7 Μαρτίου 2008

« Η συνταγματική διάσταση της κρίσης του ’65 »


Η κρίση του 1965 που έχει μείνει γνωστή με το όνομα αποστασία, συνιστά την πιο χαρακτηριστική ίσως μορφή αυτού που στη θεωρία του Συνταγματικού Δικαίου ονομάζεται «συνταγματικό περιστατικό»1.

Ένα και μόνον συμβάν ή μια αλληλουχία συμβάντων που εξελίσσονται σε σύντομο χρονικό διάστημα μπορεί να ασκεί επιρροή στη διαμόρφωση πρακτικών και ερμηνευτικών προηγουμένων, που επιδρούν καταλυτικά στη θεωρία του Συνταγματικού Δικαίου και επηρεάζουν για δεκαετίες ολόκληρες – αυτό συμβαίνει με το 1965– όχι μόνον τη θεωρία και την επιστημονική συζήτηση, αλλά την ίδια τη λειτουργία του πολιτεύματος, την ίδια τη συγκρότηση και τη λειτουργία των κομμάτων και του κομματικού συστήματος συνολικά. Άρα η ενασχόληση με την κρίσιμη δεκαετία του ’60 και ιδίως με τα γεγονότα του 1965 έχει ενδιαφέρον όχι μόνον ιστορικό, αλλά και άκρως επίκαιρο.

Η κρίση του 1965 δεν οφείλεται βέβαια στο Σύνταγμα του 1952. Ήταν μια οξύτατη πολιτική κρίση, για τα αίτια της οποίας γίνεται από τότε έως σήμερα και θα γίνεται για πάρα πολύ χρόνο μεγάλη συζήτηση. Στην πολιτική διάσταση της κρίσης αυτής θα αναφερθώ όμως στην αυριανή μου παρέμβαση και έτσι περιορίζομαι τώρα στην συνταγματική διάσταση:

Τα αίτια της κρίσης αποδίδονται, από έναν ευρύτατο επιστημονικό κύκλο, εν πολλοίς στην αντιδημοκρατική και αντικοινοβουλευτική αντίληψη και πρακτική των ανακτόρων, που είχε επιδειχθεί πολλές φορές στις δεκαετίες του ’50 και του ’60. Θα έλεγα ότι και ο τρόπος με τον οποίο ανήλθε στον πρωθυπουργικό θώκο ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο κατήλθε από τον ίδιο θώκο, είναι ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα για το πώς θα λειτουργούσε ο τότε αρχηγός του κράτους μέσα στο πλαίσιο του Συντάγματος του 1952. Φυσικά στα βαθύτερα αίτια της κρίσης πρέπει να κατατάξουμε αφενός μεν όσα αφορούν τη θέση της χώρας μέσα στον τότε διεθνή και περιφερειακό συσχετισμό δυνάμεων, αφετέρου δε τα γενετικά χαρακτηριστικά και την πολιτική φύση της Ένωσης Κέντρου, που δεν έμοιαζε σε τίποτε με τα σημερινά μεταπολιτευτικά κόμματα και ιδίως με το ΠΑΣΟΚ. Ήταν σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό μια ομοσπονδία στελεχών, με γνωστή και αντιφατική συχνά ιστορική διαδρομή, οι δε ιδεολογικές και προγραμματικές αναγωγές που μπορούσε να συναντήσει κανείς στο εσωτερικό της Ένωσης Κέντρου ήταν από ετερόκλητες έως αντιφατικές. Ο αντιδεξιός ή αντικαραμανλικός χαρακτήρας δεν αρκεί φυσικά για να συγκροτηθεί ένα κόμμα με ιδεολογικά και προγραμματικά χαρακτηριστικά που να θυμίζουν τα σημερινά κόμματα, τα κόμματα που γνωρίζουμε στην Ελλάδα μετά την μεταπολίτευση.

Η παραβίαση όμως του Συντάγματος του 1952 μετέτρεψε αυτή την οξύτατη πολιτική κρίση σε συνταγματική. Η ελλειπτική διατύπωση των κανόνων του τότε Συντάγματος που ρύθμιζαν τον διορισμό και την παύση του Πρωθυπουργού και της Κυβέρνησης κατέστη το πεδίο μιας ερμηνευτικής σύγκρουσης, που λειτούργησε ως πρόσχημα, αλλά και ως παράγοντας πολλαπλασιασμού, διάχυσης και όξυνσης της πολιτικής κρίσης. Η επιστήμη, όπως εκφράστηκε με έγκυρο τρόπο την εποχή εκείνη2, αγωνίστηκε να πείσει για το αυτονόητο: πως μια λακωνική στη διατύπωσή της διάταξη, που όριζε ότι ο Βασιλιάς διορίζει και παύει τους υπουργούς του –αυτό έλεγε όλο κι όλο το άρθρο 31 του τότε Συντάγματος–, δεν ερμηνεύεται γραμματικά, αλλά  υπό το πρίσμα της δημοκρατικής αρχής και της κοινοβουλευτικής αρχής, δηλαδή μέσα στο πνεύμα των οργανωτικών βάσεων του πολιτεύματος. Ερμηνεύεται συνεπώς όπως επιβάλλει η κοινοβουλευτική αρχή, η αρχή της εξάρτησης της Κυβέρνησης από την εμπιστοσύνη της Βουλής. Αυτό προβλεπόταν ρητά από το Σύνταγμα του 1952, μόνον για τη φάση που ακολουθεί τον διορισμό του Πρωθυπουργού και των Υπουργών δηλαδή κατά  την εμφάνισή της ενώπιον της Βουλής. Αυτό που γίνεται τώρα δεκτό ως αυτονόητο, ότι η κοινοβουλευτική αρχή, δηλαδή η εξάρτηση της Κυβέρνησης  από την εμπιστοσύνη της Βουλής, αντικατοπτρίζεται και στη φάση του διορισμού του Πρωθυπουργού μέσα από την αρχή της δεδηλωμένης, δεν θεωρήθηκε καθόλου, μα καθόλου αυτονόητο την εποχή εκείνη.

