμε στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας με τον οποίο θα μπορούσαμε να κάνουμε επιτέλους μία συνεννόηση για το πόσο είναι πραγματικά το χρέος μας. 

Για να μην επαναλάβω αυτά που έχω πει χιλιάδες φορές  ότι το χρέος μας είναι συντριπτικά μικρότερο από αυτό που φαίνεται γιατί έχει μειωθεί σε παρούσα αξία πολύ περισσότερο απ΄ότι νομίζει ο οποιοσδήποτε και εμείς εξακολουθούμε να ασχολούμαστε με το χρέος σε ονομαστική τιμή. Το τι θα γίνει το 2060. Και όπως  είπα, αυτό που υποσχεθήκαν  στην κυβέρνηση Τσίπρα ότι θα υπάρξει μείωση του χρέους το 2060 κατά 45 εκατ., αν το μεταφράσουμε στη μείωση που έγινε το 2012, σημαίνει μείωση το 20160 κατά 1 τρις 350 δις .

Δυστυχώς ακόμη και σήμερα η Ε.Ε. αντιμετωπίζει την κατάσταση σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Business as usual. Δεν υπάρχουν πρωτοβουλίες οι οποίες ανατρέπουν τις εμμονές και τα στερεότυπα. Η αλήθεια είναι ότι πρωτίστως η Γερμανία,  αλλά και άλλες χώρες θα βρεθούν προ μεγάλων διλημμάτων τους επόμενους μήνες. Για το αν θα αφεθούμε σε αυτήν την κατάσταση ή αν θα συζητήσουμε για μια νέα αρχιτεκτονική. Βεβαίως  είναι άλλο αυτό από το μια νέα συνθήκη, που να αντικαθιστά τη συνθήκη της Λισσαβόνας. Γιατί μια νέα συνθήκη θέλει τώρα κύκλο κυρώσεων από τα κράτη- μέλη, άρα μπορεί να μπούμε  σε πολύ μεγάλη περιπέτεια δημοψηφισμάτων και ψηφοφοριών στα κοινοβούλια που θα συνταράξει την Ευρώπη.  Αλλά ακόμη και αν δεν  πάμε στη λογική μιας νέας Συνθήκης, πρέπει να προτείνουμε ένα άλλο μοντέλο που θα αναζωπυρώνει την αξία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Αλλά για μας, για την Ελλάδα, το να μιλάμε για πιθανή έξοδο από το ευρώ ή πιθανή έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένας αυτοκτονικός προϊδεασμός της κοινωνίας, η οποία πιστεύει σε ένα μεγάλο της ποσοστό ότι δεν έχει τίποτα να χάσει. Άρα μπορεί να δοκιμάζει τα πάντα. Εκεί υπάρχουν αυτοί που θεωρούσαν ότι ποτέ δεν είχαν να χάσουν κάτι, ήτανε πάντα στο περιθώριο των εξελίξεων, υπάρχουν και αυτοί που θεωρούν ότι η κρίση τους οδήγησε να μην έχουν τίποτα να χάσουν. Αυτοί όμως έχουν να χάσουν τα περισσότερα, γιατί έχουν να χάσουν την πιθανότητα δημιουργίας θέσεων εργασίας, την πιθανότητα να λειτουργήσει ξανά ένα κοινωνικό κράτος σε νέες βάσεις, την πιθανότητα να ξαναδημιουργηθούν θέσεις απασχόλησης, την πιθανότητα να προστατευθούν οι καταθέσεις, να προστατευθούν  έστω σε χαμηλότερο επίπεδο οι αξίες των ακινήτων, την πιθανότητα να ξαναμπούμε σε έναν, ας το πούμε  ενάρετο κύκλο, στον οποίο, όπως θύμισε ο Σπύρος Βλέτσας, ήμασταν πράγματι από το 1994, τελευταία Κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου, μέχρι το 2003 επι της εποχής Κ. Σημιτη, με πρωτογενή πλεονάσματα. 

