Τι σημαίνει πραγματικά το υπερβολικά μεγάλο πρωτογενές πλεόνασμα του 2016;

Αθήνα, 22 Απριλίου 2017

Άρθρο Ευάγγελου Βενιζέλου στην προσωπική του σελίδα

Τι σημαίνει πραγματικά το υπερβολικά μεγάλο πρωτογενές πλεόνασμα του 2016;

Η εντυπωσιακή υπέρβαση του στόχου του 2016 για πρωτογενές πλεόνασμα (έσοδα μείον δαπάνες χωρίς να υπολογίζονται οι τόκοι εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους) που ήταν  0,5 % του ΑΕΠ (λιγότερο από 1 δις) και η καταγραφή πρωτογενούς πλεονάσματος ύψους 3,9% του ΑΕΠ (6,9 δις), εμφανίστηκε από την κυβέρνηση ως μεγάλη επιτυχία της.

Το δημοσιονομικό αυτό αποτέλεσμα αφορά όμως μια ακόμη χρονιά (2016) ύφεσης για την ελληνική οικονομία. Οριακής ύφεσης, αλλά πάντως ύφεσης, παρά τις εντυπωσιακά θετικές προβλέψεις για το ρυθμό ανάπτυξης του 2015 και του 2016 που υπήρχαν πριν τις εκλογές του Ιανουαρίου 2015. 

Τι σημαίνει λοιπόν αυτή η μεγάλη υπερκάλυψη του στόχου του πρωτογενούς πλεονάσματος για την πραγματική οικονομία, τη ρευστότητα, τις επενδύσεις, την κατανάλωση, την απασχόληση; Τι σημαίνει για  την ολοκλήρωση της μακρόσυρτης διαπραγμάτευσης σχετικά με την περιβόητη αξιολόγηση, τόσο με την στενή έννοια του όρου ως προϋπόθεση εκταμίευσης των δόσεων του τρέχοντος τρίτου προγράμματος, όσο και με την πολύ ευρύτερη έννοια της συμφωνίας για ένα -τέταρτο - πρόγραμμα μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος τον Ιούλιο του 2018; Ενός προγράμματος με σκληρούς όχι μόνο διαρθρωτικούς αλλά και  δημοσιονομικούς  όρους συνδεδεμένους κυρίως  με τα περιβόητα πρόσθετα μέτρα για το χρέος ( πρόσθετα σε σχέση με τη δραστική επέμβαση του 2012), αλλά κατά πάσα πιθανότητα χωρίς νέο δάνειο;

Περισσότερα...

ΒΗΜΑ | Δεν νομιμοποιούνται να δεσμεύουν το μέλλον της χώρας

Αθήνα, 9 Απριλίου 2017

Άρθρο Ευάγγελου Βενιζέλου στο ΒΗΜΑ της Κυριακής

 

Δεν νομιμοποιούνται να  δεσμεύουν το μέλλον της χώρας

 

Από πού αντλεί άραγε η σημερινή κυβέρνηση τη νομιμοποίηση να διαπραγματεύεται δημοσιονομικά μέτρα για την περίοδο που αρχίζει μετά το τέλος του τρέχοντος τρίτου προγράμματος, δηλαδή για το τέταρτο «μνημόνιο», ενδιαφερόμενη μόνο αυτά να μην εφαρμοστούν εντός των χρονικών ορίων της δικής της θητείας, με τη φρούδα ελπίδα ότι θα εξαντλήσει τα συνταγματικά περιθώρια παραμονής της στην εξουσία; Από πουθενά.

Στην εύλογη ερώτηση, ποια είναι η εναλλακτική λύση, η απάντηση είναι να διεκδικήσει η αντιπολίτευση να κάνει τη διαπραγμάτευση για το πλαίσιο στο οποίο θα πορευθεί η χώρα μετά τον Ιούλιο του 2018 και κυρίως από το 2019 και μετά. Όχι προφανώς από τη θέση της αντιπολίτευσης, αλλά προτείνοντας ένα κυβερνητικό σχήμα ευρύτερης συνεργασίας των δημοκρατικών φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων που θα προκύψει μέσα από εκλογές. Ένα σχήμα στο οποίο θα κληθεί και ο ηττημένος ΣΥΡΙΖΑ να συμβάλει, αν θέλει, χωρίς όμως να μπορεί να παρεμποδίσει τις εξελίξεις ή να αλλοιώσει το στρατηγικό πλαίσιο.