Η στάση του τότε Βασιλιά συνεπώς βασίστηκε στη γραμματική διατύπωση του Συντάγματος. Βέβαια η γραμματική διατύπωση απέχει παρασάγγας από την πλήρη ιστορική και λογικοσυστηματική ερμηνεία των σχετικών διατάξεων, δηλαδή από το πλήρες κανονιστικό περιεχόμενο μιας συνταγματικής διάταξης. Φάνηκε όμως  και τότε ότι οι επιστημονικές απόψεις δεν μπορούν να αντικρούσουν σχεδιασμένος και στοχευμένους πολιτικούς χειρισμούς.

Υπήρξαν άλλωστε και τότε επιστήμονες πρόθυμοι να υποστηρίξουν τους ανακτορικούς χειρισμούς3. Πρέπει επίσης να ομολογήσουμε ότι ο τότε Βασιλιάς από μόνος του δεν θα μπορούσε να διορίσει Πρωθυπουργό και Κυβέρνηση, εάν δεν υπήρχαν πολιτικά πρόσωπα πρόθυμα να διοριστούν στις θέσεις αυτές και αν τελικά δεν συνεκροτείτο στη Βουλή πλειοψηφία που να παρέχει την εμπιστοσύνη της στην Κυβέρνηση, κάτι που επετεύχθη στην τρίτη προσπάθεια με την Κυβέρνηση Στεφανόπουλου με την καταλυτική συμμετοχή των βουλευτών της ΕΡΕ που παρείχαν ψήφο εμπιστοσύνης.

Η κρίση του 1965 είναι συνεπώς ένα ολόκληρο εργαστήριο, στο οποίο μπορούμε να διερευνήσουμε τα προβλήματα της ερμηνείας και της εφαρμογής του Συντάγματος, σε ένα πολίτευμα όπως το ελληνικό, στο οποίο ούτε προβλεπόταν ούτε προβλέπεται τώρα, μετά τη μεταπολίτευση, μηχανισμός δικαστικού ελέγχου του τρόπου άσκησης των ρυθμιστικών αρμοδιοτήτων του αρχηγού του κράτους. Σε άλλες χώρες υπάρχουν συνταγματικά δικαστήρια που αναλαμβάνουν το βάρος αυτό, αλλά δεν σημαίνει η παρατήρησή μου αυτή ότι προσχωρώ στην αντίληψη πως ένα συνταγματικό δικαστήριο πρέπει να προβαίνει στον έλεγχο αμιγώς πολιτικών ζητημάτων, γιατί ο κίνδυνος να διολισθήσουμε σε πρακτικές όπως αυτές του τουρκικού συνταγματικού δικαστηρίου, που έτεινε να απαγορεύσει το κυβερνόν κόμμα και να στερήσει τα πολιτικά δικαιώματα από τον Πρόεδρο της Τουρκικής Δημοκρατίας και τον Πρωθυπουργό της χώρας αυτής, είναι πάρα πολύ μεγάλος4

Η μνήμη του 1965, σε συνδυασμό με τη νωπή το 1974, εμπειρία της δικτατορίας, επηρέασε καταλυτικά τους σχετικούς θεσμούς (διαδικασία διορισμού της κυβέρνησης) στο Σύνταγμα του 1975. Αυτό ξεκίνησε με πρωτοβουλία του ίδιου του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Στα δε βασικά χαρακτηριστικά τους οι θεσμοί αυτοί, όπως ισχύουν σήμερα, έχουν διαμορφωθεί ήδη από την αρχική εκδοχή του κειμένου του Συντάγματος του 1975, υπό την πίεση βέβαια της τότε αντιπολίτευσης: και της τότε Ένωσης Κέντρου - Νέες Δυνάμεις και του ΠΑΣΟΚ φυσικά, αλλά και της κομμουνιστικής Αριστεράς, που ήθελαν μια σαφέστερη, αναλυτικότερη και δεσμευτικότερη ρύθμιση των σχετικών θεμάτων με περιορισμό των ρυθμιστικών αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας. Έτσι οι ρυθμίσεις των άρθρων 37 και 38 του Συντάγματος, όπως διατυπώθηκαν από το 1975 και εξακολουθούν να ισχύουν, συνιστούν ένα είδος όψιμης απάντησης στην κρίση του 1965. Αυτό μάλιστα επιτάθηκε με την αναθεώρηση του 1986. Τελικά το ισχύον Σύνταγμα της χώρας (Σ.1975/1986/2001/2008) στο κεφάλαιό του αυτό έχει γίνει, εξ αποτελέσματος, δεκτό από το σύνολο του ελληνικού πολιτικού φάσματος, γιατί στη μακρά αναθεωρητική διαδικασία της περιόδου 1995-2001, που κατέληξε στην τελευταία εκτεταμένη αναθεώρηση, η Νέα Δημοκρατία δεν πρότεινε την επαναφορά στο προ του 1986 καθεστώς. Άρα μπορεί κάποιος να διατυπώσει με βεβαιότητα το συμπέρασμα ότι οι συνταγματικές ρυθμίσεις, όπως έχουν, συναντούν την αποδοχή του συνόλου του ελληνικού πολιτικού κόσμου.

Λόγω λοιπόν του 1965 η αρχή της δεδηλωμένης, δηλαδή η υποχρέωση του αρχηγού του κράτους να καλεί στην Κυβέρνηση και να αναθέτει την εντολή σχηματισμού της στον αρχηγό της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, ή πάντως στο πρόσωπο που διαθέτει εκ προοιμίου την εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας της Βουλής, περιλήφθηκε ρητά σε ελληνικό συνταγματικό κείμενο, έστω με καθυστέρηση εκατό ολόκληρων ετών. Το δόγμα αυτό, όπως ξέρουμε όλοι, διατυπώθηκε στην Ελλάδα το 1875 και εισήχθη σε συνταγματικό κείμενο, ως ρητή διάταξη, μόλις το 1975. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν συναγόταν ως κανόνας από την κοινοβουλευτική αρχή, δηλαδή από την υποχρέωση της εξάρτησης της Κυβέρνησης από την εμπιστοσύνη της Βουλής μέσω της ψήφου εμπιστοσύνης, αλλά, όπως είπα και στην αρχή της εισήγησής μου, τίποτε δεν μπορεί να αναπληρώσει πλήρως τη γραπτή διατύπωση.

