Αθήνα, 9 Απριλίου 2017

Άρθρο Ευάγγελου Βενιζέλου στο ΒΗΜΑ της Κυριακής

 

Δεν νομιμοποιούνται να  δεσμεύουν το μέλλον της χώρας

 

Από πού αντλεί άραγε η σημερινή κυβέρνηση τη νομιμοποίηση να διαπραγματεύεται δημοσιονομικά μέτρα για την περίοδο που αρχίζει μετά το τέλος του τρέχοντος τρίτου προγράμματος, δηλαδή για το τέταρτο «μνημόνιο», ενδιαφερόμενη μόνο αυτά να μην εφαρμοστούν εντός των χρονικών ορίων της δικής της θητείας, με τη φρούδα ελπίδα ότι θα εξαντλήσει τα συνταγματικά περιθώρια παραμονής της στην εξουσία; Από πουθενά.

Στην εύλογη ερώτηση, ποια είναι η εναλλακτική λύση, η απάντηση είναι να διεκδικήσει η αντιπολίτευση να κάνει τη διαπραγμάτευση για το πλαίσιο στο οποίο θα πορευθεί η χώρα μετά τον Ιούλιο του 2018 και κυρίως από το 2019 και μετά. Όχι προφανώς από τη θέση της αντιπολίτευσης, αλλά προτείνοντας ένα κυβερνητικό σχήμα ευρύτερης συνεργασίας των δημοκρατικών φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων που θα προκύψει μέσα από εκλογές. Ένα σχήμα στο οποίο θα κληθεί και ο ηττημένος ΣΥΡΙΖΑ να συμβάλει, αν θέλει, χωρίς όμως να μπορεί να παρεμποδίσει τις εξελίξεις ή να αλλοιώσει το στρατηγικό πλαίσιο.

Δεν μπορεί να αφήνουμε τη σημερινή κυβέρνηση να δεσμεύει τη χώρα μακροπροθέσμως και να την καθηλώνει στη μιζέρια της αμφιθυμίας, των μικροκομματικών τεχνασμάτων και της αβεβαιότητας, με το επιχείρημα ότι τώρα προέχει το κλείσιμο της αξιολόγησης. Ή με την υφέρπουσα παραδοχή ότι  τα μέτρα που ζητούνται από τους εταίρους είναι αναγκαία και η κατάληξη της «διαπραγμάτευσης» θα ήταν η ίδια, όποια και αν ήταν η ελληνική κυβέρνηση. Αν αυτό ισχύει σε μεγάλο βαθμό για τις επιβεβλημένες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, δεν ισχύει για το δημοσιονομικό πλαίσιο, αρχής γενομένης από τη συμφωνημένη το 2012 συμπληρωματική ρύθμιση για το χρέος. Δεν ισχύει επίσης για το πολιτικό κλίμα της διαπραγμάτευσης και  για την επιρροή που ασκεί η εκάστοτε  κυβέρνηση στο οικονομικό κλίμα και την αίσθηση  εμπιστοσύνης και προοπτικής.

Περισσότερα...

Αθήνα 16 Ιουνίου 2017

Άρθρο Ευάγγελου Βενιζέλου στο ΑΠΕ- ΜΠΕ

Μια πρώτη αποκρυπτογράφηση της απόφασης του Eurogroup της 15.6.2017

Το Eurogroup της 15.6.2017 επισημοποίησε με εκτενείς και περίτεχνες  διατυπώσεις την πλήρη αδυναμία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ να διαπραγματευθεί και κατέγραψε τις βαριές επιπτώσεις που έχει στην ελληνική οικονομία η δεύτερη κρίση, η κρίση μέσα στην κρίση που βιώνει η χώρα τα τελευταία δυόμιση χρόνια, για λόγους αμιγώς πολιτικούς. Ας δούμε λοιπόν τι έγινε στο Eurogroup. 