Δεν μπορεί να αφήνουμε τη σημερινή κυβέρνηση να δεσμεύει τη χώρα μακροπροθέσμως και να την καθηλώνει στη μιζέρια της αμφιθυμίας, των μικροκομματικών τεχνασμάτων και της αβεβαιότητας, με το επιχείρημα ότι τώρα προέχει το κλείσιμο της αξιολόγησης. Ή με την υφέρπουσα παραδοχή ότι  τα μέτρα που ζητούνται από τους εταίρους είναι αναγκαία και η κατάληξη της «διαπραγμάτευσης» θα ήταν η ίδια, όποια και αν ήταν η ελληνική κυβέρνηση. Αν αυτό ισχύει σε μεγάλο βαθμό για τις επιβεβλημένες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, δεν ισχύει για το δημοσιονομικό πλαίσιο, αρχής γενομένης από τη συμφωνημένη το 2012 συμπληρωματική ρύθμιση για το χρέος. Δεν ισχύει επίσης για το πολιτικό κλίμα της διαπραγμάτευσης και  για την επιρροή που ασκεί η εκάστοτε  κυβέρνηση στο οικονομικό κλίμα και την αίσθηση  εμπιστοσύνης και προοπτικής.

Περισσότερα...

Άρθρο στα ΝΕΑ: Πόσο διαρκούν δύο χρόνια ;

Αθήνα, 28 Ιανουαρίου 2017

Άρθρο Ευάγγελου Βενιζέλου στα ΝΕΑ

Πόσο διαρκούν δύο χρόνια ;

Η Ιστορία δεν γράφεται γραμμικά ούτε υπό κανονικές συνθήκες θερμοκρασίας και πιέσεως. Γράφεται όταν ο χρόνος παγώνει και πυκνώνει. Αυτό συμβαίνει στην Ελλάδα από το 2010 και μετά. Εκεί όμως που στα τέλη του 2014 ήμασταν πολύ κοντά στην έξοδο από το Μνημόνιο και στη μετάβαση στην προληπτική πιστωτική γραμμή ως σημαντικό βήμα προς την επάνοδο στην κανονικότητα μιας ευρωπαϊκής χώρας, έγινε η επιλογή να παίξουμε ως χώρα με το σενάριο της απόλυτης καταστροφής αντιστρέφοντας τη ροή του οικονομικού και ιστορικού χρόνου. Πηγαίνοντας δυστυχώς πολλά χρόνια πίσω. Τα δυο χρόνια που πέρασαν ημερολογιακά από τις 25 Ιανουαρίου 2015 έως σήμερα γύρισαν τους δείκτες προς τα πίσω έτσι ώστε να ελπίζουμε το 2019 να διαμορφωθούν ξανά οι προϋποθέσεις του 2014.

Τι οδήγησε άραγε ένα μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος στην επιλογή αυτή που δεν έγινε το 2012, σε πολύ δυσκολότερη φάση της δημοσιονομικής και διαρθρωτικής προσαρμογής, αλλά έγινε με άνεση και επιμονή τον Ιανουάριο, τον Ιούλιο και τον Σεπτέμβριο του 2015;

Από τότε που η κρίση έγινε κοινή συνείδηση, δηλαδή από τις αρχές του 2010, αν και βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη από το 2007, η απλή διαπίστωση ότι η κρίση έφερε το Μνημόνιο και όχι το Μνημόνιο την κρίση, αντί να επικρατήσει ως αυτονόητη, δίχασε βαθιά τον ελληνικό λαό: σε αυτούς που αποδέχονται το προφανές και αυτούς που πίστεψαν βαθιά ότι το Μνημόνιο έφερε την κρίση ή ακόμη καλύτερα ότι το Μνημόνιο και τα μέτρα δημοσιονομικής και διαρθρωτικής προσαρμογής είναι η κρίση. Μια κρίση στην οποία οδήγησαν τη χώρα «εθελόδουλοι πολιτικοί υποτεταγμένοι στα ευρωπαϊκά συμφέροντα» που είναι αντίθετα προς τα ελληνικά, ενώ ήταν πολύ εύκολο να αποφευχθούν οι περικοπές και οι μεταρρυθμίσεις, να απαλλαγούμε μονομερώς από το βάρος του «επονείδιστου»  δημοσίου χρέους  για το οποίο δεν έχουμε ευθύνη ως κράτος και ως κοινωνία και να εκβιάσουμε τους πιστωτές και θεσμικούς μας εταίρους, δηλαδή τα  άλλα κράτη- μέλη της ευρωζώνης με αποχώρηση από το ευρώ, απειλή που θα τους συγκλονίσει.

Περισσότερα...