Το εντυπωσιακό είναι ότι στο Σύνταγμα του 1975 όχι απλώς καθιερώθηκε η αρχή της δεδηλωμένης, αλλά και «τριπλασιάστηκε». Στο Σύνταγμά μας δεν έχουμε πλέον μόνον αποδοχή της «αρχής της δεδηλωμένης απόλυτης πλειοψηφίας», όταν το σύστημα λειτουργεί πλειοψηφικά και η εντολή ανατίθεται στο νικητή των εκλογών που διαθέτει την απόλυτη πλειοψηφία της Βουλής. Έχουμε, επίσης, την «αρχή της δεδηλωμένης σχετικής πλειοψηφίας», όταν ανατίθεται η πρώτη υποχρεωτική διερευνητική εντολή στον αρχηγό του Κόμματος της σχετικής πλειοψηφίας. Και έχουμε –αυτή είναι η τρίτη εκδοχή– μια άλλη μορφή δεδηλωμένης, τη «δεδηλωμένη σειρά των κομμάτων στη Βουλή», ώστε να ανατεθούν υποχρεωτικά οι προβλεπόμενες διερευνητικές εντολές, όπως έχουμε πια και πλήρη τυποποίηση των διαδικασιών που πρέπει να εφαρμοστούν σε περίπτωση αποτυχίας και της τελευταίας υποχρεωτικής διερευνητικής εντολής. Έχουμε δηλαδή την απόλυτη πλέον συνταγματική τυποποίηση της αρχής της δεδηλωμένης.

Το ίδιο ισχύει και ως προς την παύση της κυβέρνησης με την έννοια της απαλλαγής του Πρωθυπουργού και της Κυβέρνησης από τα καθήκοντά της, αλλά και ως προς την προσωπική αντικατάσταση του Πρωθυπουργού,  σε περίπτωση θανάτου, αδυναμίας ή προσωπικής παραίτησης. Ούτως ή άλλως και στη δεύτερη αυτή περίπτωση το αποτέλεσμα θα είναι ο σχηματισμός μιας νέας Κυβέρνησης, καθώς ο διορισμός νέου Πρωθυπουργού συνεπάγεται πάντοτε διορισμό νέας Κυβέρνησης, ακόμη και με τα ίδια πολιτικά και κομματικά χαρακτηριστικά και την ίδια πλειοψηφία στήριξης. Άρα πρέπει να ακολουθηθεί ακριβώς η ίδια διαδικασία. Θυμίζω ότι στη ρύθμιση αυτών των θεμάτων το 1986 δεν επήλθε καμία σχετική μεταβολή. Το δε 2001 (οπότε και επήλθαν δευτερεύουσες αλλαγές στο άρθρο 38)  έπαιξαν πολύ σημαντικό ρόλο οι εμπειρίες που προήλθαν από την περίοδο του 1995-1996, δηλαδή από τη διαδικασία παραίτησης του Ανδρέα Παπανδρέου και επιλογής του Κωνσταντίνου Σημίτη ως Πρωθυπουργού.

Τα ίδια ακριβώς στοιχεία διέπουν και τον άλλο κρίσιμο θεσμό, τον θεσμό της διάλυσης της Βουλής συνολικά. Μετά την αναθεώρηση του 1986 βασική επιλογή του Συντάγματός μας είναι ο αποκλεισμός της λεγόμενης αντιπλειοψηφικής διάλυσης της Βουλής. Μιας διάλυσης που αποφασίζεται από μόνο τον αρχηγό του κράτους, στην περίπτωσή μας τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, κάτι το οποίο προβλεπόταν μέχρι το 1986, αποκλείεται όμως τώρα. Δεν μπορεί ο αρχηγός του κράτους να προβεί σε μια αντιπλειοψηφική διάλυση της Βουλής. Αυτό ήταν αδιανόητο για τα δεδομένα του Συντάγματος του 1952. Ο Βασιλιάς τότε διέθετε πάντα το δικαίωμα να διαλύει τη Βουλή.

Όλα αυτά συνθέτουν το πιο κρίσιμο νέο στοιχείο που πρέπει να εντοπίσουμε στο ισχύον Σύνταγμά μας: την συνταγματική πλέον αναγνώριση και μάλιστα με πανηγυρικό τρόπο της «πρωθυπουργοκεντρικής» λειτουργίας του πολιτεύματος. Και αυτό όμως δεν συνέβη το 1986, συνέβη από την αρχή, από το 1975, παρ’ ότι τότε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής θέλησε να διατηρηθεί ανοιχτή η συζήτηση για το αν θεσπίζεται στη χώρα μας ένα καθαρό κοινοβουλευτικό σύστημα διακυβέρνησης ή ένα εν δυνάμει προεδρικό ή μάλλον ημιπροεδρικό σύστημα διακυβέρνησης, καθώς ο ίδιος ακόμη δεν είχε προσδιορίσει τον ακριβή ρόλο του μέσα στο πολιτικό σύστημα. Οι κρίσιμες διατάξεις (τα άρθρα 37, 38, 81, 82 και 83) που περιγράφουν ένα πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα διακυβέρνησης ισχύουν στα ουσιώδη σημεία τους όπως διαμορφώθηκαν ήδη από το 1975. Έχει συνεπώς πάρα πολύ μεγάλη σημασία να θυμηθούμε το κλίμα του 1974-1975 και το πόσο έντονη ήταν τότε η επιρροή που ασκούσε η σκληρή ανάμνηση της δικτατορίας, αλλά και όλης της δεκαετίας του ’60.

Συγκρίνοντας τις ρυθμίσεις του Συντάγματος του 1952 με αυτές του ισχύοντος Συντάγματος του 1975/ 1986/ 2001/2008 μπορούμε, νομίζω, να δώσουμε μια απάντηση σε όσους εμφανίζονται ως οπαδοί του λεγόμενου λιτού ή λακωνικού Συντάγματος και επαφίενται στην ερμηνεία, στη συνταγματική πρακτική, στις συνθήκες του πολιτεύματος, στην καλή πολιτική πίστη προκειμένου να συμπληρωθούν τα γραμματικά κενά σε κρίσιμους θεσμούς, όπως ο διορισμός του Πρωθυπουργού ή η διάλυση της Βουλής. Ανάμεσα σε ένα «λακωνικό» και ένα «πληθωρικό» Σύνταγμα νομίζω ότι η επιλογή είναι σχεδόν προφανής και πάντως εύκολη: Οι διατάξεις του ισχύοντος Συντάγματος, παρ’ ότι αναλυτικές, παρ’ ότι από πολλούς έχουν χαρακτηριστεί ως διατάξεις δικονομικού σχεδόν χαρακτήρα, που δεν προσιδιάζουν σε ένα οικονομημένο κείμενο όπως είναι το κείμενο ενός σύγχρονου Συντάγματος, λειτούργησαν με επιτυχία κάτω από αντιφατικές και δύσκολες συνθήκες και ιδίως λειτούργησαν χωρίς να προκαλέσουν εντάσεις την κρίσιμη  περίοδο 1989-1990. Έχει λοιπόν πάρα πολύ μεγάλη σημασία να παραδεχτούμε ότι -και λόγω της εμπειρίας της δεκαετίας του ΄60- υπάρχει ένα θεσμικό κεκτημένο της μεταπολίτευσης, που διαμορφώθηκε με τη συμβολή, σταδιακά όλων των πολιτικών δυνάμεων και αυτό το θεσμικό κεκτημένο λειτουργεί ευεργετικά για την ποιότητα του πολιτικού μας συστήματος και διασφαλίζει την ομαλή λειτουργία του πολιτεύματος.

