[Τα συλλογικά πολιτικά υποκείμενα της μεταβιομηχανικής εποχής],

του Ευ. Βενιζέλου,

Παρατηρητής, 2001

 

24 Φεβρουαρίου 2001, Άρθρο στα ΝΕΑ


Τίθεται ορισμένες φορές το ερώτημα αν μπορεί να υπάρξει μία δημοκρατία μεταβιομηχανική, η οποία να είναι αντιπροσωπευτική, αλλά μετακομματική. Η απάντησή μου είναι όχι 


Το κομματικό φαινόμενο έχει σχετικά μικρή ζωή. Καλύπτει περίπου δύο αιώνες, που συμπίπτουν με τη διαδρομή της αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Καλύπτει, πιο συγκεκριμένα, τις διάφορες επιμέρους φάσεις της λεγόμενης βιομηχανικής εποχής που τελείωσε πριν από το τέλος του 20ού αιώνα. Η αντιπροσωπευτική Δημοκρατία, και το κοινωνικό κράτος δικαίου, είναι η μεγάλη κατάκτηση αυτής της περιόδου. Η πολιτική αποκτά άλλωστε σάρκα και οστά, ως έννοια και ως πεδίο πάνω στο οποίο αναπτύσσονται όλες οι δημόσιες δραστηριότητες, μαζί με την ανάπτυξη της βιομηχανικής κοινωνίας και της αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας.

Η μεταβιομηχανική κοινωνία, η ψηφιακή κοινωνία, διαταράσσει και αναδιατάσσει τις παραγωγικές σχέσεις. Η βιομηχανική κοινωνία ήταν η κοινωνία των μεγάλων και αδρών συσσωματώσεων. Είχε ο καθένας μια αρκετά σαφή αίσθηση για το πού ανήκει κοινωνικά και πολιτικά, και το κόμμα ταυτίζεται ιστορικά εν πολλοίς με το φαινόμενο της σαφούς και σταθερής πολιτικής στράτευσης. Αυτά έχουν προ πολλού ξεπεραστεί.

Η κρίση της πολιτικής, η κρίση της αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό κρίση αξιοπιστίας και επάρκειας του πολιτικού λόγου. Είναι όμως και κρίση της πολιτικής στράτευσης. Έχουμε περάσει προ πολλού σε μια άλλη πολιτική, στην πολιτική a la carte. Μια πολιτική που διακρίνεται από την ευμεταβλητότητά της, από την κινητικότητά της, από τον εκλεκτικισμό της. Όλοι οι πολίτες, λίγο ή πολύ, εκδηλώνουν την αμηχανία τους και την αβεβαιότητά τους και αυτοτοποθετούνται στο μέσο του ιδεολογικού φάσματος. Αυτό δεν είναι τυχαίο. Δείχνει την αδυναμία της κοινωνίας να αποκτήσει μια πολιτική αυτοσυνειδησία, την αδυναμία των κομμάτων να επικοινωνήσουν με τα προνομιακά πολιτικά τους ακροατήρια, την αδυναμία των πολιτών να νιώσουν ότι ανήκουν κάπου.

Άρα αλλάζει το μοντέλο πολιτικής αντιπροσώπευσης. Το μοντέλο της βιομηχανικής εποχής, ήταν λίγο ή πολύ ευθύγραμμο, όχι κατά τρόπο μηχανιστικό, αλλά πάντως κατά τρόπο αρκετά καθαρό. Η θέση που έχει κάποιος μέσα στο παραγωγικό σύστημα, επηρεάζει την πολιτική ένταξη και την πολιτική συμπεριφορά. Η κοινωνική θέση επηρεάζει την πολιτική θέση. Τώρα το μοντέλο πολιτικής αντιπροσώπευσης είναι τεθλασμένο και πολύπλοκο. Σημασία δεν έχει ποια είναι η οικονομική και εισοδηματική σου θέση, ποιο είναι το επάγγελμά σου, ποια είναι η θέση σου στην παραγωγή, σημασία έχει αν νιώθεις ασφαλής ή ανασφαλής, μέσα σε μια κοινωνία και σε μια οικονομία που μετεξελίσσονται με αβέβαιο και γρήγορο τρόπο.