Βεβαίως δεν χρειάζεται τα πρωτογενή πλεονάσματα να είναι τόσο ψηλά, γιατί δεν χρειάζεται να ασχοληθούμε με την ονομαστική μείωση του χρέους. Θα έπρεπε απλώς να έχουμε την ικανότητα ενός ισοσκελισμένου δημοσιονομικά προϋπολογισμού δηλαδή κάλυψης των τόκων και εκεί όπου οι τόκοι κάνουνε ξαφνικά πετάγματα, να τους εξομαλύνουμε σε συμφωνία με τους δανειστές μας που είναι ένας όπως σας είπα, κατά βάσιν,  ο οποίος αυτή την στιγμή κατέχει περίπου το 85% του ελληνικού χρέους.

Άρα χρειάζεται να καταλάβουμε ότι το μεγάλο πρόβλημα της οικονομίας είναι πολιτικό, ότι με την παρούσα κυβέρνηση θα κυνηγάμε πάντα την ουρά μας και δεν θα κάνουμε τίποτα παρά μόνο μεγάλα βήματα προς τα πίσω, διεκδικώντας την ελπίδα το 2019 να «τρίβουμε τα μάτια μας», θα τα τρίβαμε το 2016, το 2017, το 2018 .  Το 2019, πώς θα τα τρίβαμε; Επειδή θα ξαναγυρίζαμε στο 2014. Όταν λένε «θα τρίβετε τα μάτια σας» εννοούν θα ξαναφτάσουμε εκεί που ήμασταν το 2014, πριν τις εκλογές, στις 24 Ιανουαρίου του 2015. Λοιπόν αυτό απαιτεί ένα άλλο πολιτικό σκηνικό, απαιτεί  έναν άλλο συσχετισμό, μια άλλη Βουλή μετά από εκλογές, μια άλλη κυβέρνηση συνεργασίας όπου και ο ηττημένος Σύριζα θα κληθεί  να μετάσχει αλλά χωρίς να μπορεί να παρεμποδίσει  τις εξελίξεις και μια Εθνική Στρατηγική. Η Εθνική Στρατηγική είναι αυτή που έχουμε πει. Δεν υπήρχε άλλη. Η «άλλη» Στρατηγική είναι η Στρατηγική του προγράμματος της Θεσσαλονίκης που κατέρρευσε ή το αυτονομημένο πλάνο Β,  δηλαδή έχουμε έναν πρωθυπουργό που υπόσχεται στους μεν ότι «θα μείνουμε στο ευρώ πάση θυσία» και στους δε ότι «εξετάζουμε την πιθανότητα να πάμε στη δραχμή». Και αυτό γίνεται ταυτοχρόνως. 

Άρα δεν αρκεί να αναιρεθεί υπέρ του νόμου η απόφαση για τον κύριο Σώρρα πρέπει να αναιρεθεί και υπέρ της κοινής λογικής όλη αυτή η αντίληψη Συριζανέλ  η οποία έχει επικρατήσει πολύ καιρό και έχει προκαλέσει πολύ μεγάλη βλάβη και η βλάβη που θα προκληθεί από τη στιγμή που θα αποφασιστεί η προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία, είτε με εκλογές είτε με φάρσα δημοψηφίσματος, μέχρι την διεξαγωγή της διαδικασίας, θα είναι μεγαλύτερη από τη βλάβη που έχουμε ζήσει ώς τώρα. Και η βλάβη αυτή θα είναι και οικονομική και θεσμική και φοβούμαι και εθνική. Διότι αποδυναμώνονται βασικές παράμετροι της εθνικής ισχύος.

Σας ευχαριστώ πολύ 

 

Ιωάννινα | Κυκλος Ιδεών: Η θέση της Ελλάδας σε μια Ευρώπη που αμφισβητείται from Evangelos Venizelos on Vimeo.

ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ ΤΟ

.