Βέβαια η τυποποίηση του ρόλου του Πρωθυπουργού και των διαδικασιών διορισμού της Κυβέρνησης εισέρχεται κατά ένα περίεργο τρόπο και στο εσωτερικό των πολιτικών κομμάτων. Ενώ στα άρθρα 37 και 38 που διέπουν τη διαδικασία διορισμού και παύσης της κυβέρνησης από το κόμμα ενδιαφέρει συνταγματικά ο αρχηγός ή εκπρόσωπος του και συμπληρωματικά η Κοινοβουλευτική του Ομάδα, όταν προκύπτουν προβλήματα είτε στη φάση του διορισμού του Πρωθυπουργού, με οριστική ή με διερευνητική εντολή, είτε στη φάση της παραίτησης και αντικατάστασης του Πρωθυπουργού, στο Σύνταγμα, ήδη από το 1975, περιλαμβάνεται μια άλλη πολύ σημαντική διάταξη, αυτή του άρθρου 29, που αναγνωρίζει συνολικά τον θεσμό του πολιτικού κόμματος. Άρα το κάθε κόμμα μπορεί, ανάλογα με τις ιδεολογικές του επαγγελίες, τον προγραμματικό του χαρακτήρα και τις εκλογικές του στοχεύσεις, να κάνει τις δικές του επιλογές ως προς τον τρόπο της εσωτερικής οργάνωσης και λειτουργίας του. Να διαλέξει το πόσο δημοκρατικό και πόσο συλλογικό θέλει να είναι, διεκδικώντας την εκπροσώπηση της κοινωνίας ή πάντως σημαντικών τμημάτων της, ζητώντας την ψήφο του εκλογικού σώματος, ζητώντας να συγκεντρώσει τα μεγαλύτερα δυνατά ποσοστά, ιδίως όταν πρόκειται για κόμμα εξουσίας, για κόμμα με πλειοψηφική ροπή, για κόμμα που διεκδίκησε να ασκήσει την Κυβέρνηση, την ασκεί ή θέλει να την ασκήσει.

Άρα η μνήμη της αποστασίας του 1965 είναι εξίσου βαριά και σε σχέση με αυτό που ονομάζεται «αντίληψη περί ενότητας των κομμάτων», αντίληψη για την εσωκομματική δημοκρατία και τη δυνατότητα διατύπωσης διαφορετικών θέσεων στο εσωτερικό ενός κόμματος. Αυτό επηρεάζει βαθύτατα την κοινωνία μας και το πολιτικό μας σύστημα. Εδώ πρέπει να διακρίνουμε ανάμεσα στην ενότητα του κάθε κόμματος, όπως αυτό κατήλθε στις κάθε φορά τελευταίες εκλογές, και στη δημοκρατική, συλλογική, εσωτερική οργάνωση και λειτουργία του. Η ενότητα των κομμάτων, όπως προκύπτουν από τις τελευταίες κάθε φορά εκλογές, είναι μια συνταγματικά αποδεκτή και τυποποιημένη επιλογή. Είναι κάτι που ο συντακτικός νομοθέτης το αναγνωρίζει ως αυτοτελές αγαθό για την ομαλή λειτουργία του πολιτεύματος. Αλλά δεν επιβάλλει στα κόμματα ένα συγκεκριμένο τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας. Ο τρόπος όμως οργάνωσης και λειτουργίας που θα επιλέξει κάθε κόμμα  πρέπει να υπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος και να προσιδιάζει στα χαρακτηριστικά μιας οντότητας που έχει πλέον τυποποιηθεί νομοθετικά ως νομικό πρόσωπο σωματειακού, προφανώς, χαρακτήρα.

Αξίζει να σημειώσουμε και κάτι άλλο: Η πλειοψηφική λειτουργία του κοινοβουλευτικού συστήματος φαίνεται να είναι η σαφής προτίμηση του συντακτικού νομοθέτη, το πρώτο και το πιο φυσιολογικό (εντός ή εκτός εισαγωγικών) σενάριό του. Η μειοψηφική λειτουργία του κοινοβουλευτικού μας συστήματος και άρα το ενδεχόμενο σχηματισμού κυβερνήσεων συνεργασίας, εξακολουθεί να προκαλεί αμηχανία, παρ’ ότι το τελευταίο κύμα ερευνών της κοινής γνώμης δείχνει μια κάποια συμφιλίωσή της με το ενδεχόμενο τέτοιων κυβερνήσεων, χωρίς όμως περαιτέρω διευκρινίσεις και χωρίς να έχει τεθεί επί τάπητος κάποιο συγκεκριμένο ζήτημα. Η διαπίστωση αυτή σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να λειτουργήσει ως λόγος επανάπαυσης σε μια ξεπερασμένη παλαιοκομματική αντίληψη περί αυτοδυναμίας, όπου η αυτοδυναμία ταυτίζεται με τη μονοκομματική νοοτροπία, με την αλαζονεία και με την αυταρέσκεια. Οι ανάγκες νομιμοποίησης οποιασδήποτε κυβέρνησης, οποιουδήποτε κόμματος, είναι πια πάρα πολλές. Καμία νομιμοποίηση δεν παρέχεται εφάπαξ και οριστικά. Η κάθε κυβέρνηση διεκδικεί καθημερινά, και με αφορμή την πολιτική απόφαση που λαμβάνει γύρω από κάθε συγκεκριμένο θέμα, τη νομιμοποίηση. Το ζητούμενο προφανώς για κάθε κόμμα εξουσίας είναι μια αυτοδύναμη πλειοψηφία, αλλά μια αυτοδύναμη πλειοψηφία που ζητάει κάτι άλλο: μια αυτοδύναμη πλειοψηφία plus. Μια αυτοδύναμη πλειοψηφία με μεταπλειοψηφική ευαισθησία, που είναι ικανή να διαμορφώσει τις ευρύτερες δυνατές κοινωνικές και πολιτικές συναινέσεις και συνεργασίες.