Άρα αλλάζουν οι ταξινομήσεις, αλλάζουν οι μεγάλες κοινωνικές και πολιτικές κατηγορίες. Τα κόμματα, εάν δει κανείς την εκλογική κοινωνιολογία και τα συμπεράσματά της ­ ιδίως τα δύο μεγάλα κόμματα ­ έχουν μία εσωτερική διαστρωμάτωση ψηφοφόρων που είναι λίγο ή πολύ ίδια. Υπάρχουν παρ' όλα αυτά διαφορές. Διαφορές παράδοσης, διαφορές αισθητικής και διαφορές απαντήσεων ως προς το μεγάλο άγχος της κοινωνικής ανασφάλειας που επηρεάζει τις πολιτικές επιλογές και τις κομματικές εντάξεις.

Αυτά όλα τα φαινόμενα, δεν μπορεί παρά να επηρεάσουν και το κόμμα. Ούτως ή άλλως, στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα περάσαμε σχεδόν παντού, σ' έναν ενιαίο τύπο πολυσυλλεκτικού κόμματος εξουσίας, που ανεξάρτητα από την παράδοσή του, την καταγωγή του και την ιδεολογική ταυτότητα που διεκδικεί, είναι ένα κόμμα το οποίο λειτουργεί πραγματιστικά, κάνει πολλές εκπτώσεις και συμβιβασμούς και κρίνεται με βάση τη διαχειριστική του επάρκεια και ικανότητα. Μόνο που όταν ένα κόμμα αρκείται στη διαχειριστική επάρκεια και ικανότητα και εγκαταλείπει το πεδίο της ιδεολογίας, της διαχείρισης των συμβόλων και του οραματικού λόγου, από ένα σημείο και μετά νιώθει αδυναμία επικοινωνίας με το ακροατήριο που διεκδικεί.

Όλες άλλωστε οι λειτουργίες του κόμματος βρίσκονται σε κρίση διεθνώς. Η πιο απλή λειτουργία, η οργανωτική, βρίσκεται σε κρίση γιατί, όπως τονίσαμε ήδη, η πολιτική στράτευση έχει δώσει τη θέση της στην πολιτική a la carte. Το κόμμα, ως εκλογικός μηχανισμός, βρίσκεται επίσης σε κρίση. Το παλιό μοντέλο του απλού μέλους που λειτουργεί ως «αφισοκολλητής» στις εκλογές, δίνει τη θέση του σε οργανωμένες επιχειρήσεις που μπορούν να πραγματοποιήσουν όλα όσα απαιτεί μια σύγχρονη, «επιστημονικά» οργανωμένη προεκλογική εκστρατεία. Η παιδαγωγική και επικοινωνιακή λειτουργία του κόμματος, και εσωτερικά αλλά και προς την κοινωνία, υποκαθίσταται από τα Μέσα Ενημέρωσης. Ο προγραμματικός λόγος του κόμματος υποκαθίσταται από μία τεχνοκρατική ή ψευτοτεχνοκρατική προσέγγιση, από ομάδες ανθρώπων που συνδέονται σε προσωπική βάση με τις κομματικές ηγεσίες, πολύ συχνά με περισσότερες από μία κομματικές ηγεσίες. Όλα αυτά σημαίνουν ότι το κόμμα αδυνατεί να λειτουργήσει ως συλλογικός διανοούμενος. Δεν επιτελεί τη βασική λειτουργία της σύνθεσης των επιμέρους κοινωνικών αιτημάτων σε έναν ενιαίο πολιτικό, προγραμματικό λόγο. Κυβερνητικό, όταν το κόμμα διεκδικεί ή ασκεί την εξουσία, ή οιονεί κυβερνητικό όταν ένα μικρότερο κόμμα διεκδικεί την άσκηση επιρροής στην εξουσία.

Απαιτείται συνεπώς να δούμε εάν το κόμμα μπορεί να ξεπεράσει τα προβλήματα αυτά. Και ένα μεγάλο γενετικό πρόβλημα που είχαν τα κόμματα ­ αυτή η συζήτηση διεξαγόταν με τον ίδιο τρόπο και έναν αιώνα πριν ­ είναι η τάση τους να μετεξελίσσονται σε σκληρούς, κλειστούς μηχανισμούς. Αυτός είναι ο λεγόμενος σιδερένιος κανόνας των κομμάτων. Το κόμμα έχει από τη φύση του μια ολιγαρχική και αυταρχική ροπή, κυρίως γιατί κάποτε αντιλαμβανόντουσαν το κράτος ως μηχανισμό που πρέπει να καταληφθεί. Οι αποφάσεις έπρεπε να λαμβάνονται υπό εχεμύθεια, συχνά με αιφνιδιαστικό τρόπο, έτσι ώστε να δίνεται άμεση και επαρκής απάντηση στην πρωτοβουλία του αντιπάλου, χωρίς να μπορεί να γίνει μία μακρά, δημοκρατική διαβούλευση με όλα τα μέλη ή τα στελέχη ενός κόμματος.