1. Ολοκληρώθηκε επιτέλους η δεύτερη αξιολόγηση του τρίτου μνημονίου και αποφασίσθηκε η εκταμίευση 8,5 δις ( σε πρώτη φάση 7,7 εκ των οποίων 6,9 για τις επικείμενες λήξεις και 0,8 για κάλυψη κάποιων ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του δημοσίου και για το σχηματισμό ενός μικρού αποθεματικού ασφάλειας). Αυτό βεβαίως θα έπρεπε και θα μπορούσε να έχει συμβεί πολύ νωρίτερα. Το κόστος της καθυστέρησης και των επικοινωνιακών τεχνασμάτων είναι δυστυχώς πολύ μεγάλο και υπονομεύει την πραγματική οικονομία και την ίδια τη δυναμική του χρέους, ζήτημα για το οποίο υποτίθεται ότι κόπτεται η κυβέρνηση.

2. Το Eurogroup επιβεβαίωσε τη συμφωνία για το «πρόγραμμα μετά το πρόγραμμα», δηλαδή για το μνημόνιο τέσσερα και τα βαρειά δημοσιονομικά μέτρα ( περικοπές συντάξεων, μείωση αφορολόγητου κοκ) που το συνοδεύουν μέχρι και το 2022. Και έθεσε τις βάσεις για το διαρκές μνημόνιο μέχρι το 2060 αντί να διαμορφωθεί ένας καθαρός χάρτης εξόδου

Περισσότερα...

Αθήνα, 3 Ιουνίου 2017

Άρθρο Ευ. Βενιζέλου στην Καθημερινή της Κυριακής

 

Τα τέσσερα προαπαιτούμενα για βιώσιμο χρέος

 

Το χρέος είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα της χώρας, όχι πρωτίστως οικονομικά, αλλά πολιτικά και ως ζήτημα νοοτροπίας. Το δημόσιο χρέος μπορεί όμως από βάρος του παρελθόντος να καταστεί το κλειδί του μέλλοντος. Το παρεμποδίζουν αυτό οι μεταμορφώσεις και οι αντιστάσεις του δημοσιονομικού εθνικολαϊκισμού. Αυτές πληρώνουμε πανάκριβα δυόμισι χρόνια τώρα, με το κόστος να αυξάνεται  γεωμετρικά. 

Στο Eurogroup της 22.5.2017 τονίστηκε ότι όλα θα κινηθούν στο πλαίσιο των αποφάσεων του Eurogroup του Μαΐου 2016 που εξειδικεύτηκαν τεχνικά, ώς ένα βαθμό, το Νοέμβριο του 2016, με τη μορφή των λεγομένων βραχυπροθέσμων μέτρων, απόδοσης, σε απόλυτους αριθμούς, μόλις 45 δις το 2060. Τονίστηκε επίσης ότι οι πρόσθετες παραμετρικές επεμβάσεις, εφόσον είναι αναγκαίες, θα εφαρμοστούν μετά  τον Αύγουστο του 2018. Ο Κλάους Ρέγκλινγκ υπογράμμισε ότι βάση όλης της συζήτησης είναι η παρέμβαση που έγινε το 2012 στο χρέος. Την περασμένη Τετάρτη, στο συνέδριο του Economist στη Φραγκφούρτη, ο επικεφαλής οικονομολόγος του ESM παρουσίασε τους αριθμούς για το μέγεθος της αναδιάρθρωσης του 2012 και την προοπτική που αυτή έχει δημιουργήσει για συμπληρωματικά μέτρα.

Περισσότερα...

Αθήνα 14 Μαΐου 2017

 Άρθρο Ευ. Βενιζέλου στο ΒΗΜΑ της Κυριακής

Η έξοδος από το μνημόνιο ως είσοδος στο επόμενο

 