Παράλληλα πιστεύω ότι από το Σύνταγμα προκύπτει η ανάγκη μιας σαφούς θεσμικής διάκρισης, ανάμεσα στην εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία και την εκάστοτε αξιωματική αντιπολίτευση. Αυτή η διάκριση έχει πολύ μεγάλη σημασία, ανεξάρτητα από προγραμματικές διαφορές ή συγκλίσεις που μπορεί να υπάρχουν ή να μην υπάρχουν. Αυτή η διάκριση λειτουργεί ως θεσμική εγγύηση διαφάνειας, για την προστασία των συμφερόντων των πολιτών και κυρίως για την προστασία του γενικού συμφέροντος. Άρα το σχήμα του λεγόμενου «μεγάλου συνασπισμού» στο Σύνταγμά μας, με βάση όλες αυτές τις ρυθμίσεις, μπορεί να αντιμετωπισθεί μόνον ως «έκτακτο»: δεν είναι η φυσιολογική και προτιμητέα λύση.

Η ποιότητα ενός πολιτικού συστήματος δεν εξαρτάται από τις περιγραφές των συνταγματικών του διατάξεων, αλλά από τον βαθμό ανταπόκρισής του στις ανάγκες της πολιτικής αντιπροσώπευσης της κοινωνίας. Και οι ανάγκες αυτές είναι πάρα πολύ μεγάλες όταν η ίδια η κοινωνία είναι αντιφατική, επιμερισμένη, απαιτητική, απογοητευμένη και ως εκ τούτου έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία τα πολιτικά κόμματα να ανταποκριθούν σε αυτές τις ανάγκες. Ένα λακωνικό Σύνταγμα μπορεί να αρκεί για την ομαλή λειτουργία του πολιτικού συστήματος σε μια χώρα, σε μια κοινωνία χωρίς ιστορικά βάρη. Ένα πληθωρικό Σύνταγμα μπορεί να μην αρκεί όταν υπάρχουν παθογένειες που ξεπερνούν κατά πολύ το Σύνταγμα και αφορούν το πολιτικό σύστημα, αφορούν τη νοοτροπία της κοινωνίας των πολιτών.

Οι συνταγματικές ρυθμίσεις, όπως διαμορφώθηκαν από το 1975 και μετά, υπό τη βαριά σκιά του 1965, θεωρητικά λειτούργησαν έως και σήμερα ευεργετικά και θετικά. Αναβάθμισαν τη θεσμική αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος, απέτρεψαν τη μετατροπή των πολιτικών εντάσεων σε συνταγματικο-πολιτικές κρίσεις και προστάτευσαν το κύρος του Προέδρου της Δημοκρατίας, ως συμβόλου εθνικής ενότητας και ως ρυθμιστή του πολιτεύματος, κάτι που δεν έγινε με τον τότε Βασιλιά, το 1965. Το ίδιο σε γενικές γραμμές ισχύει και ως προς τη θεσμική λειτουργία των κομμάτων. Το καθένα από αυτά πρέπει να βρει τον δρόμο του σε σχέση με την εκπροσώπηση της κοινωνίας, ανάλογα με την αυτοσυνειδησία του και την αυτοτοποθέτησή του στο πολιτικό φάσμα. Αυτό αφορά βεβαίως πρωτίστως τα δυο μεγάλα κόμματα-παρατάξεις, που πρέπει να εκφράζουν ένα ευρύτατο φάσμα πολιτικών δυνάμεων και να το συναιρούν.

Η προγραμματική και οργανωτική ενότητα των κομμάτων είναι αναγκαία και πολύτιμη. Εξίσου αναγκαίο και πολύτιμο είναι το άνοιγμα των κομμάτων στην κοινωνία, που δεν γοητεύεται πια από μηχανισμούς, από ίντριγκες, από την παραπολιτική και από την επανάληψη στερεοτύπων. Θέλει ένα λόγο πιο φρέσκο, πιο ειλικρινή, πιο συγκεκριμένο, έναν πολιτικό λόγο που συνδέεται και με νέες μορφές πολιτικής συμμετοχής μέσω των κομμάτων. Γιατί όταν δεν επιτυγχάνονται αυτές οι νέες μορφές πολιτικής συμμετοχής μέσω των κομμάτων, αναπτύσσονται παράπλευροι μηχανισμοί υποκατάστασης των πολιτικών κομμάτων και αυτό είναι ό,τι χειρότερο μπορεί να συμβεί για μια σύγχρονη δημοκρατία όπως η δική μας.

***

στρογγυλή τράπεζα
8.5.2008


Ευ. Βενιζέλος: Επειδή είχα την ευκαιρία να μιλήσω διεξοδικά χθες για τη συνταγματική πτυχή του 1965, για τη βαριά σκιά που ρίχνει η περίοδος της αποστασίας  στο σημερινό Σύνταγμα και στο σημερινό πολιτικό σύστημα, θα ξεκινήσω τώρα από εκεί που τελείωσε ο Αλέξης Παπαχελάς, ενσωματώνοντας και τις οπτικές γωνίες των δύο άλλων συνομιλητών, του Νίκου Κωνσταντόπουλου και του Αλέξανδρου Λυκουρέζου.

Θα ξεκινήσω με τρεις επιγραμματικές παρατηρήσεις μεθοδολογίας και φιλοσοφίας της ιστορίας, αν με συγχωρήσει ο καθηγητής  κ. Μαυρογορδάτος που προεδρεύει και είναι έγκυρος ιστορικός.