Πώς απαντά, λοιπόν, κανείς στα προβλήματα αυτά τώρα που τα προσχήματα καταρρέουν; Διότι τώρα στην εποχή της κοινωνίας της πληροφορίας, η διαβούλευση είναι πολύ εύκολη, δεν υπάρχουν προβλήματα απόστασης, δεν υπάρχουν προβλήματα εχεμύθειας, καθώς τα Μέσα Ενημέρωσης είναι πιο γρήγορα και πιο καλά ενημερωμένα ακόμη και από τα στελέχη ενός κόμματος για το τι πρωτοβουλίες πρόκειται να λάβει το κόμμα.

Το μείζον βέβαια ζήτημα κατά βάθος είναι ότι η σύγχρονη κοινωνία αμφισβητεί από τα κόμματα τον βασικό θεσμικό τους ρόλο που είναι η πολιτική αντιπροσώπευση της κοινωνίας. Η κοινωνία δεν αντιπροσωπεύεται κατά τεκμήριο και πολύ περισσότερο δεν αντιπροσωπεύεται αποκλειστικά από τα κόμματα και το κομματικό σύστημα. Λειτουργούν δύο αντίπαλοι σκληροί μηχανισμοί: Ο πρώτος αντίπαλος μηχανισμός είναι τα Μέσα Ενημέρωσης που διεκδικούν τη στιγμιαία αντιπροσώπευση της κοινωνίας. Τη διεκδικούν στο όνομα της ακροαματικότητας και της τηλεθέασης και υπαγορεύουν την ημερήσια διάταξη του καθημερινού πολιτικού διαλόγου. Γιατί τα Μέσα Ενημέρωσης από τη φύση τους ­ και έτσι πρέπει να κάνουν ­ λειτουργούν όπως ο ατμοσφαιρικός αέρας: επεκτατικά. Εάν τα κόμματα δεν μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες πολιτικού λόγου, τις καλύπτουν τα Μέσα Ενημέρωσης.

Ο δεύτερος μηχανισμός είναι η λεγόμενη κοινωνία των πολιτών και πιο συγκεκριμένα οι μονοθεματικές οργανώσεις. Κάποτε η αντιπαράθεση υπήρχε μεταξύ των κομμάτων και των συνδικαλιστικών οργανώσεων. Τώρα οι συνδικαλιστικές οργανώσεις υφίστανται τη δική τους πολύ βαθιά κρίση αντιπροσώπευσης και ανήκουν ουσιαστικά στο κομματικό σύστημα. Ο πολίτης είναι, όμως, πάντοτε «πολυσθενές» υποκείμενο. Δεν μπορεί να είναι μόνο μέλος ενός κόμματος. Είναι μέλος ενός κόμματος, αλλά έχει και άλλες κοινωνικές ιδιότητες, έχει πολλά ενδιαφέροντα, μετέχει σε πολλές συσσωματώσεις. Το ερώτημα επομένως είναι αυτόν τον πολίτη πώς τον εντάσσεις σε ένα κόμμα, πώς δεν τον απωθείς από ένα κόμμα που λειτουργεί ως κλειστή κοινωνία ή ως άθροισμα μηχανισμών.

Το ζητούμενο συνεπώς είναι ένα κόμμα που στέκεται με επάρκεια απέναντι στην κοινωνία των πολιτών, απέναντι στα Μέσα Ενημέρωσης, απέναντι σε μία κοινωνική διαστρωμάτωση που παράγει νέα προβλήματα, απέναντι σε έναν νέο τύπο πολίτη, που είναι καχύποπτος, απορριπτικός και περιβάλλει όλα τα κόμματα και τους πολιτικούς με τεκμήριο δυσπιστίας και ενοχής. Η υπεράσπιση της πολιτικής είναι συνεπώς το πρώτο ζητούμενο για τα προοδευτικά πολιτικά κόμματα, για όλα τα κόμματα.