Βασικό στερεότυπο των ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ  ήταν η καταγγελία των «προηγούμενων» γιατί είχαν αποδεχθεί την επιδίωξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων. Η μείωση των επιδιωκόμενων πλεονασμάτων στο 2% του ΑΕΠ υποστηρίχθηκε τόσο από την ΤτΕ, όσο και από την αντιπολίτευση. Άλλωστε το ζήτημα αυτό το είχα θέσει κατ´ επανάληψη, πολύ πριν τις εκλογές του 2015, καθώς μετά τη ριζική αναδιάρθρωση του δημοσίου χρέους το 2012, είναι εφικτή η περαιτέρω μείωση των ήδη δραστικά μειωμένων, σε σχέση με το 2011, ετήσιων τόκων και η εξομάλυνση της καμπύλης τους. Η ελληνική οικονομία χρειάζεται δημοσιονομικό χώρο (fiscal space). Η μείωση του στόχου για  πρωτογενές πλεόνασμα μπορεί να υπεραναπληρωθεί από υψηλότερο ρυθμό ανάπτυξης. Σε συνδυασμό με ένα επίπεδο πληθωρισμού αποδεκτό στο πλαίσιο της ευρωζώνης, αυτό θα οδηγούσε σε  ονομαστική διόγκωση του ΑΕΠ που θα βελτίωνε σημαντικά το κλάσμα «δημόσιο χρέος προς ΑΕΠ» μέσω της αύξησης του παρονομαστή.

Η προσέγγιση αυτή ήταν αποτέλεσμα μιας συγκροτημένης και επίπονης στρατηγικής για το δημόσιο χρέος και τη δημοσιονομική προσαρμογή. Η στρατηγική αυτή απέδιδε καρπούς και επέτρεπε περαιτέρω βελτιώσεις μέσω των πρόσθετων παραμετρικών αλλαγών στο χρέος που είχαν συμφωνηθεί ήδη από το 2012.

Περισσότερα...

Αθήνα, 22 Απριλίου 2017

Άρθρο Ευάγγελου Βενιζέλου στην προσωπική του σελίδα

Τι σημαίνει πραγματικά το υπερβολικά μεγάλο πρωτογενές πλεόνασμα του 2016;

Η εντυπωσιακή υπέρβαση του στόχου του 2016 για πρωτογενές πλεόνασμα (έσοδα μείον δαπάνες χωρίς να υπολογίζονται οι τόκοι εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους) που ήταν  0,5 % του ΑΕΠ (λιγότερο από 1 δις) και η καταγραφή πρωτογενούς πλεονάσματος ύψους 3,9% του ΑΕΠ (6,9 δις), εμφανίστηκε από την κυβέρνηση ως μεγάλη επιτυχία της.

Το δημοσιονομικό αυτό αποτέλεσμα αφορά όμως μια ακόμη χρονιά (2016) ύφεσης για την ελληνική οικονομία. Οριακής ύφεσης, αλλά πάντως ύφεσης, παρά τις εντυπωσιακά θετικές προβλέψεις για το ρυθμό ανάπτυξης του 2015 και του 2016 που υπήρχαν πριν τις εκλογές του Ιανουαρίου 2015. 

Τι σημαίνει λοιπόν αυτή η μεγάλη υπερκάλυψη του στόχου του πρωτογενούς πλεονάσματος για την πραγματική οικονομία, τη ρευστότητα, τις επενδύσεις, την κατανάλωση, την απασχόληση; Τι σημαίνει για  την ολοκλήρωση της μακρόσυρτης διαπραγμάτευσης σχετικά με την περιβόητη αξιολόγηση, τόσο με την στενή έννοια του όρου ως προϋπόθεση εκταμίευσης των δόσεων του τρέχοντος τρίτου προγράμματος, όσο και με την πολύ ευρύτερη έννοια της συμφωνίας για ένα -τέταρτο - πρόγραμμα μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος τον Ιούλιο του 2018; Ενός προγράμματος με σκληρούς όχι μόνο διαρθρωτικούς αλλά και  δημοσιονομικούς  όρους συνδεδεμένους κυρίως  με τα περιβόητα πρόσθετα μέτρα για το χρέος ( πρόσθετα σε σχέση με τη δραστική επέμβαση του 2012), αλλά κατά πάσα πιθανότητα χωρίς νέο δάνειο;

Περισσότερα...