Η πρώτη μου παρατήρηση αφορά τη σχέση μεταξύ γεγονότων και καταστάσεων. Δεν πρέπει να γοητευτούμε από την αναζήτηση γεγονότων, από την ιστορική ανεκδοτολογία. Πρέπει να αφήσουμε όσο γίνεται πιο καθαρές τις καταστάσεις μπροστά μας. Γιατί πολλές φορές η γεγονοτολογική, όπως λέγεται, προσέγγιση της ιστορίας συσκοτίζει τα δεδομένα και παρεμποδίζει τη θέαση των καταστάσεων. Και αυτό που συνέβη στα μέσα της δεκαετίας του ’60 είναι μία κατάσταση που επηρεάζει μέχρι σήμερα τη χώρα.

Η δεύτερη παρατήρησή μου αφορά την πύκνωση του χρόνου. Δεν νομίζω πως υπάρχει στην ελληνική πολιτική ιστορία άλλη διετία με τέτοια πύκνωση χρόνου. Η περίοδος 1965-1967 τείνει να είναι πιο πυκνή από την κατ’ εξοχήν πυκνή περίοδο της Κατοχής, δηλαδή από την τετραετία 1940-1944.  Ούτε καν η διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, η περίοδος 1946-1949 είχε  την πυκνότητα των εξελίξεων που είχε η διετία 1965-1967.

Η τρίτη μου παρατήρηση αφορά αυτό που ονομάζεται οπισθοπροοπτική ή πιο απλά αναδρομική θεώρηση της ιστορίας. Η ιστορία ως ροή πράξεων και παραλείψεων, δηλαδή ως ένα ανθρωπολογικό γεγονός δεν ξαναγράφεται. Μπορεί να την αξιολογήσουμε με διαφορετικό τρόπο, μπορεί να συνεκτιμήσουμε διάφορες παραμέτρους, μπορεί να αντλήσουμε διδάγματα, μπορεί να την αφηγηθούμε με διαφορετικούς τρόπους, αλλά οι πράξεις και οι παραλείψεις ως πρωτογενές υλικό είναι εκεί, αμετακίνητες και πρέπει αυτό να το λάβουμε πάρα πολύ σοβαρά υπόψη. Εάν κρίνουμε με τα σημερινά δεδομένα, θεσμικά, πολιτικά, πολιτισμικά, κοινωνιολογικά, αναπτυξιακά, αυτό που συνέβη το καλοκαίρι του 1965 μας είναι αδιανόητο. Πώς είναι δυνατόν μια χώρα την εποχή που σε πολλές, στις περισσότερες άλλες χώρες της Δυτικής Ευρώπης υπήρχαν ώριμα και ολοκληρωμένα συστήματα διακυβέρνησης, δημοκρατικά και κοινοβουλευτικά, να συμβιβάζεται με αυτές τις καταστάσεις  μιας κολοβής δημοκρατίας. Είχε «πολιτικά δικαιώματα» η χώρα; Προφανώς δεν είχε πλήρη «πολιτικά δικαιώματα» το 1965. Δεν είχε ολοκληρωθεί κατά τη γνώμη μου ο εμφύλιος πόλεμος, δεν είχε αποκτήσει η χώρα μέσα στο μεταπολεμικό διεθνές σκηνικό και τους μεταπολεμικούς συσχετισμούς δυνάμεων την πλήρη εθνική της κυριαρχία, με τη μορφή που μπορούσαμε να συζητάμε για κάτι τέτοιο υπό συνθήκες ψυχρού πολέμου. Και βέβαια η χώρα δεν διέθετε ένα ολοκληρωμένο δημοκρατικό και κοινοβουλευτικό σύστημα διακυβέρνησης. Δεν είχε ολοκληρωθεί ο εμφύλιος πόλεμος, γιατί δεν νομίζω ότι είχαν συμβιβαστεί όλοι με την ιδέα ότι μπορούσε να σχηματιστεί μία εκλογική και άρα κοινοβουλευτική πλειοψηφία μη ελεγχόμενη. Μια πραγματικά κεντροαριστερή πλειοψηφία. Υπό αυτήν την έννοια ήσαν ιδιαίτερα κρίσιμες οι εκλογές του 1958, όπως φυσικά και οι εκλογές του 1946, στις οποίες ήταν αφιερωμένο το προηγούμενο Συνέδριο του Ιδρύματος: Ήταν «αδιανόητο» να καταγραφούν σ΄ αυτές μη ελεγχόμενοι συσχετισμοί.

Πιστεύω λοιπόν ότι το κύριο ζητούμενο του 1965 ήταν η αποφυγή των εκλογών, διότι οι εκλογές θα οδηγούσαν σε έναν «μη ανεκτό» συσχετισμό, «μη ανεκτό» για το σύστημα εξουσίας μέσα στο οποίο ζούσε τότε η χώρα. Και τελικά για να αποφευχθούν οι εκλογές επιβλήθηκε η δικτατορία της 21ης Απριλίου.

Αυτό είναι ένα δεδομένο που κατά τη γνώμη μου δεν μπορεί να μεταβληθεί όσο και αν θέλουμε και μιλήσουμε με «πολιτικά ορθό» ή «ευγενή» τρόπο. Αυτό έχει καταγραφεί στη συνείδηση του ελληνικού λαού, στη συλλογική μνήμη ως αποστασία. Και έχει καταγραφεί έτσι, όχι μόνον στη συνείδηση της λεγόμενης προοδευτικής δημοκρατικής παράταξης, αυτής που έχει μια βενιζελογενή και ΕΑΜογενή καταγωγή, αλλά και στη συνείδηση της μεγάλης συντηρητικής πολιτικής οικογένειας. Και οι δύο μεγάλες πολιτικές οικογένειες έχουν αποδεχθεί αυτή την αξιολόγηση, η οποία είναι ένα δεδομένο πάνω στο οποίο επί χρόνια συζητούμε.

Η άποψή μου δε είναι ότι το 1965 ολοκληρώθηκε μόλις το 1974: επηρέασε καταλυτικά το μεταπολιτευτικό σκηνικό και κυρίως διαμόρφωσε σε πολύ μεγάλο βαθμό το μεταπολιτευτικό κομματικό σύστημα: Την αναδιάταξη των στελεχών και των μεγάλων ρευμάτων που καταγράφεται οριστικά από το 1977 και μετά. Δηλαδή από τότε που το ΠΑΣΟΚ γίνεται αξιωματική αντιπολίτευση και απορροφά τις δυνάμεις της μεταπολιτευτικής Ένωσης Κέντρου. Από τότε μπορούμε να δούμε ότι ουσιαστικά δίδεται μία απάντηση στα διλήμματα που είχαν τεθεί το 1965, με έναν τρόπο αρχαϊκό ίσως, αλλά αρκετά καθαρό.