Πιστεύω ότι το ΠΑΣΟΚ που έχει επιδείξει μία ικανότητα αυτοϋπέρβασης και αυτοανανέωσης έχει την ικανότητα να θέσει το ζήτημα αυτό.

Τίθεται ορισμένες φορές το ερώτημα αν μπορεί να υπάρξει μία δημοκρατία μεταβιομηχανική, η οποία να είναι αντιπροσωπευτική, αλλά μετακομματική. Η απάντησή μου είναι όχι. Η παταγώδης κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού αναδεικνύει τη σημασία των θεσμών της αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας και βεβαίως πρωτίστως του Κοινοβουλίου, του συλλογικού αντιπροσωπευτικού σώματος. Χωρίς κόμματα όμως δεν λειτουργεί η αντιπροσωπευτική Δημοκρατία. Εάν το μάθημα του σύντομου 20ού αιώνα είναι αυτό, τότε οφείλουμε να μπούμε στην πολιτική του 21ου αιώνα αποδεχόμενοι αυτή την αφετηρία. Άρα δεν ψάχνουμε μια μετακομματική δημοκρατία, αλλά ένα κόμμα που υπερβαίνει τον εαυτό του, ένα κόμμα που μπορεί να ξαναεπικοινωνήσει με την κοινωνία.

Το ανοιχτό κόμμα, λοιπόν, όπως εγώ τουλάχιστον το αντιλαμβάνομαι, είναι, πρώτον, ένα κόμμα φιλικό προς την κοινωνία και τους πολίτες. Δεν είναι ένας κλειστός μηχανισμός. Δεν είναι ένας συμψηφισμός συγκρουομένων μηχανισμών. Δεν είναι μία «αντικοινωνία» ή μία «μικροκοινωνία». Είναι ένα κόμμα που βρίσκεται σε επαφή με την κοινωνία των πολιτών, είναι ένα κόμμα των πολιτών.

Δεύτερον, το ανοικτό κόμμα από τη φύση του είναι κόμμα πολυσυλλεκτικό. Πολυσυλλεκτικό όμως δεν σημαίνει ουδέτερο. Σημαίνει ότι έχει συγκεκριμένες κοινωνικές αναγωγές και προτιμήσεις, δεν επικαλείται όμως το συμφέρον μιας συγκεκριμένης κοινωνικής μερίδας, αλλά το γενικό συμφέρον του τόπου, όπως το αντιλαμβάνεται. Υπάρχει μια προοδευτική και μια συντηρητική αντίληψη για το γενικό συμφέρον μιας κοινωνίας, μια προοδευτική και μια συντηρητική αισθητική, μια προοδευτική και μια συντηρητική παράδοση και εκεί εστιάζεται η διαφορά. Η διαφορά ­ για να μιλήσω με τους όρους της Γαλλικής Επανάστασης ­ ήταν πάντα η δοσολογία και η σύγκρουση ανάμεσα στην Ισότητα και την Ελευθερία. Όταν δεν μπορούμε να βρούμε την ισορροπία ανάμεσα στα δύο αυτά στοιχεία και όταν ξεχνάμε την τρίτη συνιστώσα που είναι η αλληλεγγύη, η συνοχή, η «αδελφοσύνη», τότε χάνουμε την επαφή με την ιστορική μήτρα όλης της σύγχρονης πολιτικής, που είναι οι μεγάλες επαναστάσεις του 18ου αιώνα.

Τρίτον, το ανοικτό κόμμα πρέπει να είναι ένα μαζικό κόμμα, πολλών μελών, αλλά μελών με προσωπικότητα και λόγο, που σημαίνει ότι πρέπει να έχει επαρκή, αλλά όχι πληθωριστικό αριθμό κομματικών οργανώσεων βάσης και ότι κάθε κομματική οργάνωση βάσης πρέπει να είναι ένα forum πολιτικής, πρέπει να έχει σαφή πολιτικά χαρακτηριστικά και να έχει μια ουσιαστική επαφή με την τοπική κοινωνία, τους ανθρώπους και τα προβλήματά τους.

Τέταρτον, το ανοικτό κόμμα που είναι πολυσυλλεκτικό, μαζικό, φιλικό στην κοινωνία, πρέπει να έχει επαρκή αριθμό επαρκών στελεχών. Επαρκή στελέχη είναι αυτά που μπορούν να παράγουν πολιτικό λόγο, να διαχειριστούν προβλήματα και να εκπροσωπήσουν το κόμμα και τον κομματικό λόγο έναντι των Μέσων Ενημέρωσης. Που μπορούν να συνδιαλαγούν με αξιόπιστο τρόπο με την κοινωνία των πολιτών. Χρειαζόμαστε συνεπώς ένα στελεχικό δυναμικό το οποίο να έχει ερασιτεχνική αγάπη για την πολιτική, αλλά επαγγελματική επάρκεια στην άσκηση των καθηκόντων του.

Πέμπτον, το ανοικτό κόμμα πρέπει να έχει πολύ μεγάλο βαθμό εσωτερικής αποκέντρωσης. Στην Ελλάδα έχουμε το εντυπωσιακό φαινόμενο η κολοβή και λειψή κρατική αποκέντρωση να είναι μεγαλύτερη από την κομματική. Τα κόμματα έχουν μικρότερο βαθμό αποκέντρωσης από την κρατική. Αυτό αναδεικνύει νομίζω το βάθος του προβλήματος και το μέγεθος των αντιστάσεων που προβάλλονται. Άρα χρειάζεται ένα κόμμα το οποίο να έχει και περιφερειακή ταυτότητα και υψηλό βαθμό αποκέντρωσης, έτσι ώστε να υπάρχουν ευθύνες και ρόλοι. Χρειάζεται εσωκομματική χειραφέτηση των στελεχών και των μελών.

Έκτον, το ανοιχτό κόμμα αξιοποιεί βεβαίως το νέο τεχνολογικό περιβάλλον. Μπορεί να μας φαίνεται πολύ μακρινό το μέλλον της κοινωνίας της πληροφορίας, αλλά είναι μία πραγματικότητα που αλλάζει όλο τον τρόπο επαφής μας με τους πολίτες και άρα και με τον ίδιο τον εαυτό μας. Το ανοιχτό κόμμα είναι ένα κόμμα «ψηφιακό», αλλά όχι λέσχη.

Ένα τέτοιο κόμμα πρέπει, βεβαίως, να ενοποιείται μέσω ενός Εθνικού Συμβουλίου, που λαμβάνει υπόψη του όλες τις αποχρώσεις και όλες τις συνιστώσες (κοινωνικές, επαγγελματικές, τοπικές, περιφερειακές κ.λπ.). Ένα τέτοιο κόμμα σέβεται και αναδεικνύει τον ρόλο του βουλευτή μέσα στο κόμμα, μέσα στη Βουλή, στην περιφέρειά του, στον νομό του, γιατί ο βουλευτής βρίσκεται σε θεσμική και πολιτική απόγνωση, δεν μπορεί να βρει τον ρόλο του και αυτό είναι ένα από τα μεγάλα θέματα και της Αναθεώρησης του Συντάγματος.

Βεβαίως ένα τέτοιο ανοιχτό κόμμα πρέπει να εκλέγει τον πρόεδρό του με άμεση καθολική ψηφοφορία όλων των μελών, αλλά για να φτάσουμε εκεί πρέπει πρώτα να έχουμε διασφαλίσει όλα τα άλλα.

Ένα τέτοιο κόμμα πρέπει, τέλος, να υπερασπίζεται την πολιτική, δηλαδή να έχει συνείδηση της αξίας και του ρόλου του. Ο πολιτικός ήταν, είναι και θα είναι «ο αμνός, ο αίρων τας αμαρτίας του κόσμου». Αυτό πρέπει να κάνει, αλλά να το κάνει συνειδητά.

Πιστεύω, λοιπόν, ότι ένα τέτοιο «ανοιχτό κόμμα» μπορεί να είναι το συλλογικό πολιτικό υποκείμενο της νέας εποχής.



* Άρθρο του Υπουργού Πολιτισμού, Ευ. Βενιζέλου, στα ΝΕΑ. Το κείμενο αποδίδει την ομιλία του Ευ. Βενιζέλου κατά την παρουσίαση του ωέου του βιβλίου «Το ανοικτό κόμμα - τα συλλογικά πολιτικά υποκείμενα της μεταβιομηχανικής εποχής».

ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ ΤΟ

.