Τι είναι αυτό που κομίζει σήμερα η συζήτηση για το 1965 και την αποστασία; Το αγωνιώδες ερώτημα, αν μπορούσαν να αποφευχθούν όλα αυτά και αν θα μπορούσε να γραφτεί διαφορετικά η ιστορία; Επιτρέψτε μου να επιχειρήσω εδώ έναν παραλληλισμό, ανάμεσα στην υπογραφή των Συνθηκών της Ζυρίχης και του Λονδίνου για το Κυπριακό και τη μεγάλη συνταγματικο-πολιτική κρίση του 1965. Οι δύο αυτές εμπειρίες επιβάλλουν από το 1974 και μετά - περισσότερο ίσως απ’ ό,τι επιβάλλει το βάρος της δικτατορίας- να ενεργείς πολιτικά υπό το πρίσμα της ιστορικής μνήμης. Δηλαδή πιστεύω ότι όλοι συνειδητοποιούν πια, ότι κάθε πολιτική επιλογή και απόφαση παράγει ιστορικές επιπτώσεις, τις οποίες μπορεί να κληθείς να τις αντιμετωπίσεις πολύ αργότερα.

Άρα ό,τι κάνει οποιοδήποτε πολιτικό πρόσωπο και οποιοδήποτε συλλογικό πολιτικό υποκείμενο, όπως είναι ένα κόμμα στην εξουσία, αλλά και ένα κόμμα στην αντιπολίτευση, γράφει ιστορία, παράγει ιστορικές επιπτώσεις.

Πιστεύω ότι εάν υπάρχει κάποια τομή στον πολιτικό πολιτισμό από το 1974 και μετά, είναι αυτή η συνείδηση της ιστορίας και των ιστορικών συνεπειών στιγμιαίων αποφάσεων, οι οποίες μπορεί να έχουν διαρκείς και βαθύτατες επιπτώσεις.

Έχουν αναπτυχθεί πάρα πολύ ισχυρά ερείσματα ως προς αυτό που λέγεται «ιστορική συνείδηση» και αυτό φαίνεται στον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται η χώρα, grosso mondo και κάνοντας μια συνολική αποτίμηση της περιόδου αυτής, τα μεγάλα θέματα και της εξωτερικής πολιτικής, αλλά νομίζω και της λειτουργίας του πολιτεύματος και του πολιτικού συστήματος. Το σύστημα έγινε συνολικά σοφότερο, διότι έχει αυτή την έγνοια της ιστορίας η οποία δεν υπήρχε τότε. Και γιατί δεν υπήρχε τότε; Γιατί πιστεύω ότι ακόμη δεν είχε αποκτήσει συνολικά η κοινωνία και το πολιτικό σύστημα τις αποστάσεις που θα επέτρεπαν μια καθαρή ανάγνωση των δεδομένων του Mεσοπολέμου, του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και του Eμφυλίου. Δεν είχε συνειδητοποιήσει το τι είχε συμβεί, δεν είχε τελειώσει η ιστορική περιδίνηση της χώρας. Και όταν αυτή τελείωσε κάποια στιγμή το 1974, άρχισε να αναπτύσσεται αυτό το ευεργετικό αίσθημα, ότι πρέπει να δούμε πώς θα μας γράψει η ιστορία.

Γι’ αυτό πιστεύω ότι υπάρχει ένα όριο στο πιθανό φλερτ του πολιτικού λόγου με τον λαϊκισμό, με τη δημαγωγία, με τη συγκυριακή προσέγγιση των θεμάτων. Πιστεύω –ή τουλάχιστον αυτή είναι η ελπίδα μου και η ευχή μου και η προσδοκία μου– ότι καθένας που χειρίζεται με υπεύθυνο τρόπο, από υπεύθυνη θέση, κάποια θέματα τα οποία είναι σημαντικά, λαμβάνει πολύ σοβαρά υπ’ όψιν του αυτό το ζήτημα της καταγραφής του και άρα της αξιολόγησής του από την ιστορία. Αυτό δεν είναι ζήτημα ανταλλαγής απόψεων ή πλειοψηφίας και μειοψηφίας στη βιβλιογραφία, αλλά είναι ζήτημα συλλογικής μνήμης, είναι ένα ζήτημα συνεπώς που έχει διαστάσεις μη ελεγχόμενες ορθολογικά και έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία να κερδίσει κανείς αυτή τη μάχη της συλλογικής μνήμης. Και να την κερδίσει σκεπτόμενος ότι αυτό θα γίνει ερήμην του, ότι δεν θα είμαστε παρόντες όταν θα γίνει αυτή η αξιολόγηση, γιατί δεν ξέρουμε πότε θα ανακληθούν αυτά στην επιφάνεια και θα συνδεθούν με νέες επίκαιρες καταστάσεις, δεκαετίες πολλές αργότερα από τα γεγονότα.

Πιστεύω ότι αυτό είναι το μεγάλο δίδαγμα της μελέτης αυτών των περιόδων, οι οποίες ούτως ή άλλως έχουν μια γοητεία μέσα από τη δραματικότητά τους. Ό,τι έχει τα στοιχεία ενός δράματος έχει και τα στοιχεία ενός πάρα πολύ ωραίου αφηγήματος, ενός πάρα πολύ ωραίου «έργου», το οποίο πρέπει όμως με σεβασμό να το αντιμετωπίζουμε και νομίζω ότι αυτό είναι υποχρέωση όλων μας, ανεξάρτητα από την πολιτική θέση που κατέχουμε και ανεξάρτητα από την ένταξή μας σε μια συλλογική συνείδηση, εθνική και παραταξιακή.

*

Ευ. Βενιζέλος: Όλα όσα ειπώθηκαν είναι πολύ σημαντικά και τα βιώματα του Νίκου Κωνσταντόπουλου έχουν πάντα την ικανότητα, όταν τα αφηγείται, να κυριαρχούν στην ατμόσφαιρα. Όμως εγώ επέμενα στην ανάγκη να προσέξουμε τις καταστάσεις και όχι τα γεγονότα, διότι υπάρχουν ορισμένες πάρα πολύ απλές αλήθειες: Όταν έχεις ένα Βασιλιά τότε, αρχηγό του κράτους, ρυθμιστή του πολιτεύματος, που αρνείται στον δημοκρατικά νομιμοποιημένο Πρωθυπουργό, ο οποίος διαθέτει την εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας της Βουλής να αναλάβει προσωπικά το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης, τον θεωρεί δηλαδή Πρωθυπουργό υπό κηδεμονία, έχεις μια προφανή παραβίαση του Συντάγματος, μια εκτροπή υπό την έννοια αυτή. Είναι προφανές ότι τότε δεν λειτουργούσε στη χώρα ένα ολοκληρωμένο κοινοβουλευτικό σύστημα διακυβέρνησης, δεν γινόταν σεβαστή ούτε η κοινοβουλευτική αρχή ούτε η αρχή της δεδηλωμένης.

Τώρα, αν πίσω από την απόφαση αυτή κρύβονται διεθνείς συσχετισμοί, εάν υπάρχει ένα παρασκήνιο στο οποίο παίζουν ρόλο πρόσωπα, εάν τις επιστολές τις έχει γράψει ο νεαρός τότε πάρεδρος του ΣτΕ Χοΐδάς ή εάν ο Αρναούτης έκανε το ένα ή το άλλο, είναι πάρα πολύ σημαντικό στοιχείο, αλλά σημασία έχει ότι ο τότε Βασιλιάς υπέγραψε και απέστειλε τις επιστολές. Επίσης σημασία έχει ότι τελικά οδηγήθηκε η χώρα σε μια περιπέτεια με τις αλλεπάλληλες ορκωμοσίες κυβερνήσεων, επειδή κάποιοι ορκίζονταν. Και τελικά έγινε αποδεκτή από τη Βουλή η κυβέρνηση Στεφανόπουλου επειδή μία πλειοψηφία της Βουλής με κορμό την ΕΡΕ παρέσχε ψήφο εμπιστοσύνης. Αυτές είναι οι καταστάσεις. Τώρα, εάν η βούληση των ατομικών ή συλλογικών υποκειμένων διαμορφώνεται κάτω από τη μία ή την άλλη συνθήκη, και αυτό είναι σημαντικό, αλλά δεν είναι τελικά αυτό που έχει κατασταλάξει στη συλλογική μνήμη ούτε είναι αυτό που επηρέασε την πορεία των θεσμών. Αυτή ήταν η βασική μου παρατήρηση, γιατί νομίζω ότι πρέπει κάθε φορά να συγκρατούμε το θεμελιώδες, να έχουμε έναν άξονα.

Ελπίζω όμως ότι συμφωνείτε κι εσείς, αγαπητέ κ. Μαυρογορδάτε, ότι όλοι μας υπό την έννοια αυτή γίναμε επιφυλακτικότεροι, ως χώρα και ως πολιτικό σύστημα, σε σχέση με τις ιστορικές επιπτώσεις αυτού που κάνουμε κι αυτού που λέμε. Έχει μεγάλη σημασία αυτό, διότι πρέπει να ενισχύουμε και τη συλλογική μας αυτοπεποίθηση στη χώρα αυτή. Πρέπει να βλέπουμε ότι έχει συντελεστεί μια πρόοδος, γιατί εάν είμαστε εκεί που ήμασταν το 1965, αντιλαμβάνεστε ότι θα ήμασταν πάρα πολύ δυστυχείς όλοι.

 


1 Βλ. αντί πολλών Ευ. Βενιζέλου, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, αναθεωρημένη έκδοση, 2008 σελ 112 επ. (για τις μη τυποποιημένες συνταγματικές μεταβολές). Στο ίδιο βιβλίο  - στο οποίο παρατίθεται  η σχετική βιβλιογραφία και αναφέρονται οι επιμέρους μονογραφικές μου επεξεργασίες -  ας μου επιτραπεί να παραπέμψω και για όλα τα θέματα που αναφέρονται στη συνέχεια: Τα σχετικά με το διορισμό και την παύση της κυβέρνησης (σελ. 625 επ.), την κοινοβουλευτική αρχή (σελ. 397 επ.), την αρχή της δεδηλωμένης (σελ. 400 επ.), την ιδιαίτερη θέση του πρωθυπουργού (σελ. 544 επ.), την διάλυση της Βουλής (σελ. 651 επ.), την συνταγματική θέση των πολιτικών κομμάτων (σελ. 447 επ.),

2 Κλασικό είναι πια το «πολεμικό» κείμενο του Φ. Βεγλερή, Ιουλιανά 1965 – 1966, β΄ έκδοσις, 1966 (σειρά άρθρων δημοσιευμένων στην εφημερίδα «Το Βήμα»).

3 Βλ. χαρακτηριστικά τις θέσεις του τότε Καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Χρ. Σγουρίτσα, Συνταγματικόν Δίκαιον Τομ. Α΄, σελ 391 επ. Ο Φ. Βεγλερής (ο.π., υποσ. 2) ασκεί κριτική επίσης στις θέσεις του Α. Βαμβέτσου, ακόμη και του Αρ. Μάνεση ο οποίος όμως σαφώς διατύπωνε την άποψη (Αι εγγυήσεις τηρήσεως του Συντάγματος ΙΙ, κεφ. Β΄, 1955, σελ. 455) ότι «κατά το ισχύον συνταγματικό δίκαιον οι Υπουργοί δεν διορίζονται ούτε παύονται «ελευθέρως» υπό του Βασιλέως οι δε «πλείστοι περιορισμοί» εν τη ασκήσει της αρμοδιότητος ταύτης του ανωτάτου άρχοντος αποτελούν ήδη νομικούς και όχι απλούς πολιτικούς κανόνες. Επομένως κατά το ισχύον δίκαιον θα ήτο οξύτατα αντισυνταγματική η τυχόν παύσις ή, του θ΄όπερ το αυτό, εξαναγκασμός προς παραίτησιν – κυβερνήσεως απολαυούσης της εμπιστοσύνης της Βουλής συνεπεπεία οιωνδήποτε λόγων σκοπιμότητος ή ειδικότερον συνεπεία διαφωνίας του Βασιλέως προς την πολιτικήν της».

4 Πρβλ. όμως τις απόψεις του Κ. Χρυσόγονου στο κοινό βιβλίο: Ευ. Βενιζέλος / Κ. Χρυσόγονος,  Το πρόβλημα της Συνταγματικής Δικαιοσύνης στην Ελλάδα, 2006

ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ ΤΟ

.